Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΝΟΥ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

(Συμβουλές σε φοιτητές θεολόγους)

Ἐπειδή με ἐρωτήσατε γιά τήν φυλακή τοῦ νοῦ, ἄς ποῦμε τώρα μερικές συμβουλές. Ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, ὅταν ἀρχίζω νὰ ὁμιλῶ γιά τήν νοερά προσευχή ἤ γιά τήν φυλακή τοῦ νοῦ, αἰσθάνομαι ἐντροπή καί διστάζω νὰ ὁμιλήσω. Νὰ ὁμιλήσω γι᾿ αὐτό τό ὁποῖο δέν ἔχω; Τί λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅτι κανείς δέν εἶναι πτωχότερος ἀπό τόν νοῦν ἐκεῖνον πού φιλοσοφεῖ γιά τά καλά ἔργα, χωρίς νὰ ἀσχολεῖται μέ αὐτά. Ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού φορῶ τήν μάσκα καί θέλω νά ὁμιλῶ γι᾿ αὐτά τά ὁποῖα δέν κάνω καί οὐδέποτε τά ἔκαμα.

Ἀλλά πιστεύω ὅτι θὰ εἶναι ὠφέλιμα αὐτά γιά τόν δρόμο πού διαλέξατε νά ἀκολουθήσετε. Ἐπειδή αὐτή ἡ ζωή εἶναι μία μάχη, ὅπως λέγει καί ὁ Ἰώβ: «Μία μάχη καί ἕνας πειρασμός εἶναι κάθε στιγμή τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Καί γιά τήν ἀντιμετώπισι τοῦ κάθε πειρασμοῦ χρειάζεται ἱκανότητα καί τέχνη. Ὅπως εἶπε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι σ᾿ αὐτό τόν μεγάλο καί δύσκολο ἀγῶνα ἔχετε ἀνάγκη ἀπό ὑπομονή.

Καί εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, διότι πηγαίνετε σέ ξένες χῶρες, ὅπου συναντᾶτε ξένους ἀνθρώπους μέ ἄλλη πίστι, ὅπως προτεστάντες, καθολικούς καί ἄλλους. Καί ἐδῶ ὁ ὀρθόδοξος πρέπει νά φυλάττει τήν ψυχή του καθαρή, πού εἶναι πολύ ἀνώτερο καί πνευματικώτερο ἔργο ἀπό τήν φυλακή τοῦ νοῦ.

Ἡ φυλακή τοῦ νοῦ δείχνει πόση εἶναι ἡ σχέσις σου μέ τήν νοερά προσευχή, ὅπως εἶναι ἡ σχέσις σώματος καί ψυχῆς. Ἀπό τήν φυλακή τοῦ νοῦ μποροῦμε νά περάσουμε ἀμέσως στήν νοερά προσευχή. Καί παράλληλα μέ τήν φυλακή τοῦ νοῦ, συνακολουθοῦν καί ἄλλες πνευματικές ἐργασίες.

Ὁ ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Σιναΐτης λέγει τά ἑξῆς: «Κανείς δέν θα σκάψη στό κεφάλι τοῦ ταρτάρου», δηλ. ὅπως το θυμᾶμαι ἀπό τήν φιλοκαλία «χωρίς τήν φυλακή τοῦ νοῦ, δέν εἶναι κάτι σπουδαῖο ὁ ἄνθρωπος, ἔστω καί νά εἶναι ὁ σοφώτερος τῶν ἀνθρώπων».

Ἀλλά τί εἶναι ἡ φυλακή τοῦ νοῦ, κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων;

Εἶναι μία καθημερινή ἐργασία πολύ εὔκολη, ἡ ὁποία δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό σωματικούς κόπους, παρά μόνον ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἐργασία γεννᾶται ἐπίσης ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ! Ἐνῶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γεννᾶται ἀπό τήν πίστι στόν Θεό. Διότι καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει ὅτι, ὅποιος πιστεύει φοβᾶται. Ἐγώ δέν ἔχω κάποια αἰτία νά φοβᾶμαι κάποιον, ὅταν δέν εἶναι μπροστά μου. Ἐνῶ, ὅταν πιστεύω ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐνώπιόν μου, φοβοῦμαι!

Συνεπῶς, ἰδού πῶς ἀπό τήν πίστι στόν Θεό γεννᾶται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ γεννᾶται ἡ προσοχή στό νοῦ μας, δηλαδή ἡ φυλακή τοῦ νοῦ μας ἀπό τήν ἁμαρτία ἤ ὅπως λέγεται ἡ ἐπαγρύπνησις τοῦ νοῦ. Ὅταν ἀκοῦμε τούς Ἁγίους Πατέρες νὰ λέγουν: Φυλακή τοῦ νοῦ, διατήρησις τῆς προσοχῆς, ἡσυχία τοῦ νοῦ, προστασία τοῦ νοῦ, ἐπαγρύπνησις τοῦ νοῦ καί ὅλα αὐτά εἶναι το ἴδιο πρᾶγμα. Ὅπως ἐπίσης λέγομεν: Ψωμί, κομμάτι τοῦ ψωμιοῦ, φέτα ἀπό τό ψωμί, ὅλα ἀναφέρονται στό ψωμί, ἀλλά κάθε λέξι ἔχει καί μία εἰδική σημασία.

Φυλακή τοῦ νοῦ, κατά τούς Ἁγίους Πατέρες, σημαίνει τό ἑξῆς: Νὰ ἀγρυπνοῦμε μέ τό μυαλό μας, νά στεκώμαστε μέ τόν νοῦ μας, ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καί νά καλοῦμε τόν Χριστό λέγοντας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…» μέ τήν νοερά προσευχή.

Βλέπετε πόση σχέσι ἔχει ἡ νοερά προσευχή μέ τήν φυλακή τοῦ νοῦ; Διότι δέν ἀρκεῖ νὰ ἀγρυπνῶ ἐγώ. Αὐτό πού κάνω ἐγώ τώρα εἶναι καλό; Αὐτό πού σκέπτομαι τώρα εἶναι καλόν; Αὐτή ἡ σκέψις πού ἔχω στόν νοῦ μου εἶναι καλή; Ἤ αὐτή τήν ἀπόφασι πού παίρνω ἐγώ μέ τήν σκέψι τοῦ νοῦ μου εἶναι καλή; Δέν φθάνει αὐτό πού κάνω ἐγώ μέ τό μυαλό μου. Μοῦ ἔδωσε ὁ Πανάγιος Θεός μία δύναμι νά μέ ἐξουσιάζουν νοερές κινήσεις μέ τήν θέλησί μου ἤ ὄχι. Δέν βλέπεις τί λέγει ὁ Ψαλμωδός; «Κύριε μέ τό ὅπλο τῆς δυνάμεώς σου μᾶς ἐστεφάνωσας».

Ἀμέσως ἐπαγρυπνοῦμε, αἰσθανόμεθα μέ τόν νοῦ μας ἐάν πλησιάζει κάποια νοερά ἁμαρτία ἤ ἕνας κακός λογισμός, διότι κάθε λογισμός εἶναι ἕνα φίδι ἄλλων λογισμῶν. Δηλαδή εἶναι ἕνας διάβολος. Καί ὅταν τόν ἀντιληφθοῦμε ὅτι πλησιάζει, πρέπει νά τόν ἐμποδίσουμε καί μέ τό ὅπλο τῆς θελήσεώς μας  νά μή τόν δεχθοῦμε. Διότι ἔχουμε αὐτή τήν δύναμι ἀπό τόν Θεό νά τό κάνουμε.

Ἀλλά ἡ δύναμίς μας εἶναι ἀδύνατη καί ἀσθενική, ὅπως λέγει καί ἡ εὐχή τῆς χειροτονίας. Καί τότε τί θά γίνη; Ἐπαγρυπνοῦμε, ἀνάλογα μέ τήν δύναμί μας. Νὰ ἰδῆ ὁ Θεός τήν προαίρεσί μας ὅτι θέλουμε τό καλλίτερο καί ὅτι πολεμοῦμε τό κακό. Καί χωρίς λάθη νά κρατοῦμε ἐπικοινωνία μέ τόν Κύριο, καλώντας Τον μέ τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ….».

Ἀλλά κανείς νά μή στηρίζεται στήν ἐπαγρύπνησι αὐτή ἤ στήν δύναμι τῆς θελήσεώς του ἐναντίον τοῦ κακοῦ, διότι θά ἐξαπατηθῆ ἀπό τόν διάβολο. Γι᾿ αὐτό ὁπωσδήποτε ἡ θέλησίς καί ἡ ἐπαγρύπνησίς μας νά ἐνισχύωνται ἀπό τήν δύναμι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό ἐπαγρυπνοῦμε καί μέ τήν θέλησί μας ἀρνούμεθα νά ὑποταχθοῦμε στήν πρόκλησι τοῦ πονηροῦ, λέγοντας πάντοτε τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…».

Αὐτές οἱ τρεῖς δυνάμεις παραμένουν ἀχώριστες ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη. Διότι, ἐάν δέν καλοῦμε τόν Κύριο Ἰησοῦ…, δέν ἐπιτυγχάνουμε νά ἀπαλλαγοῦμε οὔτε ἀπό ἕνα εἶδος κακοῦ λογισμοῦ. Διότι Αὐτός μᾶς εἶπε στό Εὐαγγέλιο: «Μένετε μαζί Μου καί Ἐγώ μαζί σας, διότι χωρίς Ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε». Πολύ σαφῆ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Ἐνῶ ὁ Ψαλμωδός μᾶς λέγει: «Κάλεσε τόν Κύριο σε ἡμέρα τῆς θλίψεώς σου καί θά σέ λυτρώσει». Ἤ ἀλλοῦ λέγει: «Θά σέ ἀκούση ὁ Κύριος σέ ἡμέρα τῆς στενοχώριας σου…». Ἐάν, λοιπόν, καλέσουμε τόν Θεό, θά μᾶς βοηθήσει.

Ἔτσι καί ἐσύ παιδί μου! Καί ἡ προστασία τοῦ νοῦ μας καί ἡ θέλησίς μας ἐναντίον τοῦ κακοῦ εἶναι ἀναγκαία, ἀρκεῖ νὰ ζητᾶμε καί τό δῶρο τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπίκλησις τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, νά μή σταματᾶ μέσα μας, μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. «Ὅποιος ἐπικαλεῖται το Ὄνομα τοῦ Κυρίου, θά σωθῆ».

Τώρα ὑπάρχει καί τέταρτη ἐργασία: Μᾶς χρειάζεται ἡ ταπείνωσις! Μαζί μέ τήν νοερά προσευχή καί τήν φυλακή τοῦ νοῦ νά ἔχουμε καί μεγάλη ταπείνωσι τῆς καρδιᾶς μας καί ἐπίγνωσι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ναί! Διότι, ἐάν ἐγερθῆ μέσα μας ἡ ἐγωϊστική σκέψις τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ προβολή καί ἡ αὐτοεκτίμησίς μας, ἀμέσως μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Κύριος καί μᾶς ἀφήνει μέ τίς δικές μας ἀσθενικές ἀνθρώπινες δυνάμεις. Καί τότε τί μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος χωρίς τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ; Διότι εἶπε κάποτε ὁ Θεός στόν Ἰσραήλ: «Νά μήν ἐξέλθης στόν πόλεμο χωρίς Ἐμένα!  Ξέρεις τί ἔπαθε ὅταν βγῆκε στόν πόλεμο μέ τούς Ἀμορραίους, χωρίς νά ζητήσει τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ!

Αὐτή ἡ παραφρόνησις -νά εἰπῶ ἔτσι- αὐτή ἡ ἀλαζονεία τοῦ νοῦ, αὐτή ἡ παράτολμη ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου νά αἰχμαλωτισθῆ ὁ νοῦς του ἀπό τό κακό κι ἀπό τήν δύναμι τοῦ θελήματός του προέρχεται ἀπό τήν φιλαυτία του, δηλαδή τήν παράλογη ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι ὁ ἐγωϊσμός του! Δηλαδή, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, μητέρα τῶν ἁμαρτιῶν μας εἶναι ἡ φιλαυτία μας. Διότι ἀπ᾿ αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, γεννᾶται ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ἔπαρσις καί ὅλα τά ἄλλα κακά.

Ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας πρῶτα ἀπ᾿ὅλα γεννᾶται: Ἡ συμπάθεια πρός τόν ἑαυτό μας, ἡ δικαίωσις τοῦ ἑαυτοῦ μας γιά κάθε λάθος καί ἀδυναμία μας, ἡ εὐχαρίστησις τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ προβολή τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ δόξα τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ χαρά καί ἀπόλαυσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, καί ἀγάπη πρός τίς σκέψεις καί τούς λογισμούς μας. Κατόπιν, ἔρχεται ἡ φαντασία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ ἱκανοποίησις τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ αἴσθησις ὅτι εἴμεθα «κάτι κι ἐμεῖς», ἡ ἔπαρσις, ἡ ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας, ἡ πεποίθησις στόν ἑαυτό μας καί ἐάν θέλεις νά στά ἐξηγήσω ὅλα θὰ ἰδοῦμε ἕνα πλῆθος ἀπό διακλαδώσεις μέ αὐτό τό πάθος.

Κατόπιν ἔρχεται ὁ θάνατος τοῦ νοῦ καί τῆς ψυχῆς, πρίν ἀπό τόν θάνατο τοῦ σώματος, κι αὐτός εἶναι ἡ ἀναισθησία τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία κατά τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, δέν εἶναι μόνο ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί ὁ θάνατος τοῦ νοῦ. Ἀναισθησία εἶναι ὁ θάνατος τοῦ νοῦ καί ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, πρίν ἀπό τόν σωματικό θάνατο.

Ἐάν χάλασε ὁ ὀφθαλμός σου, αὐτό εἶναι σκοτάδι γιά τό σῶμα σου. Ἀλλά καί ἡ ψυχή πεθαίνει, μέσῳ τοῦ θανάτου τοῦ νοῦ καί ἀπ᾿ ἐδῶ καί πέρα ὁ διάβολος βασιλεύει ἐπάνω σε ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Αὐτό συμβαίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του καί τήν πεποίθησι ὅτι μπορεῖ μέ τίς δυνάμεις του νά φυλάγει τόν νοῦ του. Καί μάλιστα, ὅταν λέγει: «Ἐγώ εἶμαι σοφός ἄνθρωπος. Γιατί νά σταθῶ σέ προσευχή; Γιατί νά γονατίσω καί νά παρακαλέσω τόν Ἰησοῦ; Ἐγώ ξέρω νά φυλάγωμαι ἀπό τήν ἁμαρτία! Ἐγώ δέν ξέρω τί εἶναι ἡ ἁμαρτία;»

Ὅταν βλέπει ὁ Θεός στήν ψυχή μας αὐτή τήν ἐμπιστοσύνη πού ἔχουμε στόν ἑαυτό μας, μᾶς ἀφήνει νά πέσουμε στά χέρια τοῦ διαβόλου. Τότε ὁ πειρασμός μᾶς δείχνει, ὅσο μποροῦμε να ἰδοῦμε, τί μποροῦμε νά κάνουμε χωρίς τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ καί χωρίς το ἔλεός Του. Γι᾿ αὐτό ἡ ψυχή μας σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας σφάλλει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Νά ἔχετε αὐτή τήν πεποίθησι ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωσι πού νά μή παροργίζουμε τόν Θεό σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Ἀκόμη, δέν ὑπάρχει περίπτωσις πού νά μήν ἔχουμε τήν ἀνάγκη καθημερινά τῆς βοηθείας Του.

Ἡ ψυχή, ὅταν σφάλλει μέ τόν λογισμό, μετά μέ κάθε τρόπο ἐπιθυμεῖ νά κάνη τήν ἁμαρτία. Ὁπότε πρέπει ἐγκαίρως νά καταφύγει στόν Θεό νά ζητήσει τό ἔλεός Του, τήν συγχώρησι καί τήν βοήθειά Του γιά τήν ἐκδίωξι τοῦ κακοῦ λογισμοῦ. Καί, ἐάν στηριχθῆ στήν ἐξυπνάδα καί στήν διανοητική του ἱκανότητα λέγοντας: «Ἐγώ γνωρίζω πολλά! Ἐγώ μπορῶ νά κάνω πολλά πράγματα!, ἄκουσε τί λέγει ἡ Γραφή μέ τό στόμα τοῦ Σολομῶντος: «Αὐτός πού ἐμπιστεύεται στόν ἑαυτό του, θά πέση μέ δυνατή πτῶσι». Ἐμπιστεύθηκες στόν ἑαυτό σου, ὁπότε δέν ἔχεις πλέον ἀνάγκη τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ! Σκέπτεσαι καί λέγεις: «Μπορῶ κι ἐγώ νά κάνω κάτι!» Καί τότε ὁ Θεός σοῦ δείχνει τί μπορεῖς νά κάνεις! Ὅτι χωρίς Αὐτόν δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε. Καί στήν προσοχή τοῦ νοῦ μας, πρέπει να αἰσθανώμεθα ὅτι γύρω μας ἔχουμε τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη σε κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας.

Στήν Ἁγία Γραφή ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «Ἐνώπιον τῆς ταλαιπώρου Βαβυλῶνος, καί παρακάτω γράφει, ὅπως ψάλλουμε: «στόν ποταμό τῆς Βαβυλῶνος, μακάριος εἶναι ἐκεῖνος πού θά πιάσει καί θά κτυπήσει τά νήπια ἐπάνω στήν πέτρα» (Ψαλμ. 136, 8-9). Ἰδού ποιόν μακαρίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτός πού θά πάρει τά παιδιά τῶν θυγατέρων τῆς Βαβυλῶνος καί θά τά συνθλάσει ἐπάνω στήν πέτρα.

Ἡ ἑρμηνεία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Φιλοκαλίας εἶναι ἡ ἑξῆς: «Θυγατέρα της Βαβυλῶνος εἶναι ὁ νοῦς μας. Ἡ λέξις βαβυλώνα σημαίνει «ἀνακάτωμα, σύγχυσις». Ἐπειδή ὁ νοῦ μας πάντοτε συγχύζεται μέ καλούς καί κακούς λογισμούς, πού γεννῶνται ἀπ᾿ αὐτή τήν σύγχυσι.  Ὁπότε τά νήπια τῶν θυγατέρων τῆς Βαβυλῶνος εἶναι οἱ λογισμοί τοῦ νοῦ μας, οἱ ὁποῖοι γεννῶνται μέσα μας.

Καί ποιός εἶναι μακάριος; Εἶναι ἐκεῖνος πού προσέχει τόν νοῦ του καί, ὅταν ἰδεῖ, ὅτι γεννήθηκε μέσα στόν νοῦ του ἕνα νήπιο -ἕνας κακός λογισμός- τόν πιάνει ἀπό τό πόδι καί τόν συντρίβει ἐπάνω στήν πέτρα πού εἶναι ὁ Χριστός. Πῶς σοῦ ἔρχεται κάθε φορά ἕνας κακός λογισμός στό μυαλό σου! Ἐσύ ἅρπαξέ τον καί πέταξέ τον στόν Χριστό, λέγοντας ἀμέσως τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ τόν ἁμαρτωλό!» Ἔρχεται ἕνας λογισμός τῆς πορνείας; Ἀμέσως τήν προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ….». Ἔρχεται ἕνας λογισμός τῆς ὀργῆς, πέταξέ τον στήν πέτρα, πού λέγεται Χριστός. Ἔρχεται ἕνας λογισμός ἀλαζονείας; Ἀμέσως τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…». Ἔρχεται ἕνας λογισμός φθόνου καί ἀντιζηλίας; Λέγε τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…».

Κτύπα στήν πέτρα τά παιδιά τῆς θυγατέρας Βαβυλῶνος, δηλαδή τούς κακούς λογισμούς τοῦ νοῦ, ὅσο ἀκόμη παραμένουν μικροί, διότι κατόπιν τό κακό θά εἶναι χειρότερο.

Αὐτά τά νήπια τῆς κόρης τῆς Βαβυλῶνος, τά σκοτώνει ἡ χάρις καί ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ! Ὁ Χριστός στήν Ἁγία Γραφή τρεῖς φορές ὀνομάζεται πέτρα: Πέτρα πού εἶναι κεφαλή τῆς γωνίας (ἀκρογωνιαῖος λίθος). Εἶναι ἡ πέτρα πού δέν κόπηκε ἀπό ἀνθρώπινο χέρι (ἀχειρότμητος λίθος), πού κατέβηκε ἀπό τό βουνό, γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Προφήτης Δανιήλ καί ἡ πέτρα ἀπό τήν ὁποία ἐξῆλθε τό νερό, ὅταν τήν ἐκτύπησε μέ τήν ράβδο του ὁ Μωϋσῆς, πού συμβολίζει τήν πλευρά τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν ὁποία ἐξῆλθε νερό καί αἷμα».

Ἐμεῖς, ἐάν ἐμπιστευόμεθε στόν ἑαυτό μας καί στήν δύναμι τῶν ἀρετῶν μας, στήν διανοητική μας δύναμι, στίς φιλοσοφικές μας γνώσεις, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν παραμένει μαζί μας.

Ὅταν το Ἅγιο Πνεῦμα θὰ αἰσθανθῆ ἀμέσως μία μικρή σκέψι ὑπερηφανείας -ὁ Θεός νά μᾶς φυλάγει- ἀφήνει τόν ἄνθρωπο στίς δικές του προσωπικές δυνάμεις. Καί τότε βλέπουμε ὅτι ἀρχίζουμε νά πέφτουμε: εἴτε μέ τόν νοῦ μας, εἴτε μέ τά λόγια μας, εἴτε μέ τά ἔργα μας-ὁ Θεός νά μᾶς φυλάγει-πτῶσις ἡ ὁποία μᾶς ἀπομακρύνει πολύ ἀπό τόν Θεό. Ἐνῶ αὐτός πού ἔχει τήν ἐσωτερική ἐργασία τῆς παρακολουθήσεως τῶν λογισμῶν του, εἶναι ἄγρυπνος ἀπέναντι στίς κινήσεις τοῦ νοῦ του. Ἐμένα δέν μέ συμφέρει νὰ ἐπαγρυπνῶ μέ τίς δικές μου δυνάμεις, γιατί μετά θά πρέπει νά πολεμήσω τήν ἁμαρτία. Ἐπαγρυπνῶ, ἀλλά καλώντας σέ βοήθεια τόν Χριστό, λέγοντας τήν νοερά προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ».

Ὁ βασικός νόμος τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι αὐτός: «Νά προσέχω, νὰ ἀντιδρῶ καί νά καλῶ σέ βοήθεια τόν Χριστό. Αὐτή ἡ ἐσωτερική ἐργασία τῆς προσοχῆς τοῦ νοῦ. Διότι ἡ θυγατέρα τῆς Βαβυλῶνος-δηλαδή ὁ νοῦς μας, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, γεννάει πάντοτε νήπια -κακούς λογισμούς! Ἐμεῖς νά τούς συντρίψουμε στήν πέτρα πού εἶναι ὁ Χριστός, λέγοντας τήν εὐχή.

Το Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς μακαρίζει λέγοντας: «Μακάριοι ὅσοι ἔπιασαν καί ἐσκότωσαν τά νήπιά τους ἐπάνω στήν πέτρα». Τήν στιγμή πού τόν κακό λογισμό, τόν ἐκτύπησες στήν πέτρα, τόν Χριστό, ἐσκότωσες τό νήπιο τῆς θυγατέρος τῆς Βαβυλῶνος. Μᾶς μακαρίζει λοιπόν  το Ἅγιο Πνεῦμα, διότι δέν εἴχαμε τήν δύναμι νά σκοτώσουμε τά νήπια (λογισμούς) ἐμεῖς, ἀλλά τά ἐρίξαμε στήν πέτρα, τόν Χριστό.

Ἄκουσες τήν Γραφή πού λέγει μέ τό στόμα τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Τά πρωϊνά ἐφόνευσα ὅλους τούς ἁμαρτωλούς τῆς γῆς, γιά νά χαθοῦν ὅλοι ἀπό τήν πόλι τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται στήν παρανομία!» Ἄκουσες πότε πρέπει νά σκοτώσεις ὅλους τούς ἁμαρτωλούς; Δηλαδή τούς κακούς λογισμούς; Τά πρωϊνά! Οἱ ἁμαρτωλοί λογισμοί ἀνατέλλουν ἀπό τόν νοῦ μας, ὅπως παλαιότερα τά νήπια τῶν θυγατέρων τῆς βαβυλῶνος, τά ὁποῖα ἐγεννοῦντο σ᾿ αὐτήν. Καί δέν μᾶς λέγει ἡ Γραφή νά τούς φονεύουμε τό μεσημέρι ἤ τό βράδυ, ἀλλά ἀπό τό πρωΐ, ὅταν ἐμφανίζωνται στόν νοῦ μας οἱ ἁμαρτωλοί τῆς γῆς, δηλαδή τά κακά μας νοήματα. Καί εἶναι γνωστόν ὅτι σκοτώνονται μέ τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἰ πονηροί λογισμοί πού δέν θά ἐκδιωχθοῦν γρήγορα, θά ὁδηγήσουν στά παράνομα ἔργα. Τί μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «Ἔε μοναχέ, κυριάρχησε ἐπάνω στούς λογισμούς σου, διότι ἐάν δέν τό κάνεις, δέν θά μπορεῖς νά ἐξουσιάζεις κατόπιν τά κακά σου ἔργα!»

Κάθε ἁμαρτία ἀπό τόν λογισμό προέρχεται. Καί ἐάν φονεύουμε κάθε πρωΐ τούς ἁμαρτωλούς ἀπό τήν πόλι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ψυχή μας, θά μένει πάντα καθαρή. Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς μᾶς λέγει τά ἑξῆς: «Ὁ νοῦς πού ἀγαπᾶ τόν Χριστό, δέν δέχεται τόν κακό λογισμό, ἀπό τήν στιγμή πού ἀνατέλει μέσα στό μυαλό του». Αὐτός πού ἀγαπᾶ τόν Χριστό, δέν τόν ἀγγίζει κακός λογισμός, διότι λέγει τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…». Κάλεσε τόν Χριστό, ἐάν τόν ἀγαπᾶς καί μή συζητᾶς μέ τόν ἐμπαθῆ λογισμό σου. Μή γλυκαίνεσαι μέ τήν παρουσία του. Οὔτε, ἀφοῦ γλυκανθῆς μέ τόν ἐμπαθῆ λογισμό, μετά νά εἰπῆς: «Ἀλλοίμονο, αὐτοί οἱ λογισμοί εἶναι ἁμαρτωλοί. Μέ ἔβγαλαν ἀπό τήν ὡραία καί εἰρηνική κατάστασι πού ἤμουν καί μέ ἔριξαν στίς βρώμικες σαρκικές ἐπιθυμίες». Ἀλλά ἀπό τήν ἀρχή νά εἰπῆς τήν εὐχή τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…».

Ὁ θεῖος Πατήρ Εὐφραίμ ὁ Σῦρος λέγει τά ἑξῆς: «Ὅταν στέκεσαι σέ προσευχή καί δέχεσαι ἀκάθαρτους λογισμούς, ὁμοιάζεις μέ τήν νύμφη ἡ ὁποία πορνεύει μέ τό νά βλέπει τόν νυμφίο της. Λογοδόθηκε μέ τόν νυμφίο της καί στήν συνέχεια πορνεύει! Εἶναι μέ τόν νυμφίο της καί πορνεύει μέ ἄλλον μέ τά αἰσθήματά της. Πόσο μισητή εἶναι αὐτή ἡ νύμφη στόν νυμφίο της, ὅταν τήν βλέπει νά πορνεύει με ἄλλον μπροστά του!

Ὁπότε ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος βλέπει τά πάντα, βλέπει ὅτι ἐμεῖς, στόν καιρό τῆς προσευχῆς δεχόμεθα αἰσχρούς λογισμούς καί ἡ ψυχή, ἀντί νά ἑνώνεται μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἑνώνεται μέ τόν διάβολο καί πορνεύει ἐνώπιόν Του. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει: «Συνέδεσα ἐσένα νύμφη μέ τόν νυμφίο σου μέ μία αἰώνια ἀγάπη, καί ἔχω μεγάλο φόβο νά μή πληγωθοῦν οἱ καρδιές σας, ὅπως ἡ καρδιά τῆς Εὔας ἀπό τόν σατανᾶ. Ἀλήθεια! Ἐάν μᾶς ἕνωσε μέ τήν ἁμαρτία, ἐνώπιον  τοῦ Θεοῦ, μέ τόν διάβολο μᾶς ἕνωσε καί ὄχι μέ τόν Χριστό. Καί τότε, ὁ Νυμφίος Χριστός λέγει: Ἰδού νύμφη μου-ψυχή μας-ἑνώθηκε μέ τόν διάβολο καί νομίζει ὅτι προσεύχεται σέ Μένα! Στέκεται στήν προσευχή καί πορνεύει μέ τούς δαίμονες». Διότι κάθε ἐμπαθῆ λογισμό πού δεχόμεθα, εἴμεθα μπερδεμένοι μέ τόν διάβολο αὐτοῦ τοῦ συγκεκριμένου πάθους, τό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ στήν κόλασι.

Μᾶς λέγει καί ὁ ἅγιος Ἠσύχιος:  «Στήν ὥρα τῆς νοερᾶς προσευχῆς, συμπλέκονται στόν νοῦ τρεῖς ὑποδιαιρέσεις νοερές: Εἶναι ὁ νοῦς τῆς θείας δυνάμεως, ὁ νοῦς τῶν δαιμονικῶν ἐπιθέσεων καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνθρώπινος νοῦς στέκεται στό μέσον καί ἔχει τέτοια δύναμι νά κυβερνᾶ τόν ἑαυτό του, ἔτσι ὥστε καί ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους νὰ ἔλθουν, δέν μποροῦν νά τόν κλονίσουν.

Γι᾿ αὐτό μᾶς λέγει καί ἡ Γραφή:  «Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί τόν ἄφησε ἐλεύθερο νὰ ἀποφασίζει. Ἐνῶ τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως θά μᾶς ζητήσει λογαριασμό. Καί ἐμεῖς θά τοῦ εἰποῦμε: «Δέν μποροῦσα, Κύριε!». Δέν ἤθελες! Ἐγώ σε ἐπροίκισα μέ δύναμι. Διότι οὔτε οἱ Ἄγγελοι δέν ἀναγκάζουν τόν ἄνθρωπο στά καλά ἔργα, οὔτε καί οἱ δαίμονες μποροῦν νά τόν πιέσουν στά κακά ἔργα. Ὅταν ὁ διάβολος ἐξηπάτησε τήν Εὔα στόν Παράδεισο εἶχε τήν δύναμι, πού χρειαζόταν γιά νά κλονίσει τήν λίγη νοερά δύναμι τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή νά τόν παρακινήσει μέσῳ τοῦ νοῦ του νά κάνει τό κακό, ἀλλά δέν τόν ἐξηνάγκασε.

Ἴσως νά εἰποῦμε τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως: «Κύριε, ὁ διάβολος μέ ἔσπρωξε νά πάω σ᾿ αὐτή τήν γυναῖκα». Τότε μπορεῖ νά εἰπῆ ὁ διάβολος: «Κύριε, νά σοῦ φέρω μάρτυρες! Ποιός μέ εἶδε νά παίρνω τόν ἄνθρωπο ἀπό τό χέρι; Ὁ διάβολος μέ ἔφερε στήν ταβέρνα, λέγει ἄλλος. Τότε ὁ διάβολος ἀπήντησε: «Κύριε, νά μοῦ φέρεις μάρτυρες». Εἶδε κάποιος τόν διάβολο νὰ ὁδηγεῖ κάποιον ἀπό τό χέρι στήν ταβέρνα; Κύριε, μέ ἔφερε ὁ διαβολος στό καζίνο». Καί ὁ διάβολος μπορεῖ νά τοῦ ἀπαντήσει: «Κύριε, αὐτός ἦταν πόρνος καί φίλαυτος, ἀγαποῦσε τόν ἑαυτό του καί μόνος του προσφέρθηκε νά νικηθῆ ἀπό τό πάθος. Ἐγώ τοῦ ἔφερα τόν λογισμό, πού τοῦ ἀρέσει καί ἐκεῖνος τόν ἀκολούθησε. Καί οἱ θεῖες Δυνάμεις τόν παρεκίνησαν νά κάνη τό καλό καί δέν ὑπήκουσε.

Ὁπότε, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνάμεσα στίς θεῖες Δυνάμεις καί στίς δαιμονικές χορεῖες. Καί ὅταν αἰσθάνεται νά τόν πειράζουν οἱ δαίμονες ἀπό ἀριστερά, τρέχει στόν Ἰησοῦ διά τῆς προσευχῆς καί τότε οἱ θεῖες Δυνάμεις χαίρονται, διότι ἡ νίκη ἦταν δική μας, τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν, σταθοῦμε σέ διάλογο μέ τούς λογισμούς καί γλυκαινόμεθα ἀπ᾿ αὐτούς, ὅλο τόν καιρό εἴμεθα σέ διάλογο μέ τούς δαίμονες. Γι᾿ αὐτό στό Γεροντικό δέν πρέπει νά μιλᾶμε γιά πάθος, ἀλλά: Ὁ τάδε πολεμήθηκε ἀπό τόν δαίμονα  τῆς πορνείας, ἤ ἀπό τόν διάβολο τῆς ὀργῆς, ἤ ἀπό τόν διάβολο τῆς ἀκηδίας, διότι σέ κάθε πάθος εἶναι ἀπό πίσω ὁ διάβολος.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστόμος λέγει: «Μεγάλος διάβολος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Καί ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος λέγει: «Ὅσες ἁμαρτίες ἔχει ὁ ἄνθρωπος στόν νοῦ καί στήν καρδιά, τόσοι δαίμονες ὑπάρχουν μέσα του. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής λέγει: «Πάρα πολύ προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν οἱ δαίμονες, ὅτι δέν ἔχουμε δαίμονες μέσα μας». Καί λέγει: «ὅσα πάθη ἔχουμε, τόσοι εἶναι καί οἱ δαίμονες μέσα μας».

Κάθε πάθος εἶναι καί ἕνας διάβολος. Δηλαδή: Ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀλαζονεία, ἡ κενοδοξία, ἡ ὑποκρισία, ἡ ἔπαρσις, ἡ πονηρία, ἡ ἀντιζηλία, τό πεῖσμα, ὁ φθόνος, ἡ ὀργή, ἡ ἀνυπομονησία, ἡ ἀχαριστία, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ διάχυσις τοῦ νοῦ, ἡ ἀγνωμοσύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον, ἡ διατήρησις στόν νοῦ τοῦ κακοῦ, ἡ κακολογία, ἡ συκοφαντία, τό ψέμμα, τό κακό ἀστεῖο, τό προκλητικό γέλιο. Καί ἀκόμη πιό πέρα, ὅπως εἶναι: Ἡ προβολή, ἡ ἐκδικητικότης, ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλαρέσκεια καί μπορῶ γιά ὁλόκληρες ὧρες νά λέγω, χωρίς νά τελειώνω τί ὑπάρχει μέσα στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό πλῆθος τῶν σκοτεινῶν παθῶν καί ἁμαρτιῶν.

Καί ἰδού πόσους διαβόλους ἔχουμε μέσα μας! Μπορεῖ κάποιος νά λέγει: «Α! Ἐγώ δέν εἶμαι τόσο ἁμαρτωλός! Εἶμαι τόσα χρόνια στό μοναστήρι, μέ γυναῖκες δέν ἔζησα, οὔτε ξέρω τί εἶναι ἡ γυναῖκα». Καί ὅμως εἴμεθα πολλοί ἁμαρτωλοί σέ κάθε ὥρα, διότι σφάλλουμε κάθε ἡμέρα καί νύκτα μέ τόν λογισμό καί τίς νοερές παραστάσεις! Διότι λέγει ὁ ἅγιος Πατήρ Ἐφραίμ ὁ Σῦρος: «Ἀδελφοί μου, μή μένετε στήν ἀκηδία, διότι οἱ ἁμαρτίες μέ τούς λογισμούς ἄς φαίνονται μικρές. Ὅμως δέν εἶναι καθόλου μικρές. Ὁ Χριστός μᾶς ἐδίδαξε ὅτι πορνεύει ὁ ἄνθρωπος καί ὅταν μόνο ἐπιθυμήση γυναῖκα καί σκοτώνει τόν ἀδελφό του, ὅταν καί μόνο τόν μισήσει. Καί αὐτά τά βαρειά ἁμαρτήματα γίνονται μέ τόν λογισμό. Ὁπότε ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς γίνεται πόρνος καί φονιᾶς κάθε ἡμέρα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πόση μετάνοια μᾶς χρειάζεται.

Ὁ Νόμος τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ἀφ᾿ ὅτου ἦλθε ἔβγαλε τήν ἁμαρτία ἀπό τήν ρίζα. Δέν ἦλθε νά ψαλιδίσει τήν ἁμαρτία ἀπό ἐπάνω, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς στά φυτά καί ἀφήνουμε τήν ρίζα.

Καί ποιός ἦταν ὁ παλαιός Νόμος; Νά μή κλέψεις, νά μή πορνεύσεις νά μή σκοτώσης, νά μή λέγεις ψέμματα… Ὁ παλαιός Νόμος σταματᾶ τό ἔργο τῆς ἁμαρτίας. Ἐνῶ ὁ νόμος τῆς Χάριτος ξεριζώνει τήν ἁμαρτία ἀπό τήν ρίζα, διότι ρίζα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἐπιθυμία. Νά μή ἐπιθυμεῖς τήν γυναῖκα τοῦ πλησίον σου…ὅπως λέγει ἡ δεκάτη ἐντολή, διότι γίνεσαι πόρνος. Καί τότε ξεριζώνεις τήν ἁμαρτία ἀπό τήν ρίζα! Διότι ἀπό τήν ἐπιθυμία γεννᾶται ἡ ἁμαρτία. Βγάλε τό τριβόλι, τήν ὥρα πού φυτρώνει!

Καί ὅσο ὁ Νόμος τῆς Χάριτος εἶναι πιό τέλειος, τόσο περισσότερη προσοχή χρειάζεται νά ἐπαγρυπνῆ ὁ ἄνθρωπος στόν νοῦ του. Διότι νομίζει ὁ ἄνθρωπος ὅτι εἶναι καθαρός, ἐπειδή δέν ἔκαμε τήν ἁμαρτία μέ τό ἔργο. Ἀλλά αὐτή ἡ πιό μεγάλη ἀπάτη τῶν δαιμόνων! Τότε ἀκριβῶς πέφτουμε στήν πιό μεγάλη ἁμαρτία, τήν ἀναισθησία, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο.

Ὅταν δέν ἔχουμε αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας, κάνουμε τήν χειρότερη ἁμαρτία. Τότε ὁ νοῦς μας εἶναι τυφλός, διότι ἡ ἀναισθησία εἶναι ὁ θάνατος τοῦ νοῦ. Ὁ νοῦς δέν αἰσθάνεται τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο τῆς ψυχῆς, πρίν ἀπό τόν θάνατο τοῦ σώματος. Καί ἡ ἀναισθησία γεννᾶται κι αὐτή ἀπό τήν φιλαυτία. Δέν ἔχω χρόνο νά σᾶς εἰπῶ καί γιά τά τέκνα της, τί ζημιά κάνουν στό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου.

Δέν ὑπάρχει στιγμή, δέν ὑπάρχει χρόνος πού νά μή παροργίζουμε τόν Θεό μας. Νά ἔχουμε αὐτή τήν πεποίθησι καί νά γνωρίζουμε, ἔστω κι ἄν δέν τί αἰσθανθήκαμε καί δέν τό ἐπιστεύσαμε, ἄς τό πιστεύσουμε τώρα. Ἔτσι πρέπει νά τό ὁμολογοῦμε. Ἔστω κι ἄν φθάσαμε σ᾿ αὐτή τήν πεποίθησι μετά ἀπό δεκάδες χρόνια, ὅτι δέν ὑπάρχει στιγμή πού νά μή πικραίνουμε τόν Κύριό μας καθημερινά.

Αὐτό ξέρεις πότε θά τό αἰσθανθῆς; Ὅταν φθάσει ὁ ἄνθρωπος στά ὑψηλότερα σκαλιά τῆς καρδιακῆς προσευχῆς καί ὅταν ἔρχεται το Ἅγιο Πνεῦμα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Χάρι τοῦ Χριστοῦ, τότε μόλις βλέπει τά ἑκατομμύρια τῶν ἀδυναμιῶν του, οἱ ὁποῖες τοῦ ὑποδουλώνουν τίς αἰσθήσεις καί τούς λογισμούς του.

Βλέπεις αὐτό τό δωμάτιο πόσο καθαρό εἶναι; Δέν ὑπάρχει σκόνη οὔτε σκουπιδάκι. Ἐάν μία ἀκτῖνα τοῦ ἡλίου μπῆ μέσα ἀπό τήν τρύπα τῆς πόρτας, γιά παράδειγμα, καί ἐμεῖς εἴμεθα μέσα λίγο μακριά, βλέπουμε ἑκατομμύρια μικρόβια νά αἰωροῦνται καί πόση σκόνη ὑπάρχει. Κύτταξε τί γίνεται σ σ᾿ σ’αὐτό τό δωμάτιο. Πρίν μπῆ μέσα ἡ ἀκτῖνα τοῦ ἡλίου, δέν ἐβλέπαμε τίποτε. Ἀλλά, ἐάν εἴχαμε μερικές εἰδικές συσκευές πού νά μεγεθύνουν τά σωματίδια αὐτά, θά εἴχαμε ἐκπλαγῆ γιά τό πλῆθος τῶν μικροβίων, τά ὁποῖα δέν φαίνονται μέ τό μάτι γυμνό. Ἔτσι, γίνεται καί μέ τήν ψυχή μας.

Ἔτσι, στόν καιρό τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ὅταν λούζεται ἡ ψυχή μας μέ τά θερμά δάκρυα καί τούς παφλασμούς τῶν θρήνων, μετά ἀπ᾿αὐτά, βλέπεις τά ἑκατομμύρια τῶν ἀδυναμιῶν σου, πού ἐπικάθηνται στόν νοῦ καί στήν καρδιά μας. Καί ὅλα αὐτά δέν τά αἰσθανόμεθα. Τά περνᾶμε μέ ἀναισθησία, μέ ὕπνο, μέ νοερό διασκορπισμό, μέ σκληροκαρδία  καί μέ περιττούς περιπάτους. Μᾶς φαίνεται καί λέμε: «Δόξα τῷ Θε, δέν ἔκανα τήν τάδε ἁμαρτία»! Ἀλλά τίς ἔχουμε ὅλες τίς ἁμαρτίες μέσα μας καί εἴμεθα ἡ πηγή τῆς κάθε ἁμαρτίας καί τό ἐργοστάσιο παραγωγῆς τῆς κάθε ἀνομίας σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας.

Γι᾿ αὐτό, ἐπειδή σφάλλουμε σέ κάθε στιγμή, εἶναι ἀνάγκη κάθε στιγμή νά εἴμεθα σέ ἐπαγρύπνησι τοῦ νοῦ μας μέ προσευχή καί ταπείνωσι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι πού ἔλεγε ὁ προφήτης Δαβίδ: «Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διὰ παντός».

Πρόσεχε καί μία ἄλλη περίπτωσι. Ἐνίοτε σοῦ συμβαίνει νά παραδέχεσαι ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλός καί θέλεις νά προσεύχεσαι, ἀλλά δέν εἶσαι σέ κατάστασι ταπεινώσεως, δηλαδή αἰσθάνεσαι ἕνα βάρος στήν καρδιά σου. Τί πρέπει νά κάνουμε τότε;

Αὐτό τό βάρος τῆς καρδιᾶς στόν καιρό τῆς προσευχῆς ὀνομάζεται ψυχρότης, δίψα ἤ ξηρασία. Κι αὐτή ἡ κατάστασις τῆς ψυχῆς εἶναι συνηθισμένη στούς Ἁγίους Πατέρες. Κι ἐγώ, ὅταν ἐξομολογοῦμαι λέγω: «Πάτερ, ἔκανα προσευχή μέ ἀκηδία μέ διασκορπισμό τοῦ νοῦ, μέ ξηρασία, μέ ψυχρότητα μέ ἐγκατάλειψι τῆς θείας Χάριτος…». Ἡ ψυχρότης στήν προσευχή ἔρχεται ἀπό τήν λήθη. Αἰτία τῆς πνευματικῆς παγωνιᾶς τῆς ψυχῆς-ὅπως εἶμαι ἐγώ πού ὑποφέρω σε κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μου-εἶναι ἡ λήθη. Ἀλλά τί εἶναι ἡ λήθη, κατά τούς Ἁγίους Πατέρες; Εἶναι ἡ πρώτη ἁμαρτία ἐξ αἰτίας τῆς ψυχρότητος τῆς ψυχῆς»

Ἡ ψυχή ὑποδιαιρεῖται σέ τρία μέρη: Τό πρῶτο εἶναι ἡ παγερότης, ἡ πιό ἐχθρική καί πλήρης ἀπό πονηρή ἐπιθυμία, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης. Ἔτσι ἀναφαίρεται καί στό Πηδάλιο. Αὐτός εἶχε χωρίσει τήν ἁμαρτία αὐτή σέ τρεῖς ἐπί μέρους ὑποδιαιρέσεις τῆς ψυχῆς. Βλέπε στούς Κανόνες τοῦ Πηδαλίου.

Ἐξ αἰτίας τῆς παγερότητος τῆς ψυχῆς πρώτη ἁμαρτία πού προκαλεῖται εἶναι ἡ λήθη. Κατόπιν ἡ ἄγνοια, ἡ ἄδικη κρίσις, ἡ ἀπερισκεψία, ἡ ἀχαριστία γιά τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον, ἡ ἀδιακρισία, ἡ ἀρρωστημένη πίστις, ἡ βλασφημία, ἡ τρέλλα, ἡ αἵρεσις καί ἄλλες κακίες. Ἀλλά τό πρῶτο βῆμα γιά τήν παγερότητα τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ λήθη τοῦ Θεοῦ καί τῶν εὐλογιῶν Του.

Ὅταν ξεχνοῦμέ τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ, ὅταν ξεχνοῦμε τόν Θεό πού εἶναι ἐνώπιόν μας, ὅταν ξεχνοῦμε τήν πανταχοῦ παρουσία Του, πέφτουμε σ᾿ αὐτό πού ὀνομάζεται ἀκηδία. Ἀκηδία εἶναι μία μόλυνσις τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοῦ. Τήν ἀκηδία ὀνομάζουν μερικοί Πατέρες ὀκταπόδι τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοῦ. Ὅταν ἁλυσοδένεται ὁ ἄνθρωπος καί πέφτει στήν ἀκηδία, στήν μολυσματική αὐτή ἀσθένεια, τότε ἔρχονται ὅλα τά πάθη καί οἱ κακίες στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ὀνομάζεται καί φαντασία.

Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας φιλοσοφος Ἀριστοτέλης τήν ὀνομάζει κοινή αἴσθησι στήν φιλοσοφία του. Διότι ἡ φαντασία τοῦ νοῦ δέν πιάνει μόνο ἕνα ἁμάρτημα καί δέν δίνει πόλεμο στήν ψυχή μόνο μέ ἕνα ἁμάρτημα. Ἐδιάβαζες τό Βιβλίο «Περί τῶν πέντε αἰσθήσεων», τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου;

Βλέπεις ἐκεῖ πῶς δένεται ἡ μία αἴσθησις μέ τήν ἄλλη; Πέντε φορές ἐδιάβασα αὐτό τό βιβλίο στήν ἡσυχία τῶν δασῶν. Θαυμάσιο καί διδακτικό βιβλίο. Καί ὅταν τό τελειώνει ὁ συγγραφεύς του γράφει: «Αὐτό τό βρώμικο βιβλίο πού ἔγραψα!  Βλέπεις τήν ταπείνωσι τοῦ συγγραφέως! «Ἐσύ εἶσαι τό τσακμάκι καί ἐγώ ἡ τσακματόπετρα. Ἐσύ ἐκτύπησες μία καί δύο φορές στήν καρδιά μου σάν τήν τσακματόπετρα κι ἐξῆλθαν μερικές μικρές φλόγες». Ὅλο αὐτό τό βιβλίο ἔχει μεγάλη πνευματική σοφία!

Εἶδες τί λέγει ἐκεῖ; Μᾶς δείχνει πῶς νά βαδίσουμε αὐτό τόν δρόμο. Ἐπειδή ὁ νοῦς ἔπεσε στήν παγερότητα πού προέρχεται ἀπό τήν λήθη τοῦ Θεοῦ καί ἀφοῦ ἐξεχάσαμε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει ὁ ἄνθρωπος νά δέχεται ὅ,τι δήποτε. Καί κατ᾿ ἀρχήν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξεχάσει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει ὁ διάβολος νά τοῦ φέρνει κάθε εἴδους λογισμούς μέσα ἀπό φανταστικές εἰκόνες.

Ἡ φαντασία, κατά τόν Μέγα Βασίλειο εἶναι ἡ γέφυρα τῶν δαιμόνων, διά τῆς ὁποίας εἰσέρχεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾿ αὐτό πρέπει να ἔχουμε μεγάλη προσοχή στήν προσευχή, νά μή δεχώμεθα φανταστικές εἰκόνες, διότι τό πρῶτο τελώνιο τό ὁποῖον συναντᾶ ὁ νοῦς καί πάει πρός τήν καρδιά, εἶναι ἡ φαντασία. Ὅταν καθαρισθῆς ἀπό τήν φαντασία μετά δέν μπορεῖς νά κάνης τήν ἁμαρτία. Οὔτε τό κακό ἔργο, οὔτε ἕνας διάβολος, οὔτε ἕνα πάθος δέν περνᾶ ἀπό τόν νοῦ στήν αἴσθησι παρά μόνο μέσῳ τῆς φαντασίας. Δέν βλέπεις τί πόλεμο ἔχεις μέσα στόν νοῦ σου; Εἴτε ἐμφανίζεται ἡ μορφή ἐκείνου πού σέ στενοχώρησε καί ἐσύ ἐξ αἰτίας του ξεκινᾶς τούς λογισμούς ἐναντίον του. Εἴτε τούς δέχεσαι αὐτούς τούς λογισμούς εἴτε ἀποφασίσεις πῶς νά τόν ἐκδικηθῆς, σκεπτόμενος: Ἐε καί νά ἦταν αὐτός ἐδῶ, τί θὰ τοῦ ἔκανα….!». Θά τόν τακτοποιοῦσα ἐγώ…Καί τί δέν θὰ τοῦ ἔκανα!... Κι αὐτοί οἱ λογισμοί σου εἶναι δαίμονες, οἱ ὁποῖοι μέσῳ τῆς φαντασίας σοῦ προκαλοῦν τόν πόλεμο.

Οἱ δαίμονες φέρουν τήν μορφή αὐτοῦ πού σέ στενοχώρησε καί τήν παρουσιάζουν μπροστά σου μέσῳ τῆς φαντασίας καί σοῦ λέγει: «Αὐτά μοῦ εἶπες καί σέ μισῶ». Μετά ἔρχονται τά ψεύδη τοῦ νοῦ με ὑποθέσεις ὅτι γιά ἐκεῖνο  σε μισῶ καί μοῦ εἶπες ἐκεῖνο καί τό ἄλλο..

Ἕνας μεγάλος Πνευματικός εἶπε: «Μὴ πιστεύεις, πάτερ, τά ψέμματα τοῦ νοῦ σου καί θά ἰδῆ ἀργότερα ὅτι οὔτε ἕνα ἀπ᾿ αὐτά τά ὁποῖα σοῦ εἶπε ὁ νοῦς σου εἶναι ἀληθινά». Αὐτά τά ψεύδη τοῦ νοῦ τά ὁποῖα σοφίζονται καί τά στέλλουν οἱ δαίμονες στόν νοῦ τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ μέσῳ τῆς φαντασίας, νά μή τά δεχθοῦμε. Εἶναι ἐσφαλμένες ὑποθέσεις τῶν δαιμόνων. Ὑποθέσεις ὅτι ὁ τάδε σοῦ εἶπε αὐτό, ὅτι ὁ τάδε ἔχει μῖσος ἐναντίον σου καί ὁ τάδε κάτι ἄλλο. Καί τίποτε ἀπ᾿ αὐτά δέν εἶναι ἀλήθεια.

Οἱ δαίμονες, ὅταν ἰδοῦν ὅτι κυριεύουν τόν ἄνθρωπο αὐτές οἱ καχυποψίες, ἀρχίζουν τόν πόλεμο ἐναντίον του μόνο μέ αὐτές. Τί εἶναι γραμμένο στό Ψαλτήριο; «Εἶναι πολλοί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν μαζί μας ἀπό ψηλά». Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, λέγει: «Ὁ πόλεμός μας δέν εἶναι ἐναντίον τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος, ἀλλά ἐναντίον τῶν κακῶν πνευμάτων, ἐναντίον τῶν αἰθερίων δυνάμεων, τῶν πνευμάτων τῆς κακίας τοῦ ἀέρος. Ἰδού μέ ποιούς καπετάνιους τοῦ ἀέρος πολεμεῖται ὁ δυστυχής νοῦς μας!

Τί ἀκριβῶς συμβαίνει; Πρῶτα σκέφθηκες μία ἁμαρτία. Ἐάν ὁ νοῦς ἐνίκησε τόν λογισμό αὐτό τῆς ἁμαρτίας, ἀμέσως ὁ λογισμός ἀδυνατίζει καί γίνεται ἁπλή σκέψις. Περνάει μέ ταχύτητα. Ἀμέσως ὁ διάβολος τήν παρουσιάζει μέ κάποια παράστασι. Σοῦ ἔρχεται στόν νοῦ…Δέν μιλήσαμε κάποτε γιά τά ὀκτώ εἴδη τῶν πειρασμῶν; Βλέπεις καί ἐκεῖ πόσο μεγάλη εἶναι ἡ φιλοσοφική σκέψις τῶν Ἁγίων Πατέρων! Ἀφοῦ σοῦ φέρει τήν φαντασία καί ἔντονα μπροστά σου τό εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας, σέ κτυπᾶ κατόπιν στόν νοῦ. Κι ἔτσι τελείωσε ἡ μάχη τῶν δαιμόνων! Ἄκουσε τί λέγει ὁ Χριστός: «Ὅταν ἰδεῖς τό κακό πνεῦμα τῆς ἐρήμου νά στέκεται σέ ἅγιο τόπο, αὐτός πού ἀκούει, ἄς καταλάβει!

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει: «Τό κακό πνεῦμα τῆς ἐρήμου πού στέκεται σέ ἅγιο τόπο εἶναι ἡ ἁμαρτία τῆς φαντασίας μέ παραστάσεις».  Διότι ἅγιος τόπος εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἐμεῖς εἴμεθα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος, καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ στίς καρδιές μας. Ὁ διάβολος ἐάν πετύχει νά φέρει τό εἴδωλο μέ παραστάσεις στόν νοῦ, ἀπό τό νοῦ τό μεταφέρει στήν καρδιά! Καί ἔτσι ἔχεις τό εἴδωλο τοῦ κακοῦ μπροστά σου, εἴτε αὐτό τό εἴδωλο εἶναι κάποιος πού σέ ἐστενοχώρησε εἴτε ἀγαπᾶς κάποιο πρόσωπο μέ ἐμπάθεια! Καί ἐσύ ἀντιλαμβάνεσαι αὐτή τήν παρουσία του καί λέγεις: «Ναί, ἀλλά ἤμουν μέ τόν νοῦν ἄγρυπνο ἀπό τό πρῶτο αὐτό ἐρέθισμα. Κι ἐδῶ τώρα πρέπει νά μιλήσουμε γιά τίς δώδεκα βαθμίδες τῆς ἁμαρτίας. Ἐάν ἤσουν ἄγρυπνος μέ τήν πρώτη ἐμφάνισι τῆς ἁμαρτίας-παραστάσεως, ἔπρεπε νὰ ἀρχίσεις νά λέγεις τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ….» καί μέ τήν φυλακή τοῦ νοῦ δέν θά περάσει τό εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας.

Ἐάν δέν εἶμαι προσεκτικός, μπαίνει μέσα ἡ παράστασις τῆς τάδε κοπέλλας, τῆς τάδε γυναίκας μέ τήν ὁποία εἴχαμε συναντηθῆ, ἤ τά χρήματα, ἤ οἱ κοσμικές δόξες ἤ κάποια ἄλλη ἀπόχρωσις τῆς φαντασίας. Αὐτό τό εἴδωλο εἶναι τό κακό πνεῦμα τῆς ἐρήμου πού ἦλθε νά κατοικήση σέ ἅγιο τόπο. Καί ὅταν ὑπάρχει προσοχή τοῦ νοῦ, δέν μπορεῖ νά εἰσέλθη. Ἀπό τήν ἀρχή τό πετᾶμε ἔξω ἀπό τόν νοῦ μας. Ἦλθε; Τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ….! Ἔτσι σέ λυτρώνει ἡ Πέτρα, ὁ Χριστός. Καί νά ξέρεις ὅτι συνηθίζει ὁ νοῦς σ᾿ αὐτό τόν ἀόρατο πόλεμο. Ὅπως εἶναι γραμμένο στό βιβλίο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου «Ὁ ἀόρατος πόλεμος».

Βλέπεις ὅτι ὁ νοῦς αὐτοῦ πού εἶναι ἄγρυπνος, πού ἔχει νοερά προσοχή, δέν φοβᾶται ἀπ᾿ αὐτές τίς ἐφορμήσεις. Ξέρεις τί κάνει ὁ διάβολος; Συγκεκριμένα σέ προκαλεῖ. Τοῦ ἀνοίγεις λίγο τόν δρόμο νά περάσει; Ἀμέσως ἐσύ παίρνεις τό ὅπλο τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ καί τόν πετᾶς ἔξω. Κάπως ἔτσι κάνει καί ἡ γάτα μέ τόν ποντικό. Τόν πιάνει καί κατόπιν τόν ἀπολύει γιά νά παίξει μαζί του. Ἀλλά αὐτή ἡ ἐργασία εἶναι γιά τούς προχωρημένους.

Ἔτσι κάνει μέ τήν ἁμαρτία ἐκεῖνος πού ἔχει ἄγρυπνο τοῦ νοῦ του. Τοῦ ἐπιτρέπει λίγο νά εἰσέλθει. Καί μόνον, ὅταν τόν ἰδεῖ νά περάση τήν φανταστική του εἰκόνα, ἀρχίζει νά ταράσσεται καί λέγει: «Ἄα, καί πάλι μοῦ ἦλθες; Τόν προκαλεῖ σέ πόλεμο λέγοντας τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…». Τόν προκαλεῖ καί πάλι σέ μάχη. Ἔρχεται ὁ πειρασμός καί μπαίνει στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καί πάλι ὁ καλός ἀγωνιστής τόν ἀντιμετωπίζει μέ τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ.

Ξέρεις τί λέγει κατόπιν ὁ διάβολος; Ἐγώ δέν εἶμαι βλάκας! Πρῶτα μέ προσκαλεῖ καί κατόπιν μοῦ ἐπιτρέπει νά μπῶ στόν νοῦ του καί κατόπιν μέ καίει μέ τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Λοιπόν, ἐπειδή τώρα ὁ νοῦς του εἶναι ἄγρυπνος, θά ἔλθω ἀργότερα, ὅταν θά εἶναι σέ ἀμέλεια». Καί ὅταν τόν προσκαλεῖ, δέν ἔρχεται ἀμέσως ὁ διάβολος. Ἀλλά δέν ξεχνᾶ νά μᾶς πειράζει. «Τώρα δέν ἔρχομαι, διότι εἶναι ἄγρυπνος ὁ νοῦς του καί μέ καίει μέ τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…». Τόν ἀφήνω νά ἡσυχάσει λίγο. Καί ὅταν ὁ νοῦς του θά κοιμᾶται καί δέν θά κυριαρχεῖ ἐπάνω στίς αἰσθήσεις του, τώρα θά μπῶ μέσα του! Ὅταν ὁ νοῦς του εἶναι διασκορπισμένος, τότε θά τόν πολεμήσω. Ἐνῶ τώρα πού ἔχει τόν νοῦ του ἄγρυπνο, δέν μέ συμφέρει νά κάνω πόλεμο μαζί του. Ξέρω τί κάνει τώρα. Καλεῖ τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί μέ καίει!»

Ἔτσι κάνει ὁ ἄγρυπνος φρουρός τῆς ψυχῆς, ὅπως κάνει ἡ γάτα μέ τά ποντίκια. Τά ἀπολύει καί μετά τά πιάνει. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἄγρυπνο τόν νοῦ του! Γι᾿ αὐτό εἶπε ὁ μέγας Ποιμήν στό Γεροντικό: «Δέν ἔχουμε ἀνάγκη νά σωθοῦμε, ἀλλά νά ἐπαγρυπνοῦμε ἐπάνω στό νοῦ μας». Καθαρή αὐτή ἡ σκέψις τοῦ Ὁσίου Ποιμένος. Αὐτό ἀρκεῖ γιά τήν σωτηρία μας. Μέ τήν φυλακή τοῦ νοῦ καί τήν νοερά ἐργασία μας μποροῦμε νά σωθοῦμε πολύ εὔκολα.

Ὁ ἅγιος Ἠσύχιος τοῦ Σινᾶ λέγει: «Αὐτή ἡ ἐργασία εἶναι πολύ ἀπασχολούμενη μέ ὅλα τά καλά ἔργα καί μέ ὅλες τίς ἀρετές». Διαβάστε τήν Φιλοκαλία, διότι ἐμεῖς ἀπό ἐκεῖ καί ἀπό τό Γεροντικό, μιλᾶμε γι᾿ αὐτά τά θέματα. «Πρώτη ἁμαρτία πού γεννᾶται ἀπό τήν λογική τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ λήθη. Λέγει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ μεγάλοι ληστές πού σκοτώνουν τήν ψυχή:  «Ἡ λήθη, ἡ ἄγνοια καί ἡ ἀκηδία».

Βλέπεις; Μπορεῖ κάποιος νά ἀγρυπνεῖ μέ τόν νοῦ του, ἀλλά νά εἶναι τυφλός ἀπό ἄγνοια τοῦ πολέμου καί τοῦ Θεοῦ.Κι ἄν πάλι δέν ἔχει οὔτε τήν προσοχή τοῦ νοῦ, εἶναι ἀρκετή ἡ ἄγνοια νά τυφλώσει τήν ψυχή. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει: «Ἡ ζωή τοῦ νοῦ εἶναι τό φῶς τῆς γνώσεως, ἐνῶ ἡ ἄγνοια εἶναι ἡ τύφλωσις τῆς ψυχῆς. Ὁπότε εἶναι δυνατόν νά τυφλωθῆ κάποιος ὄχι μόνο ἀπό τήν λήθη, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄγνοια, ἀκόμη κι ἀπό τήν ἀκηδία. Ἀλλά ποιό πάθος ἔβαλε πρῶτο; Τήν λήθη. Διότι ἡ ἄγνοια καί ἡ ἀκηδία ἔρχονται κατόπιν.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ταξινομεῖ στό Πηδάλιο ὅλες τίς ἁμαρτίες, ἀνάλογα μέ τά τρία εἴδη τῆς ψυχῆς. Καί πρῶτο ἁμάρτημα τό ὁποῖον προέρχεται ἀπό τήν λογική τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ λήθη. Καί ἐξ αἰτίας τῆς πνευματικῆς μας παγερότητος στά πνευματικά, ἀκόμη καί στόν καιρό τῆς προσευχῆς, το πᾶν ξεκινᾶ ἀπό τήν λήθη.

Ἐνῶ αὐτός πού ἔχει τήν νοερά προσοχή, καί πρίν νά ἔλθη ἡ λήθη, τήν προαισθάνεται. Γιατί; Ἡ προσοχή τοῦ νοῦ γεννᾶται ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ θεῖος φόβος προέρχεται ἀπό τήν πίστι στόν Θεό.

Ὁ ἅγιος Μαξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει: «Ὅποιος πιστεύει φοβᾶται καί ὅποιος φοβᾶται, ἐπαγρυπνεῖ». Πρόσεξε!  Ἦλθε μία σκέψις; Ἀμέσως πρέπει νά διακρίνεις: εἶναι σκέψις τοῦ κακοῦ ἤ  τοῦ καλοῦ; Τί σοῦ λέγει νά κάνεις; Κι αὐτός πού ἀγρυπνεῖ στόν νοῦ του, ἀμέσως πρέπει νά καλέση τόν Κύριε… σέ βοήθεια, διότι τό ἔργο τῆς φυλακῆς τοῦ νοῦ, χωρίζεται σέ τρία ἐπί μέρους ἔργα: Νὰ εἶναι ἄγρυπνος ὁ νοῦς, νά πολεμήση τήν ἁμαρτία, ὅταν εἶναι ἀκόμη στόν νοῦ καί νά καλέση ἀμέσως σέ βοήθεια τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ….». Ἡ δική μας προσπάθεια γιά φυλακή τοῦ νοῦ μας δέν ἔχει καμμία δύναμι μπροστά στήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ.

Ὅμως ἡ λήθη εἶναι τό πρῶτο βῆμα γιά τήν παγωνιά τῆς ψυχῆς, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Ἐνῶ, ἐάν ἐμεῖς μαχόμεθα ἐναντίον τῆς λήθης, ὁ νοῦς μας ἐπαγρυπνεῖ πάντοτε καί λυτρώνεται ἀπό τίς ἄλλες μάχες μέ τίς ἄλλες βαθμίδες τῆς ἁμαρτίας. Εἶδες πῶς ὀνομάζεται στό βιβλίο τοῦ Ἰώβ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ σατανᾶς; Μυρμηκολέων. Ὡραῖες σκέψεις κάνει γιά τά θέματα αὐτά ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής καί ἀργότερα ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ γιά τήν φυλακή τῶν πέντε αἰσθήσεων.

Γιατί ὀνομάζεται ὁ σατανᾶς μυρμηκολέων; Ὁ Ἰώβ ἔλεγε: «Ὁ μυρμηκολέων ἀπέθανε ἀπό τήν πεῖνα, διότι δέν εἶχε τί νά φάει». Ἀλλά σέ ποιόν; Στόν Ἰώβ δέν εἶχε φαγητό καί ὄχι σέ μένα τόν ἁμαρτωλό! Ἐγώ τόν τροφοδοτῶ κάθε ἡμέρα καί τόν κάνω λεοντάρι. Ἀλλά γιατί ὁ Ἰώβ δέν τοῦ ἔδινε τροφή; Ἄκουσε τί λέγει ἡ Γραφή: Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔφερε κάθε βράδυ καί ἀπό ἕνα βόδι θυσία στόν Θεό γιά τά παιδιά του, λέγοντας: «Κύριε, ἐπειδή τά παιδιά μου εἶναι νέα στήν ἡλικία γιά νά μή σφάλλουν μέ τήν σκέψι τους ἀπέναντι Σου». Ποιός ἀπό τούς σημερινούς πατέρες ἤ τίς μητέρες φροντίζουν νά μή σφάλλουν τά παιδιά οὔτε καί στόν λογισμό τους ἀπέναντι στόν Θεό;

Δέν ἀποκαλοῦσε εἰς μάτην ὁ Θεός τόν Ἰώβ ὡς δίκαιον καί θεοφοβούμενον! Προσέφερε κάθε βράδυ σάν θυσία ἕνα βόδι ὄχι μόνο γιά τίς ἁμαρτίες του, ἀλλά γιά ὅλα, καί τά δέκα παιδιά του. Διότι εἶπε ὅτι ὁ μυρμηκολέων ἀπέθανε ἀπό τήν πεῖνα, διότι δέν εἶχε τί νά φάει, δηλαδή δέν τροφοδοτοῦσε μέ λογισμούς τήν ἁμαρτία. Καί ἔλεγε ἀκόμη ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστόμος: «Δέν ἦταν δυνατόν νά χαθοῦν τά παιδιά του, ἀφοῦ κάθε βράδυ εἶχαν ἕτοιμο φαγητό καί ποτό στό σπίτι τους. Καί ὅταν τά παιδιά εἶχαν γιορτή στό σπίτι τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ τους καί διεσκέδαζαν, τότε ὁ διάβολος εὑρῆκε τήν εὐκαιρία νά καταστρέψει τό σπίτι καί ὅλα τά παιδιά μαζί. Διότι, ἐάν τά εὕρισκε σέ προσευχή, δέν θά μποροῦσε νά κάνη τίποτε. Καί αὐτό μᾶς τό ἄφησε σάν παράδειγμα ὁ Θεός.

Καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἑρμηνεύουν τήν ἔννοια τοῦ σατανᾶ, πού λέγεται Μυρμηκολέων. Λέγουν τά ἑξῆς ὅτι ὅταν ἡ ἁμαρτία εἰσέρχεται στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι μικρή, ὅπως τό μυρμῆγκι. Διότι τό πρῶτο βῆμα τῆς ἁμαρτίας εἶναι νά γίνη ἕνα καλό ἔργο μέ κακό σκοπό. Διότι ἕνα καλό ἔργο πού γίνεται μέ κακό σκοπό δέν ἔχει μισθό, ἀλλά περνάει μέσῳ τοῦ σκοποῦ καί χάνεται. Ψυχή καί ζωή τῶν καλῶν ἔργων εἶναι ὁ σκοπός. Γι᾿ αὐτό εἶπε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής:  Εἶναι παρθενία καί  ἐλεημοσύνη καί  ἀγρυπνία καί  νηστεία καί  κόπος, πού εἶναι μισητά ὅλα αὐτά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖον γίνονται δέν εἶναι ἀληθινός καί καθαρός.

Ἐάν ἕνα καλό ἔργο γίνεται μέ κακό σκοπό, αὐτό περνᾶ μέσω τοῦ σκοποῦ καί γίνεται ἕνα μέ αὐτόν. Ὁ σκοπός εἶναι ἡ ψυχή καί ἡ νύμφη τῶν καλῶν ἔργων.

Ἐμεῖς, ἐάν ἀγρυπνοῦμε μέ τόν νοῦ μας, τότε κάνουμε ἕνα καλό ἔργο καί πρέπει νά ἰδοῦμε ἐάν ὁ σκοπός μας εἶναι ἀρεστός στόν Θεό, ἐάν μᾶς ὁδηγεῖ στήν σωτηρία ἤ μήπως ὁ νοῦς μας ἀσχολεῖται μέ ἄλλα πράγματα. Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος λέγει: «Ὅταν ὁ νοῦς θά ἐγκαταλείψει τόν σκοπό τῆς εὐλαβείας, τότε ὅλα τά καλά ἔργα δέν ὠφελοῦν σέ τίποτε.

Διότι ὁ σκοπός εἶναι εἴτε τῆς κενοδοξίας, εἴτε τῆς φιλοπρωτείας, εἴτε τῆς κερδοσκοπίας, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ἄκουσε τί λέγει αὐτός, δείχνοντας ἐδῶ πόσο κακό εἶναι ἀκόμη καί ἡ .ἄρνησις τοῦ κόσμου μέ κακό σκοπό: Αὐτός πού ἀγαπᾶ τό χρῆμα ἀρνήθηκε τόν κόσμο, ὁμοιάζει μέ μία μυλόπετρα, ἡ ὁποία περιστρέφεται στόν ἴδιο κύκλο, λέγοντας γιά τά τρία εἴδη ἀρνήσεως τοῦ κόσμου.

Ὁ δεύτερο σκοπός: Αὐτός πού ἀγαπᾶ τήν κατάκτησι ἀξιωμάτων, τό ἐπέτυχε μέ τήν ἄρνησι τοῦ κόσμου καί ὁμοιάζει ὅπως τό θυμίαμα, τό ὁποῖον κατόπιν ἀναδίδει καπνό.

Ἐεε, τί λέγει γι᾿ αὐτό ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Αὐτός πού γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀρνήθηκε τόν κόσμο, προσθέτει πόθο ἐπάνω στόν πόθο καί πῦρ ἐπάνω στό πῦρ, πού ἔχει ἀνάψει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τόν Ὁποῖον ὑπηρετεῖ μέ φόβο καί μέ εὐλάβεια». Αὐτός θά ἀγαπᾶ τόν Θεό μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Ἔτσι ὁ νοῦς μας, μέ τήν ἐπαγρύπνησι πού χρειάζεται νά κάνη, δέν πρέπει νά παρατηρεῖ ἀπό ψηλά ποιοί λογισμοί ἔρχονται, ἀλλά νά βλέπει ποιός εἶναι ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖον ἀγωνιζόμεθα καί ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.

Εἶναι δυνατόν νά ἀγωνιζώμεθα καί νά παραμένουμε μέ τά χέρια ἄδεια, ἐάν ὁ σκοπός μας εἶναι διαφορετικός. Διότι ὁ σκοπός τῶν καλῶν ἔργων πρέπει πάντοτε νά γίνεται γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό μᾶς διδάσκει καί ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος:  «Εἴτε τρώγετε, εἴτε πίνετε, εἴτε ἄλλο τί κάνετε, ὅλα νά τά κάνετε γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ». Ὁπότε, ἐάν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἄγρυπνο τόν νοῦ του, φονεύει τήν ἁμαρτία, ὅταν εἶναι ἀκόμη μικρή σάν μυρμῆγκι!

Σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως γιά τήν θυγατέρα τῆς Βαβυλῶνος καί γιά τούς ἁμαρτωλούς τῆς γῆς καί τώρα σᾶς ὑπενθυμίζω. Ἐάν θά μᾶς βοηθήσει ὁ Θεός νὰ εἴμεθα μέ τόν νοῦ μας ἄγρυπνοι  καί νά σκοτώνουμε τήν ἁμαρτία ὅταν εἶναι σάν ἕνα μυρμῆγκι. Διότι κατόπιν, ὅταν ἡ ἁμαρτία ἀνέβει σέ ἄλλες βαθμίδες, γίνεται λεοντάρι καί δέν μποροῦμε εὔκολα νά τήν νικήσουμε.

Ὁπότε, πρῶτο βῆμα τῆς ἁμαρτίας εἶναι νά κάνεις ἕνα καλό ἔργο με πονηρό σκοπό. Τό δεύτερο βῆμα εἶναι νά μή κάνεις τέλεια καί ὁλοκληρωμένο τό καλό ἔργο. Ἕνα παράδειγμα: Κάνεις ἐλεημοσύνη, ἀλλά μέ χρήματα πού τά κλέβεις! Καί λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Αὐτός πού προσφέρει θυσία μέ ξένους κόπους στόν Θεό, εἶναι σάν νά τοῦ προσφέρεις ἕνα ψόφιο σκύλο. Διότι δέν γίνεται, ὅπως θέλει ὁ Θεός!

Ἡ Τρίτη βαθμίδα τῆς ἁμαρτίας εἶναι το δόλωμα. Πλησιάζει τόν νοῦ μία σκέψις, πού δέν εἶναι ἐμπαθής. Ἄς ποῦμε ὅτι εἶναι γυναῖκα, δόξα κοσμική ἤ χρήματα. Παίρνουμε γιά παράδειγμα μόνο αὐτά τά τρία. Ἀπό πρώτη ματιά δέν εἶναι τίποτε τό κακό, διότι ὁ Θεός τά ἔπλασε Ὅλα πολύ καλά ἀπό τήν ἀρχή τῆς Δημιουργίας: καί τήν γυναῖκα, καί τά χρήματα καί τήν δόξα.

Καθώς ὁ κισσός καί ἡ ἀγριοκολοκυθιά ἀναρριχῶνται ἐπάνω σέ ὁποιοδήποτε δένδρο πού εἶναι πλησίον τους, ἔτσι καί δίπλα στόν ἁπλό λογισμό ἑνός ἔργου, γαντζώνεται ἕνα πάθος. Κι αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ μάχη τοῦ ἐπαγρυπνοῦντος ἀγωνιστοῦ, διότι ἐδῶ μιλᾶμε γιά τήν προσοχή τοῦ νοῦ μας. Αὐτή εἶναι ἡ πιό λεπτή μορφή πνευματικοῦ πολέμου τοῦ μοναχοῦ, ἀλλά καί τοῦ κάθε χριστιανοῦ.

Ὅλοι ἀγωνιζόμεθα γιά τήν σωτηρία μας. Ἀλλά πρέπει νά ξεχωρίζουμε τίς ἁπλές σκέψεις ἀπό τήν περιπλοκή τῶν ἔργων! Δέν εἶναι ἁμαρτία ἐπειδή σκέφθηκα μία γυναῖκα. Καί τό Εὐαγγέλιο λέγει ὅτι ὅποιος ἀντικρύσει γυναῖκα μέ πονηρό λογισμό, ἤδη ἐπόρνευσε μέ αὐτήν στήν καρδιά του. Ἰδού ὅτι δίπλα στήν σκέψι γιά τήν γυναῖκα, ἐμφανίσθηκε σαρκική ἐπιθυμία. Κι αὐτό λέγει τό Εὐαγγέλιο ὅτι εἶναι πορνεία! Ἐγώ, ὅταν κυττάζω μία γυναῖκα, χωρίς ἐμπαθῆ λογισμό, δέν εἶμαι πόρνος μαζί της. Ἔτσι, μπορῶ νά βλέπω ἕνα ἑκατομμύριο γυναῖκες κάθε ἡμέρα! Ἀλλά, ἐάν ἐπεθύμησα μία στήν καρδιά μου, τότε ἀμέσως εἶμαι πόρνος.

Γι᾿ αὐτό λέγει ὁ θεῖος Ἐφραίμ: «Ἀδελφοί μου, μή πέφτετε στήν τεμπελιά καί ἀδιαφορία, νομίζοντας ὅτι οἱ ἁμαρτίες πού μπῆκαν στήν καρδιά σας εἶναι μικρές καί ἀνίσχυρες!» Ἐάν οἱ ἁμαρτίες δέν ἦταν καί μεγάλες, δέν θὰ ἦταν ἀνάγκη ὁ Ἰώβ, 1850 χρόνια πρό Χριστοῦ, νά προσφέρει θυσία στόν Θεό γιά τίς ἁμαρτωλές σκέψεις τῶν παιδιῶν του καί ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ δέν θά θεωροῦσε πορνεία τήν ἐπιθυμία γυναίκας καί φόνο, τό μῖσος μόνο πρός τόν ἀδελφό μας! Ὁ ἄνθρωπος μέ τόν λογισμό γίνεται φονιᾶς καί πόρνος γιά ὅλη του τήν ζωή. Γι᾿ αὐτό λέγει ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος: «Μή πέφτετε στήν ἀδιαφορία καί τεμπελιά». Ἕνας λογισμός ἔρχεται στόν νοῦ καί ὁ ἄνθρωπος ἀμέσως περνᾶ στό ἑπόμενο βῆμα, νά δέχεται τήν παράστασι τοῦ λογισμοῦ, δηλαδή τό εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας. Ἀπό τήν παρουσία τῆς παραστάσεως μέσα στόν νοῦ ἀρχίζει ἡ ἁμαρτία.

Ὅλος ὁ ἀγῶνας μας καί τοῦ καθενός ἀπό ἐμᾶς, πού θέλει νά σωθῆ, εἶναι νά ἀπομακρύνει τούς ἁπλούς λογισμούς τῆς ἁμαρτίας ἀπό τήν περιπλοκή μέ τά ἔργα. Διότι δέν μᾶς πληγώνει ὁ ἁπλός λογισμός, ἀλλά αὐτός πού περιπλέκεται μέ τό ἔργο τῆς ἁμαρτίας. Καί τότε οἱ δαίμονες βλέποντας ὅτι δεχθήκαμε τόν ἐμπαθῆ λογισμό, πού εἶναι ἕνα δόλωμα τοῦ ἁπλοῦ λογισμοῦ, μᾶς ὁδηγεῖ μακρύτερα στό ἑπόμενο βῆμα πού εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ἁμαρτίας.

Τετάρτη βαθμίδα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ συγκατάθεσις. Δηλαδή, συγκατατέθηκε ἡ ψυχή μας νά κάνει διάλογο μέ τόν πρώην ἁπλοϊκό λογισμό μας, ἔστω καί λιγάκι. Ἀλλά γιατί νά γίνει αὐτό; Ὁπότε στερεωνόμαστε στήν  τέταρτη βαθμίδα, πού εἶναι ἡ διαλογική συζήτησις μέ τήν ἁμαρτία.

Ἀπό τήν πέμπτη βαθμίδα ἀρχίζει ἡ μάχη. Δέν εἶναι καλός ὁ παρών λογισμός, διότι ἔρχεται μέ τό πάθος μαζί ἐναντίον μου. Καί ἡ μάχη γίνεται σέ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς ἁμαρτίας, μέχρι νά ὁδηγηθῆ ἡ ψυχή στήν ἀπελπισία καί στόν ψυχικό θάνατο!  Ὁ νοῦς ἀρχίζει νά μάχεται. Ὁ λογισμός πού μᾶς πολεμεῖ δέν εἶναι καθόλου καλός, διότι τό πάθος ζητεῖ νά ἐγκατασταθῆ στήν ψυχή! Βλέπε! Τί ζητεῖς; Γυναῖκα, χρῆμα, δόξα κοσμική ἤ ζητεῖς νά μισήσεις στόν ἀδελφό σου; Καί ποιός ἀκριβῶς γνωρίζει μέ ποιό εἶδος ἀπ’ὅλα αὐτά τά τρία μέρη ἔρχεται ἡ ἁμαρτία; Καί ὁ ἀγωνιστής ὀφείλει νά εἶναι πολύ προσεκτικός. Καί νά εἰπῆ στόν διάβολο: «Ἔε διάβολε, μέχρις ἐδῶ! Μέ ἔφερες μέχρις ἐδῶ! Ἀπό ἐδῶ καί πέρα ἀρχίζουμε τήν μάχη!

Καί σ᾿ αὐτή τήν μάχη, σοῦ εἶπε, ὅτι πρέπει νά καλοῦμε τόν Κύριο σέ βοήθεια. Ἀκοῦς τί λέγει ἡ Ἁγία Γραφή; «Νά μή ἐξέλθης, Ἰσραήλ, στόν πόλεμο χωρίς Ἐμένα, διότι θά κατατροπωθῆς». Εἶδες τί ἔπαθαν μέ τούς Ἀμορραίους. Καί ἔλεγαν οἱ Ἱσραηλίτες: «Κύριε, ἐπέσαμε! «Μά Ἐγώ, δέν σᾶς εἶπα νά μήν ἐξέλθετε στόν πόλεμο, χωρίς Ἐμένα;» Ἔτσι κι ἐμεῖς στόν πόλεμο μέ τήν ἁμαρτία, νά ἐπικαλούμεθα σέ βοήθεια τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

Ὅσο ἄγρυπνος εἶναι ὁ νοῦς σου καί ὅσο μεγάλος φιλόσοφος καί νά εἶσαι, σέ αἰχμαλωτίζουν οἱ δαίμονες ἐάν δέν καλέσης σέ βοήθεια τόν Χριστό. Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ νά ἔχει ἄρρηκτο δεσμό μέ τόν ἄγρυπνο νοῦ, ὅπως εἶναι ἑνωμένη ἡ ψυχή μέ τό σῶμα. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη πνευματική φιλοσοφία!  Ἡ φυλακή τοῦ νοῦ μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ.

Σ᾿ αὐτό τόν πόλεμο ὁ νοῦς χωρίζεται σέ τρία εἴδη: Εἶναι ὁ δαιμονικός νοῦς, ὁ ἀγγελικός νοῦς καί ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαγρυπνεῖ καί νά καλεῖ τόν Χριστό σέ βοήθεια. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ….». Ὁ Χριστός μᾶς λέγει στό Εὐαγγέλιο: «Μείνετε μαζί Μου καί Ἐγώ μαζί σας, διότι χωρίς Ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε! Καί, ἐάν στήν μάχη αὐτή καλεῖ ὁ Χριστιανός τόν Ἰησοῦ, ἐξέρχεται νικητής! Ἐάν νικηθῆ καί ἀδιαφορήσει καί ξεχάσει νά φωνάξη τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου, νικητής θά εἶναι ἡ ἁμαρτία.

Στήν ἕκτη βαθμίδα ἔρχεται ἡ συμφωνία. «Ἔε, ἄς ἀκολουθήσω τόν λογισμό τῆς ἁμαρτίας, νά νοιώσω καί λίγη χαρά!» Ἐάν εἶσαι δυνατός καί προσεκτικός στό μυαλό σου, ἔστω καί ἄν συμφώνησες νά κάνεις τήν ἁμαρτία, μπορεῖς νά καλέσης τόν Χριστό σέ βοήθεια. Ὅ,τι δηλαδή κάνει ἡ γάτα μέ τό ποντίκι. Τό ἀπολύει καί πάλι τό πιάνει. Κάλεσε λοιπόν ἀκόμη μία φορά τόν Ἰησοῦ. Κτύπα τήν θύρα τοῦ ἐλέους Του. Κτύπα καί δεύτερη καί τρίτη φορά! Κι Αὐτός θά σοῦ ἀνοίξει. Ὅποιος δέν καλεῖ τήν θεία βοήθεια, ἔρχεται μέσα του ἀπρόσκλητη ἡ ἁμαρτία μέσα του. Αὐτός πού καλεῖ τόν Χριστό, ὁ Χριστός δίνει τήν μάχη καί σκοτώνει τήν δύναμι τῆς ἁμαρτίας, πού μπῆκε μέσα στόν ἀγωνιστή. Οἱ δαίμονες φοβοῦνται τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Σάν νά λέγουν: «Αὐτός ὁ νοῦς τοῦ τάδε εἶναι ἄγρυπνος. Μέ καλεῖ, ἀλλά καί μέ διώχνει κατόπιν μέ τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…». Δέν θὰ ἔλθω πλέον γιά ἕνα διάστημα». Καί μετά ἀπό λίγο διάστημα λέγει ὁ διάβολος: «Ἄφησέ τον τώρα, διότι δέν νικήθηκε ἀκόμη ἀπό τήν λήθη. Τώρα ἄς τοῦ δώσουμε λίγη ξεκούρασι καί εἰρήνη! Ὅταν ὁ νοῦς του θὰ κοιμᾶται μέ τήν ἀδιαφορία καί τήν τεμπελιά, τότε θά ἔλθουμε ἐναντίον του. Ὄχι ὅταν μᾶς καλεῖ αὐτός στήν μάχη, διότι ἔχει τόν Χριστό βοηθό του. Ἀλλά, ὅταν θά κοιμᾶται, θά τοῦ ἐπιτεθοῦμε!» Διότι τότε δέν κοπιάζει καί δέν ἱδρώνει».

Ἔτσι εἶναι γραμμένο καί στό Γεροντικό: Ὅταν οἱ ληστές παραμονεύουν νά ληστέψουν σπίτι καί ἀκούουν μέσα  συνομιλίες, λέγουν: «Εἶναι ἄγρυπνοι. Δέν κοιμοῦνται. Δέν μποροῦμε νά μποῦμε γιά νά λεηλατήσουμε». Ἔτσι ὅμοιοι μέ τούς ληστές εἶναι καί οἱ δαίμονες. Ὅταν βλέπουν οἱ διάβολοι ὅτι ἡ ψυχή εἶναι σέ διάλογο μέ τόν Χριστό, δηλαδή προσεύχεται ἐσωτερικά, δέν μποροῦν νά εἰσέλθουν, διότι εἶναι παρών ὁ Χριστός καί τούς καίει! Ἐνῶ, ὅταν δέν ἀκούγεται οὔτε ἕνας ψίθυρος στήν καρδιά, οὔτε μία συνομιλία μέ τόν Χριστό, τότε εἰσέρχονται!

Ὁπότε, στήν μάχη αὐτή, ὅταν ἡ ψυχή ὑποχωρεῖ λίγο, πέφτει στήν ἕκτη βαθμίδα τῆς ἁμαρτίας, πού εἶναι ἡ ἀπόφασις ἐκτελέσεως τῆς ἁμαρτίας. Συμφωνῶ, ἔε; Καί, ἐάν θέλω νά συνομιλήσω μέ τούς λογισμούς τῆς πορνείας, ἤ τῆς ὀργῆς, ἤ τοῦ μίσους ἤ τῆς κενοδοξίας; Καί αὐτή ἡ συμφωνία γίνεται ἀμέσως», μέσῳ τῆς φιλαυτίας μας,  ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐρημίτης. Αὐτή ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μητέρα καί ἡ ρίζα τῆς κάθε ἁμαρτωλῆς πτώσεως καί ὅλων τῶν κακιῶν! Διότι κάθε τι πού γλυκαίνει τό ἁμαρτωλό σῶμα μας, τό δέχεται πρῶτα ὁ λογισμός μας.

Ἀπό τήν φιλαυτία μας πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα γεννᾶται τό ἔλεος γιά τόν ἑαυτό μας καί ἡ λύπησις νά μή πάθει κάτι τό σῶμα καί ἡ ὑγεία μας, γιά τήν ὁποία ὁ Σωτῆρας μας Χριστός ὠνόμασε τόν Πέτρο σατανᾶ. «Λυπήσου, Κύριε, τόν ἑαυτό σου!, τοῦ εἶπε ὁ Πέτρος καί ὁ Χριστός τόν ὕβρισε λέγοντάς του: «Πήγανε πίσω, διάβολε! Μέ λυπᾶσαι; Ὅμως γι᾿ αὐτό τό ἔργο ἦλθα στόν κόσμο, νά σταυρωθῶ καί ὄχι νά γλυτώσω τήν ζωή μου».

 

Ἀπ᾿ αὐτή τήν ὑπερβολική ἀγάπη γιά τόν ἑαυτό μας, ἀρχίζει ἡ ἀπομάκρυνσίς μας ἀπό ὅλα τά ἔργα τῆς σωτηρίας μας. «Τώρα, λέμε, δέν μπορῶ, διότι εἶμαι ἀσθενής. Εἶμαι κι ἐγώ ἄνθρωπος. Πρέπει νά μέ ἀφήσετε νά γνωρίσω κι ἐγώ ὅλα τά ἀνθρώπινα».

Ἀλλά, μέ αὐτά τά λόγια σου, ἄνθρωπέ μου, ἀπομακρύνεσαι ἀπό τόν ἀληθινό ἑαυτό σου καί ἀπό τόν Θεό. Μετά ἀπ᾿ αὐτή τήν φοβία γιά πιθανές βλάβες τῆς ὑγείας μας, ἔρχεται ἡ ποικιλότροπη ἱκανοποίησις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί λέγει ὁ φίλαυτος: «Εὐχαριστῶ τόν Θεό, διότι ἐγώ μόνο μέ τόν νοῦ συγκατατίθεμαι στήν ἁμαρτία, ἀλλά δέν κάνω τήν ἁμαρτία μέ τήν πρᾶξι».

Παράλληλα μέ τήν εὐχαρίστησι τοῦ σώματος ἔρχεται καί ἡ ἀχαριστία. Τί σκοπό ἔχει; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει: «Γίνεται ἡ ψυχή χορτάτη ἀπό καλά ἔργα». Ὁ Φαρισαῖος μέσα ἀπό τήν καρδιά του ἔλεγε: «Κύριε, δέν εἶμαι, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, οὔτε σάν κι αὐτόν τόν Τελώνη…». Αἰσθάνεται εὐχαριστία μέσα του γιά τά «καλά του ἔργα», λέγοντας: «Εὐχαριστῶ τόν Θεό, διότι ἐγώ δέχομαι νά ἁμαρτάνω μέ τόν λογισμό, καί ὄχι μέ τό ἔργο, ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ ἄλλοι».

Καί τί γίνεται με ὅλα αὐτά πού ἀκοῦμε;

-Βλέπεις τόν διάβολο, πόσο μέγας φιλόσοφος εἶναι; Πόσο σπουδαῖος θεολόγος εἶναι; Σκύβεις τό κεφάλι σου μέ τήν εὐχαριστία αὐτή καί λέγεις ὅτι ἡ ἁμαρτία σου φθάνει μόνο μέχρι τήν συγκατάθεσι, ὁπότε συμπεραίνεις ὅτι δέν εἶναι τίποτε. Καί μ᾿ αὐτή τήν εὐχαριστία ἡ ψυχή εἶναι εὐχαριστημένη μέ τήν κατάστασί της καί νά τί λέγει καί τό Εὐαγγέλιο: «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνη….». Πάντοτε ὑπάρχει αὐτή ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα γιά τά καλά ἔργα. Ἡ εὐχαρίστησις τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι μία ἁμαρτία, ἕνας κλάδος τῆς φιλαυτίας μας, πού κάνει τόν ἄνθρωπο χορτᾶτο ἀπό «καλά ἔργα». «Σέ εὐχαριστῶ, Κύριε….», ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος καί πίστευε ὅτι ἦταν δικαιωμένος γιά τά καλά του ἔργα. Ἀλλά δέν ὑπάρχει χειρότερος ἄνθρωπος ἀπό τόν Φαρισαῖο!

Ἀπ᾿ αὐτή τήν ἱκανοποίησι τῶν «καλῶν μας ἔργων», γεννᾶται το σάλπισμα πρός τόν ἄλλο κόσμο. Δηλαδή μᾶς παρακινεῖ ὁ διάβολος νά βγάλουμε τίς ἀρετές μας στήν ἐπιφάνεια, στήν φόρα. Καί μᾶς παρακινεῖ νά πιστεύουμε καί νά λέμε: «Ἐσύ ἔκανες αὐτό καί αὐτό τό ἔργο! Μετά ἀπό τήν δόξα τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀκολουθεῖ ἡ εὐχαρίστησις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί ἀρέσκεται γι᾿ αὐτό πού εἶναι. Καί ἀπ᾿ αὐτή τήν φιλαρέσκεια γεννᾶται ἡ λατρεία τῆς προσωπικῆς μας γνώμης. «Ἔεε, ἐγώ εἶμαι κάτι….Γνωρίζω περισσότερα ἀπό τούς ἄλλους. Γι᾿ αὐτό καί ἔχω γνώμη γιά κάθε θέμα».

Μετά ἀπό τήν ὑψηλή ἰδέα πού ἔχουμε γιά τήν γνώμη μας, γεννᾶται ἡ φαντασία γιά τόν ἑαυτό μας. Φαντάζεται ὁ ἄνθρωπος ὅτι εἶναι κάποιος. Ἀπό τήν φαντασία γεννᾶται ἡ εὐαισθησία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί λέγει: «Ἐγώ δέν πειράζω κανέναν, ἐσύ γιατί μέ ἐνοχλεῖς; Μήν ἀκουμπᾶς ἐπάνω μου». Ἀπ᾿ αὐτή τήν αἴσθησι τοῦ ἑαυτοῦ μας γεννᾶται ἡ ἔπαρσις καί ἀπ᾿ αὐτή ἔρχεται ἡ τιμή γιά τόν ἑαυτό μας. Ζητοῦμε νά μᾶς τιμοῦν οἱ ἄλλοι. Ἀπό τήν τιμή πού ζητοῦμε νά μᾶς προσφέρουν οἱ ἄνθρωποι, γεννᾶται ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας καί κατόπιν στηριζόμαστε στόν ἑαυτό μας καί θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας αὐθεντία. Κατόπιν ἀκολουθεῖ ἡ ἀναισθησία καί ἡ σκληρότης τῆς καρδιᾶς μας, ἡ ὁποία εἶναι ταυτόσημη μέ τόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Καί δέν ἔχω τόν χρόνο νά σᾶς περιγράψω μέ λεπτομέρεια ὅλα αὐτά.

Ἰδού πῶς ἐνεργεῖ καί ἐξαπλώνεται ἡ φιλαυτία μας ἐπάνω στόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας. Κι αὐτά συμβαίνουν ἀκριβῶς, ὅταν ὁ νοῦς μας κοιμᾶται καί δέν ἔχει νῆψι καί προσοχή. Ὅταν εἶναι σέ ἑτοιμότητα νά λέγει τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ….» ἤ δημιουργεῖ ἄλλους πνευματικούς καί ὠφέλιμους στοχασμούς. Ὁπότε ἔτσι ταπεινώνεται καί γνωρίζει τίς ἀδυναμίες του. Ἀλλ᾿ ὅμως τί συμβαίνει;

Στήν συγκατάθεσι ὁ νοῦς μας δέχεται τόν διαβολικό λογισμό. Ὁπότε φαίνεται ὅτι ὁ λογισμός μας μέ τόν νοῦ εἴτε πορνεύει, εἴτε ἐκδικεῖται τόν ἀντίπαλό του, εἴτε μισεῖ κάποιον, εἴτε φαντάζεται τήν κενή δόξα, εἴτε ὀνειρεύεται χρήματα, εἴτε ἄλλα καλά ἔργα. Ἡ ψυχή πού συγκατατέθηκε εἶναι σέ διάλογο μέ τό κάθε ἁμάρτημα.

Κλείνοντας αὐτά τά λίγα λόγια, παρακαλοῦμε τόν Πανάγαθο Θεό καί Πολυέλεο Σωτῆρα μας νά στείλη καί σέ ἐμᾶς τό ἔλεός Του καί σέ ὅλους τούς Χριστιανούς μας, οἱ ὁποῖοι περνοῦν μέ τόσες φροντίδες αὐτή τήν ζωή. Καί νά μή ξεχνᾶμε τά θεῖα Του λόγια, τά ὁποῖα πάντοτε πρέπει νά μᾶς παρακινοῦν σέ ἐπαγρύπνησι τοῦ νοῦ καί προσοχή, ὅπως γράφει καί τό Ἱερό Εὐαγγέλιο: «Μή ἐλθών ἐξαίφνης εὕρη ὑμᾶς καθεύδοντας, ἅ δε ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω. Γρηγορεῖτε». (Μάρκου 13,36-37).

 

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου