Αγιολόγιον - Πρόσωπα

ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ 3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Εἰς τὸν Σταμάτιον καὶ Ἰωάννην.

Ἀδελφὰ φρονήσαντες ἀδελφοὶ ἄμφω Μιᾷ γνώμῃ ἤθλησαν χρόνοις ἐσχάτοις.

Εἰς τὸν Νικόλαον.

Νίκης ἦρας τρόπαιον καλῶς ἀθλήσας, Παμμάκαρ Νικόλαε, πόθῳ Κυρίου.

ΩΣ ΘΑΥΜΑΣΤΑ τὰ ἔργα σου, Κύριε, καὶ αἱ ὁδοί σου ἀνεξιχνίαστοι! Μὲ κάθε δίκαιον δύναταί τις θαυμάζων νὰ φωνάξῃ, διότι τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἡ πάνσοφος καὶ πανάγαθος πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὰ πάντα οἰκονομεῖ, οὔτε ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δύναται νὰ τοὺς χωρέσῃ, οὔτε ἡ διάνοια νὰ τοὺς διακρίνῃ, οὔτε ἡ γλῶσσα νὰ τοὺς λαλήσῃ. Ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει. Οἱ Ἅγιοι οὗτοι Μάρτυρες ἐξέρχονται τῆς πατρίδος των νὰ ἐμπορευθῶσι, νὰ κερδήσουν πλοῦτον πρόσκαιρον καὶ ἡ πάνσοφος Πρόνοια, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, τοὺς προσκαλεῖ νὰ λάβωσι κέρδος μέγα σχεδὸν πάντη ἀνέλπιστον. Ὡς θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, Κύριε, καὶ αἱ ὁδοί σου ἀνεξιχνίαστοι! Ἐξέρχονται ἀπὸ τὴν πατρίδα των διὰ κέρδος προσωρινὸν καὶ ἡ δυστροπία τῶν και προσευχὰς καὶ δάκρυα καὶ νὰ μὴ δειλιάσουν παντελῶς τὸν θάνατον, διότι τοὺς ἀναμένει ἡ δόξα τοῦ Παραδείσου, νὰ συγχαίρουν μὲ τοὺς Μάρτυρας αἰώνια. Παρήγγειλε δὲ καὶ εἰς τὴν γυναῖκα νὰ ὑπάγῃ τὴν αὐγὴν νὰ τοὺς δώσῃ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἐπειδὴ Ἱερεὺς καὶ ἄλλος Χριστιανὸς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς φυλακὰς ἦτο ἀδύνατον. Ἀκούσαντες οὗτοι τὰς ἐντολὰς καὶ νουθεσίας τοῦ Ἀρχιερέως ἀπὸ τὸ στόμα τῆς γυναικός, μετὰ δακρύων ηὐχαρίστησαν τὸν Κύριον καὶ διῆλθον ὅλην τὴν νύκτα ἄγρυπνοι, ψάλλοντες Παρακλήσεις εἰς τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς Οἴκους αὐτῆς καὶ ἄλλας προσευχάς, ὅσας ἤξευρον, ἐδέοντο δὲ τῆς Κυρίας Θεοτόκου νὰ μεσιτεύσῃ εἰς τὸν Υἱόν της νὰ τοὺς χαρίσῃ δύναμιν, νὰ μὴ δειλιάσουν τὸν θάνατον.

Περὶ τὴν αὐγὴν ἀπεκοιμήθησαν ὀλίγον οἱ Ἅγιοι καὶ ἐξυπνῶντες εἶπον εἰς τοὺς ἄλλους Χριστιανούς. «Ἡμεῖς, ἀδελφοί, σήμερον τελειώνομεν τὸ ταξείδιον τῆς ζωῆς μας. Ὅθεν σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ δεηθῆτε καὶ σεῖς τοῦ Κυρίου μας νὰ μᾶς χαρίσῃ δύναμιν». Τότε ἔβγαλαν καὶ μερικὰ ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα ἐφόρουν διπλᾶ καὶ τὰ ἔδωκαν εἰς τοὺς φυλακισμένους ἐκείνους Χριστιανούς, εἰς ἄλλον ἕνα καὶ εἰς ἄλλον ἄλλο καὶ μερικὰ ἄσπρα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκράτουν. Ὅταν δὲ ἔγινεν ἡμέρα, τοὺς ἔστειλεν ὁ Ἀρχιερεὺς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια μὲ τὴν γυναῖκα, τὴν ὁποίαν προείπομεν, τὰ ὁποῖα ἐδέχθησαν μετὰ δακρύων. Ἀφοῦ δὲ μετέλαβον τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ηὐχαρίστησαν μεγάλως τὸν Κύριον καὶ μετ’ ὀλίγον ἐγεύθησαν ὀλίγης τροφῆς, ἔστειλαν δὲ πάλιν διὰ τῆς ἰδίας γυναικὸς τὰς εὐχαριστίας των εἰς τὸν Ἀρχιερέα, διότι τοὺς οἰκονόμησεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν, ἔστειλαν καὶ ὀλίγα γρόσια παρακαλοῦντες αὐτόν, ὅταν τελειωθῶσι, νὰ ψάλῃ τὰ λείψανά των καὶ νὰ τοὺς μνημονεύσῃ.

Μετὰ παρέλευσιν δύο ὡρῶν ἔδωκε προσταγὴν ὁ πασᾶς νὰ τοὺς ἐκβάλουν ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ νὰ τοὺς φέρουν κάτωθι τοῦ σεραγίου, ὅπου ἐκάθητο, ὑπισθάγκωνα δεδεμένους καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσωσιν, ἂν θέλουν νὰ γίνουν Τοῦρκοι νὰ κερδήσωσι τὴν ζωήν των, εἰ δὲ μή, νὰ τοὺς κόψουν τὰς κεφαλάς. Εὐθὺς λοιπὸν ἐτελειώθη τὸ πρόσταγμα τοῦ τυράννου καὶ φέραντες τοὺς Ἁγίους ἤρχισε τότε ὁ δήμιος νὰ τοὺς λέγῃ νὰ ὑπακούσωσι, νὰ δεχθῶσι τὴν Ὀθωμανικὴν πίστιν διὰ νὰ λυτρώσωσι τὴν ζωήν των καὶ νὰ ἀξιωθῶσι καὶ μεγάλης τιμῆς. Οἱ δὲ Μακάριοι μεγαλοφώνως ἔκραζον λέγοντες· «Χριστιανοὶ θὰ ἀποθάνωμεν! Χριστιανοὶ εἴμεθα, Χριστιανοὶ ἐγεννήθημεν καὶ Χριστιανοὶ θὰ ἀποθάνωμεν. Δὲν ἀρνούμεθα τὸν Χριστόν, ἔστω καὶ ἂν μεληδὸν μᾶς κατακόψητε· μόνον ὅ,τι θὰ κάμετε, κάμετέ το μίαν ὥραν ἐνωρίτερα, μὴ χάνετε καιρὸν ματαίως. Ἡμεῖς τὴν πίστιν μας δὲν τὴν ἀρνούμεθα ποτέ». Αὐτὰ τὰ ἤκουσεν ὁ ἴδιος ὁ πασᾶς ἀπὸ τὸ παράθυρον ὅπου ἐκάθητο, ἐπειδὴ μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ οἱ δύο τὰ ἐφώναζον. Ὅθεν ἔδωκε τὴν ἀπόφασιν νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσουν.

Παρευθὺς λοιπὸν ἁρπάσαντες τοὺς Ἁγίους οἱ αἱμοβόροι ἐκεῖνοι λύκοι τοὺς ἔσυραν ἔξω τοῦ κάστρου μὲ μεγάλην ταραχήν, ἔχοντες καὶ δύο γυμνὰ ξίφη ἔμπροσθεν τῶν ὀφθαλμῶν τῶν Ἁγίων διὰ νὰ δειλιάσωσι. Τοῦτο ἔκαμε τοὺς ὁρῶντας νὰ τρέμουν βλέποντες τὴν τόσην μανίαν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς δύο, τὸν Ἰωάννην, ἔκαμε τοῦτο νὰ δειλιάσῃ πρὸς ὥραν καὶ νὰ ἀλλοιωθῇ ἡ ὄψις του. Βλέπων δὲ τοῦτο ὁ Σταμάτιος τοῦ εἶπε· «Τί ἔπαθες, ἀδελφέ; ἐδειλίασες τοὺς κύνας; δὲν ἐνθυμεῖσαι τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, νὰ μὴ προδώσωμεν τὴν πίστιν μας; Πῶς τώρα φαίνεσαι δειλός; Παρακάλεσε τὴν Παναγίαν μας νὰ σοῦ δώσῃ δύναμιν». Αὐτὰ τὰ λόγια ἔδωσαν θάρρος εἰς τὴν Ἰωάννην. Ἐνῷ δὲ ἐξήρχοντο εἰς τὴν ἔξω τοῦ κάστρου πεδιάδα, τὴν λεγομένην Βουνάκι, ἔτρεχον πλῆθος πολὺ ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν. Οἱ δὲ Μακάριοι ἔκραζον μεγαλοφώνως. «Χριστιανοὶ εἴμεθα! Διὰ τὸν Χριστὸν ὑπάγομεν εἰς θάνατον»! Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ μέρος ὅπου εἶναι κατέναντι τῶν σφαγείων, κάτωθι τῆς Παλαιᾶς Βρύσης, ἐκεῖ τοὺς ἔστησαν νὰ τοὺς ἐρωτήσωσιν ἂν μετενόησαν καὶ ἀπεφάσισαν νὰ δεχθῶσι τὴν πίστιν τοῦ Μωάμεθ, ἄλλως θὰ τοὺς κόψουν, δείχνοντες συγχρόνως καὶ τὸ ξίφος. Τότε μὲ μεγάλην φωνὴν ἐξεφώνησαν καὶ οἱ δύο: «Ἀδελφοὶ Χριστιανοί, Χριστιανοὶ εἴμεθα καὶ διὰ τὸν Χριστὸν ἀποθνήσκομεν»! Καὶ μάλιστα τρισσῶς τὸ εἶπον· «Χριστιανοί, Χριστιανοί, Χριστιανοὶ εἴμεθα! δὲν ἀλλάζομεν τὴν πίστιν μας! Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου». Τότε παρευθὺς τοὺς ἀπεκεφάλισαν καὶ ἔλαβον οἱ μακάριοι τοὺς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως καὶ ἀνέβησαν στεφηφόροι εἰς τοὺς οὐρανοὺς νὰ συνευφραίνωνται αἰωνίως μετὰ τῶν Ἀθλητῶν καὶ Μαρτύρων.

Τὰ δὲ τίμια τῶν Ἁγίων λείψανα ἔμενον καταφρονημένα εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης. Ἔθεσαν δέ, εἰς τὸ μέσον τῶν δύο, εἰς χαρτίον γεγραμμένην τὴν αἰτίαν τῆς ἀποτομῆς των, ὅτι ἦσαν ἐναντίον τοῦ βασιλέως των καὶ κλέπται. Μετὰ δὲ τρεῖς ἡμέρας ἠγγάρευσαν μερικοὺς Χριστιανοὺς καὶ σύροντες αὐτὰ τὰ ἔφερον εἰς τὴν παραλίαν ὅπου ἐπιβιβάσαντες εἰς λέμβον τὰ ἔρριψαν εἰς τὴν θάλασσαν. Μερικοί δὲ φιλομάρτυρες Χριστιανοὶ ἔλαβον φροντίδα καὶ ἐπεμελοῦντο νὰ τὰ ἀνασύρουν, ἀλλὰ διὰ τὸν πολὺν φόβον ᾠκονόμησαν τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἑξῆς: Ἔδωκαν εἴδησιν εἰς φιλόχριστόν τινα καὶ φιλομάρτυρα Χριστιανόν. Γεώργιον τὸ ὄνομα, βυρσοδέψην τὴν τέχνην, νὰ προσέχῃ εἰς τὴν θάλασσαν ὅπου εὑρίσκετο πάντοτε διὰ τὸ ἔργον του μήπως καὶ ἐκβάλῃ τὰ ἅγια λείψανα ἔξω. Λαβὼν λοιπὸν τὴν φροντίδα ὁ καλὸς Γεώργιος ἐπρόσεχεν εἰς τοῦτο. Μετὰ τέσσαρας δὲ ἡμέρας, πνεύσας σφοδρὸς νότιος ἄνεμος ἐξέβαλε τὰ τίμια λείψανα εἰς τὸ μέρος τοῦ Λαναρίτου τῆς πανώλους, τὰ ὁποῖα λαβόντες οἱ Χριστιανοὶ ἐνεταφίασαν κρυφίως εἰς ἕνα χωράφιον, τὴν δὲ κάραν τοῦ Ἰωάννου δὲν εὗρηκαν εἰμὴ μόνον τοῦ Σταματίου.

Αὐτὸ εἶναι τὸ Μαρτύριον, ἀδελφοί, τῶν νέων Μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ Σταματίου καὶ Ἰωάννου, τῶν καλῶν αὐταδέλφων, καὶ Νικολάου τοῦ Συναθλητοῦ αὐτῶν, καθὼς μὲ ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν ἠδυνήθημεν νὰ μάθωμεν ἀπὸ φιλαλήθεις ἄνδρας, χωρὶς τινος προσθήκης. Οὕτως ἠγωνίσθησαν, οἱ καλλίνικοι νέοι, οὕτως ἀντέστησαν μέχρι τέλους φυλάξαντες τὸν θησαυρὸν τῆς εὐσεβοῦς πίστεως καὶ ὑπὲρ τῆς πίστεως τμηθέντες τὰς κεφαλάς. Ἦσαν δέ, ὡς λέγουν, κατὰ τὴν ἡλικίαν, ὁ μὲν Σταμάτιος ἐτῶν δέκα καὶ ὀκτώ, ὁ δὲ Ἰωάννης εἴκοσι καὶ δύο, ὧν ταῖς πρεσβείαις ἀξιωθείημεν καὶ ἡμεῖς φυλάξαι τὴν πίστιν ἀμώμητον μέχρι τέλους, συνοδευομένην μὲ ἔργα θεάρεστα, ἵνα καὶ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐπιτύχωμεν. Ἀμήν.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΟΙΝΟΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ