Ψυχοφελή

ΙΒΑΝ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΑΝΤΡΕΕΒΣΚΙ

ΕΝΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ

ΕΒΡΑΙΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

(Ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ θρησκευτικοῦ ἀγῶνα κατὰ τοῦ μπολσεβικισμοῦ)

Τὸ 1929, στὸ φοβερὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως τοῦ Σολοβκί, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ χειμώνα αὐξήθηκαν κατακόρυφα τὰ κρούσματα σκορβούτου. Μέχρι τὴν ἄνοιξη, ἀπὸ τοὺς 18.000 φυλακισμένους τοῦ IV τμήματος τοῦ ΣΛΟΝ (τὸ 4ο τμῆμα τοῦ Στρατοπέδου Εἰδικῆς Χρήσης Σολοβκὶ βρισκόταν πάνω στὸ ἴδιο τὸ νησί), ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσθενῶν ἔφτασε τοὺς 5.000. Σὲ μένα, ὡς φυλακισμένο γιατρό, μοῦ προτάθηκε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κανονική μου δουλειά, νὰ ἀναλάβω τὴ διεύθυνση ἑνὸς ἀπὸ τὰ νέα παραπήγματα σκορβουτικῶν, χωρητικότητας 300 ἀτόμων.

Ὅταν παρουσιάστηκα σὲ αὐτὸ τὸ παράπηγμα, μὲ ὑποδέχτηκε ἕνας νεαρὸς νοσοκόμος Ἑβραῖος μὲ ἕνα πολὺ ὄμορφο, πνευματικό πρόσωπο. Ἀποδείχτηκε ὅτι ἦταν τελειόφοιτος φοιτητὴς ἰατρικῆς. Τὸ νὰ ἔχεις ἕναν τόσο καταρτισμένο βοηθὸ ἦταν σπάνιο προνόμιο καὶ τεράστια ἀνακούφιση. Ὁ Ἀλεξάντρ Γιάκοβλεβιτς Για. – ἔτσι λεγόταν ὁ φοιτητής-νοσοκόμος – γύρισε μαζί μου ὅλο τὸ παράπηγμα καὶ μοῦ ἔδειξε ὅλους τοὺς ἀρρώστους. Γιὰ τὸν καθένα μοῦ εἶπε λεπτομερῶς τὸ ἱστορικό του καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ συμπτώματα τῆς νόσου. Οἱ ἀσθενεῖς ἦσαν ὅλοι σὲ πολὺ βαριὰ κατάσταση. Ματωμένα καὶ σαπισμένα οὖλα ἀπὸ τὴν ἑλκώδη σκορβουτικὴ οὐλίτιδα, τεράστια πρηξίματα στὶς ἀρθρώσεις, σκορβουτικὲς αἱμορραγίες σὰν μπλε κηλίδες στὰ ἄκρα – ὅλα αὐτὰ χτυποῦσαν στὸ μάτι μὲ μιὰ γρήγορη ματιά. Σὲ μιὰ πιὸ προσεκτικὴ ἐξέταση, πολλοὶ παρουσίαζαν βαριὲς ἐπιπλοκὲς στὰ ἐσωτερικὰ ὄργανα: αἱμορραγικὲς νεφρίτιδες, πλευρίτιδες καὶ περικαρδίτιδες, καθὼς καὶ σοβαρὲς παθήσεις τῶν ματιῶν («μάτια ψαριοῦ» – δηλαδὴ μάτια μὲ μιὰ κόκκινη στεφάνη γύρω ἀπὸ τὸν κερατοειδή).

Ἀπὸ τὶς ἐξηγήσεις τοῦ νοσοκόμου κατάλαβα ὅτι γνώριζε ἄριστα τὴ συμπτωματολογία, ἔκανε σωστὲς διαγνώσεις καὶ εἶχε σωστὴ πρόβλεψη γιὰ τὴν πορεία τῶν ἀσθενῶν. Μαθαίνοντας ὅτι ὁ Ἀλεξάντρ Γιάκοβλεβιτς δούλευε ἀσταμάτητα γιὰ ἕνα ὁλόκληρο εἰκοσιτετράωρο, τὸν ἔστειλα νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ἄρχισα νὰ ἐξετάζω τοὺς ἀρρώστους μόνος μου. Στὰ ἱστορικὰ ἦσαν γραμμένα ὅλα τὰ στοιχεῖα ταυτότητας, τὰ παράπονα καὶ τὸ ἱστορικό. Λόγω τοῦ τεράστιου ἀριθμοῦ τῶν ἀσθενῶν, ἀναγκάστηκα νὰ τοὺς ἐξετάζω πολὺ γρήγορα καὶ νὰ κρατῶ σύντομες σημειώσεις. Παρόλα αὐτά, ἡ ἐξέταση ποὺ ἄρχισε στὶς 8 τὸ πρωί, τελείωσε μόλις στὶς 3 μετὰ τὰ μεσάνυχτα, μὲ δύο διαλείμματα μισῆς ὥρας γιὰ φαγητό.

Τὴν ἑπόμενη μέρα πῆγα πάλι στὸ παράπηγμα στὶς 8 τὸ πρωὶ καὶ βρῆκα τὸν Ἀλεξάντρ Γιάκοβλεβιτς νὰ ἔχει ἤδη γυρίσει ὅλους τοὺς ἀρρώστους, νὰ ἔχει ἐκτελέσει ὅλες τὶς ὁδηγίες μου καὶ νὰ ἔχει συγκεντρώσει στοιχεῖα γιὰ τοὺς πιὸ βαριά (ὅπως φάνηκε, δούλευε ἀπὸ τὶς 12 τὸ μεσημέρι μέχρι τὶς 8 τὸ πρωί, δηλαδὴ 20 ὧρες, πάλι χωρὶς διάλειμμα). Τὸ πρόσωπό του ἦταν πρησμένο καὶ εἶχε φανερὰ σημάδια ἀπὸ ἄγριο ξυλοδαρμό. Στὶς ἐρωτήσεις μου μοῦ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς: Στὶς 7 τὸ πρωὶ ἐπισκέφτηκε τὸ παράπηγμα ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας (τὸ τμῆμα τῆς ΓΚΕ-ΠΕ-ΟΥ στὸ στρατόπεδο). Ὁ διοικητὴς ἦταν μεθυσμένος. Ρώτησε τοὺς ἀρρώστους ἂν εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν γιατρὸ καὶ τὸν νοσοκόμο. Μερικοί φυλακισμένοι δήλωσαν ὅτι ὁ γιατρὸς «φάνηκε» στὸ παράπηγμα μόλις ἀργὰ τὴ νύχτα καὶ εἶδε «βιαστικὰ» «μερικούς», χωρὶς νὰ βοηθήσει τοὺς βαριὰ ἀρρώστους, ἐνῶ ὁ νοσοκόμος βγῆκε χτὲς στὴ δουλειὰ μόλις στὶς 12 τὸ μεσημέρι.

Χωρὶς νὰ ἐρευνήσει ἂν τὰ παράπονα ἦσαν δίκαια, ὁ διοικητὴς χτύπησε τὸν νοσοκόμο πολλὲς φορὲς μὲ τὴ γροθιά του στὸ πρόσωπο καὶ διέταξε νὰ μοῦ ποῦν νὰ παρουσιαστῶ στὶς 12 τὸ μεσημέρι γιὰ «ἐξηγήσεις»…

Μὲ βαριὰ καρδιὰ συνέχισα τὴν ἐπίσκεψή μου. Μέχρι τὶς 11:30 εἶχα προλάβει νὰ ἐξετάσω ἐπιφανειακὰ ὄχι πάνω ἀπὸ 50 ἄτομα καὶ, παρὰ τοὺς πόνους καὶ τὶς φωνὲς τῶν ἄλλων ἀσθενῶν, ἀναγκάστηκα νὰ σταματήσω γιὰ νὰ πάω στὴν ἀνάκριση. Ἡ καθυστέρηση ἔστω καὶ ἑνὸς λεπτοῦ σήμαινε ἕναν μήνα στὸ πειθαρχεῖο κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες. Φεύγοντας, κάλεσα τὸν νοσοκόμο.

«Ἀλεξάντρ Γιάκοβλεβιτς», τοῦ εἶπα, «πρέπει νὰ πάω γιὰ ἀνάκριση… Βλέπετε πόσοι ὑποφέρουν… Θὰ μπορούσατε, παρόλο ποὺ δουλεύετε πάλι ἕνα εἰκοσιτετράωρο, νὰ μείνετε ἄλλες 2-3 ὧρες μέχρι νὰ γυρίσω;»

– «Φυσικά, γιατρέ!» ἀπάντησε πράα. «Θὰ μείνω νὰ δῶ τοὺς πιὸ βαριά… Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀναλάβω κάποιες πρωτοβουλίες καὶ νὰ κάνω ὅ,τι χρειάζεται μόνος μου;»

– «Παρακαλῶ», ἀπάντησα, «ἀφοῦ ξέρετε πολὺ καλὰ τὴ δουλειά. Μόνο νὰ σᾶς εὐχαριστήσω μπορῶ. Κι ἐγὼ θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξηγήσω στὸν διοικητὴ ὅτι σᾶς ἀδίκησε!»

«Ὦ, μὴν ἀνησυχεῖτε γιὰ μένα», ἀναφώνησε ζωηρά. «Καὶ μὴ μὲ ὑπερασπιστεῖτε… Χρειάστηκε νὰ περάσω πολὺ χειρότερα βάσανα χωρὶς νὰ φταίω, καὶ γι’ αὐτὰ μόνο τὸν Θεὸ εὐχαριστῶ… Θυμᾶστε τί ἔλεγε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος; “Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!”»…

– «Μὰ εἶστε χριστιανός;!» ρώτησα ἔκπληκτος. «Ναί, εἶμαι ὀρθόδοξος Ἑβραῖος!» ἀπάντησε χαμογελώντας μὲ χαρά.

Τοῦ ἔσφιξα σιωπηλὰ τὸ χέρι. «Στο επανιδεῖν λοιπόν, εὐχαριστώ, αὔριο θὰ τὰ ποῦμε περισσότερο, προσευχηθεῖτε γιὰ μένα!»… «Μείνετε ἥσυχος!» εἶπε μὲ αὐτοπεποίθηση. «Νὰ προσεύχεστε ἀσταμάτητα στὸν Φύλακα Ἄγγελό σας ὅση ὥρα θὰ εἶστε στὴν ἀνάκριση… Ὁ Κύριος μαζί σας, γιατρέ!»…

Ἔφυγα. Στὸν δρόμο προσευχόμουν στὸν Κύριο, στὴν Παναγία, στὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ στὸν Φύλακα Ἄγγελό μου, ἀκολουθώντας τὴ συμβουλὴ τοῦ Ἀλεξάντρ. Μπαίνοντας στὸ γραφεῖο τοῦ διοικητῆ, εἶπα μέσα μου μιὰ τελευταία προσευχή: «Προστάτεψέ με! Φώτισέ τον!»…

Ὁ διοικητὴς μὲ ὑποδέχτηκε σιωπηλὸς καὶ ἄγριος. Μοῦ ἔδειξε μιὰ καρέκλα. Κάθισα. «Πέστε μου, πότε κάνατε ἐπίσκεψη χτὲς καὶ γιατί ὁ βοηθός σας, αὐτὸς ὁ παλιοεβραῖος, βγήκε στὴ δουλειὰ μόνο τὸ μεσημέρι;»

Ζητώντας μυστικὰ τὴ βοήθεια τοῦ Ἀγγέλου μου, προσπάθησα νὰ εἶμαι ἤρεμος. Μὲ σταθερὴ φωνή, τοῦ ἐξήγησα τὰ πάντα: ὅτι ὁ νοσοκόμος εἶχε δουλέψει μέρα-νύχτα γιὰ νὰ ἑτοιμάσει τὸ παράπηγμα καὶ γι’ αὐτὸ τὸν ἔστειλα ἐγὼ νὰ ξεκουραστεῖ, ἐνῶ ἡ δική μου ἐπίσκεψη κράτησε μέχρι τὶς 3 τὸ πρωὶ ἐπειδὴ εἶχα 500 ἀρρώστους.

«Τότε γιατί παραπονέθηκαν τὰ καθάρματα;!» μὲ διέκοψε. «Θὰ τοὺς κλείσω στὸ πειθαρχεῖο!»

– «Δὲν φταῖνε αὐτοί», ἀπάντησα. «Εἶπαν τὴν ἀλήθεια. Σὲ αὐτοὺς ἔφτασα ὄντως στὶς 2 τὴ νύχτα».

– «Μάλιστα…» εἶπε ξύνοντας τὸ κεφάλι του. «Ἂντε, πηγαίνετε!»

Βγαίνοντας, πῆγα κατευθείαν στὸ παράπηγμα. Ἐκεῖ βρῆκα τὸν διευθυντὴ τοῦ ὑγειονομικοῦ, ἕναν γιατρὸ ποὺ μετὰ τὴν ποινή του εἶχε μείνει ὡς ὑπάλληλος. Οὔρλιαζε στὸν νοσοκόμο γιὰ τὴ βρώμα. «Γιατί ἀργήσατε κι ἐσεῖς;» φώναξε σὲ μένα. Τοῦ ἐξήγησα. Ἔφυγε.

«Γιατί θύμωσε μαζί σας;» ρώτησα τὸν Ἀλεξάντρ. «Γιατί μυρίζει ἄσχημα… τοῦ ἐξήγησα ὅτι τὸ 90% ἔχουν πληγὲς ποὺ σαπίζουν… τότε μοῦ φώναξε “βούλωσέ το!”, καὶ μετὰ ἤρθατε ἐσεῖς».

– «Πήγαινε νὰ κοιμηθεῖς τώρα», τοῦ εἶπα, «ἔλα στὶς 6 τὸ ἀπόγευμα».

Δουλεύοντας μέχρι τὶς 10 τὸ βράδυ, πρόλαβα νὰ δῶ τοὺς πιὸ βαριά. Ἐξαντλημένος, ἔγραψα μιὰ ἀναφορὰ ζητώντας βοηθούς, γιατὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ τα βγάλω πέρα μόνος. Τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ αἴτημά μου ἔγινε δεκτό. Ἦρθαν νέοι βοηθοὶ καὶ ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ ἀνθρώπινη.

Ἤθελα ἀπὸ καιρὸ νὰ συζητήσω μὲ τὸν Ἀλεξάντρ, ἀλλὰ δὲν προλαβαίναμε. Τελικά, τὴ μέρα τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, κατάφερα νὰ κανονίσω μιὰ «ἐπιθεώρηση» σὲ ἕνα μακρινὸ φυλάκιο γιὰ τοὺς δυό μας. Περπατήσαμε μέσα στὸ δάσος. Ἦταν μιὰ ὑπέροχη φθινοπωρινὴ μέρα. Καθήσαμε σὲ μερικοὺς κορμοὺς καὶ τὸν ρώτησα γιὰ τὴ ζωή του.

Μοῦ διηγήθηκε ὅτι ἦταν γιὸς ἐμπόρου ἀπὸ τὴν Πετρούπολη. Ὡς φοιτητὴς ἰατρικῆς, γοητεύτηκε ἀπὸ τὰ διηγήματα τοῦ Τολστόι, ἀλλὰ ἀργότερα ἕνας ὀρθόδοξος γιατρὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸν «ἀμύθητο θησαυρὸ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας». Βαπτίστηκε καὶ ἔγινε χριστιανός.

«Μετὰ τὴ βάπτιση», μοῦ εἶπε, «δὲν μπορούσα νὰ βλέπω τοὺς Ἑβραίους χωρὶς νὰ πονάω. Τοὺς θεωροῦσα χαμένους ἀνθρώπους ποὺ ἔπρεπε νὰ τοὺς φέρω στὸν Χριστό. Τοὺς ρωτοῦσα: “Γιατί δὲν εἶστε χριστιανοί; Διαβάσατε τὴν Προφητεία; Τί κακὸ ἔχετε νὰ πεῖτε γιὰ τὸν Χριστό;”»…

Οἱ κηρυγματικές του συζητήσεις ἔγιναν γνωστές. Συνελήφθη. Στὴν ἀνάκριση κήρυξε τὸν Χριστὸ στὸν ἀνακριτή, ἕναν ἄθεο Ἑβραῖο. Ἐκεῖνος ἐξαγριώθηκε καὶ τὸν ἔστειλε 3 χρόνια στὰ στρατόπεδα τοῦ Βορρᾶ. Ἐκεῖ, ἕνας θηριώδης διοικητὴς τοὺς ἀνάγκαζε νὰ ψέλνουν τὴν «Διεθνή». Ὁ Ἀλεξάντρ σώπαινε. Ὅταν τὸν χτύπησαν, ἄρχισε νὰ ψέλνει δυνατά, κοιτώντας τὸν οὐρανό: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς!» Τὸν ξυλοκόπησαν μέχρι ἀναισθησίας.

«Ὅταν συνῆλθα», συνέχισε, «μὲ ξαναανάγκασαν. Τότε ἔψαλα τὸ “Βασιλεῦ Οὐράνιε”. Καὶ ὤ τοῦ θαύματος, ὅσο πιὸ πολὺ μὲ χτυποῦσαν, τόσο μεγαλύτερη χαρὰ ἔνιωθα στὴν ψυχή μου…»

Μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του, ἐξορίστηκε στὴ Βιάτκα. Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ, τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ἦταν νὰ πάει στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ζητήσει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος τῆς Βιάτκα. Ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσει, ἀφοῦ δὲν εἶχε κανέναν ἄλλον. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, μιὰ γυναῖκα τὸν πλησίασε καὶ τὸν φιλοξένησε. Βρῆκε δουλειὰ ὡς ἀχθοφόρος.

«Ἔτσι ἔζησα ἥσυχα μισὸ χρόνο», κατέληξε, «ἀλλὰ τὴν ἄνοιξη μὲ ξανασυνέλαβαν, μοῦ ἔδωσαν 10 χρόνια καὶ ἔφτασα ἐδῶ, στὸ ἅγιο νησὶ τοῦ Σολοβκί… Τώρα μὲ βοηθοῦν οἱ ἅγιοι Ζωσιμᾶς καὶ Σαββάτιος».

Περπατώντας πιὸ βαθιὰ στὸ δάσος, βρήκαμε ἕνα μισογκρεμισμένο πέτρινο ἐκκλησάκι. Μπήκαμε μέσα καὶ εἴδαμε μιὰ παλιά, μεγάλη εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Σμολένσκ. Ἡ εἰκόνα ἦταν κατεστραμμένη, ἀλλὰ τὰ μάτια τῆς Παναγίας φαίνονταν πεντακάθαρα.

Ὁ Ἀλεξάντρ Γιάκοβλεβιτς ἔπεσε ξαφνικὰ στὰ γόνατα, σήκωσε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἄρχισε νὰ ψέλνει: «Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς»… Ἔψαλε μέχρι τέλους. Ὁ λαιμός μου εἶχε σφιχτεῖ, δὲν μπορούσα νὰ τραγουδήσω, ἀλλὰ ἡ ψυχή μου ἀγάλλονταν βλέποντας ἐκεῖνα τὰ δύο ζευγάρια μάτια: τὰ εὐσπλαχνικὰ μάτια τῆς Παναγίας καὶ τὰ δακρυσμένα μάτια τοῦ Ἀλεξάντρ.

Ἕναν μήνα μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ βόλτα, ὁ Ἀλεξάντρ συνελήφθη καὶ μεταφέρθηκε ἄγνωστο ποῦ…

Πέρασαν σχεδὸν 20 χρόνια, ἀλλὰ ἡ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ ὀρθόδοξου Ἑβραῖου ὁμολογητῆ νὰ προσεύχεται μπροστὰ στὴν Παναγία μένει ἀνεξίτηλη μέσα μου. Ἀκόμη ἀκούω τὴ φωνή του νὰ δοξάζει τὴν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ!».

 

 

Πηγή: Иван Михайлович Андреевский И.Μ. Православный еврей-исповедник. Православный еврей-исповедник – Иван Михайлович Андреевский – читать, скачать