Αγιολόγιον - Πρόσωπα

ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

ΦΑΥΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΗ

ΕΥΪΛΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΞΙΜΟΥ

Τρεῖς Μάρτυρες πάσχουσιν ἰχθύων πάθος,

Κοινῇ τυχόντες ὀργάνου τοῦ τηγάνου.

ΦΑΥΣΤΑ ἡ Ἁγία Παρθένος καὶ Μάρτυς τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ νύμφη ἀμόλυντος ὑπῆρξεν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μαξιμιανοῦ, ἐν ἔτει σϟθ΄ (299), γεννηθεῖσα καὶ ἀνατραφεῖσα εὐσεβῶς εἰς τὴν πόλιν τῆς Κυζίκου (¹) ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς καὶ πλουσίους, οἱ ὁποῖοι ἀφ᾽ οὗ ἀνεπαύθησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν Κύριον αἱ ψυχαὶ αὐτῶν, ἔμεινεν ἡ κόρη ὀρφανὴ εἰς ἡλικίαν δέκα τριῶν ἐτῶν, ἥτις σχολάζουσα καθ᾽ ἑκάστην εἰς νηστείας, προσευχὰς καὶ εἰς τὴν μελέτην τῶν θείων Γραφῶν, ἐπεμελεῖτο τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς της. Διὰ τὰς ἀρετὰς αὐτὰς ἡ φήμη της ἐπῆγε πανταχοῦ, ἐπειδή, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Δεσπότου μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυβῇ πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη.

Ἀκούσας λοιπὸν ὁ τύραννος Μαξιμιανὸς δι᾿ αὐτήν, ἔστειλεν εὐθὺς ἄρχοντά τινα, τὸν πρῶτον τοῦ παλατίου του, ὀνόματι Εὐϊλάσιον, νὰ ἐρευνήσῃ εἰς ὅλην τὴν Κύζικον, νὰ εὕρῃ τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ Φαῦσταν, καὶ νὰ τὴν καταπείσῃ νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα· ἐὰν δὲ ἀπειθήσῃ εἰς τοῦτο καὶ τολμήσῃ νὰ ὁμολογήσῃ τὸν Χριστόν, νὰ τὴν βυθίσῃ εἰς τὴν θάλασσαν. Φθάσας λοιπὸν ὁ Εὐϊλάσιος εἰς τὴν Κύζικον, ἐπρόσταξε καὶ ἔφεραν τὴν Ἁγίαν εἰς τὸ κριτήριον, ὡς φονέα δεδεμένην μὲ ἅλυσον. Ἠνάγκαζε δὲ αὐτὴν ὁ ἄρχων νὰ θυσιάσῃ εἰς τοὺς μιαροὺς δαίμονας. Ἡ δὲ Ἁγία εἶπε πρὸς αὐτόν· «Ἐγὼ τοιούτους θεούς, κωφούς, τυφλοὺς καὶ ἀναισθήτους, δὲν καταδέχομαι νὰ προσκυνήσω ποτὲ καὶ νὰ γίνω ὁμοία αὐτῶν ἀναίσθητος, προσφέρουσα εἰς αὐτοὺς θυσίαν· διότι ἐγὼ ἔχω Θεὸν ἀληθῆ, τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀπαρνηθῶ, διὰ νὰ μὴ ζημιωθῶ τὴν ἀποκειμένην κληρονομίαν, ἥτις εἶναι ἐπηγγελμένη καὶ ἡτοιμασμένη διὰ τοὺς δούλους Αὐτοῦ». Λέγει πάλιν πρὸς αὐτὴν ὁ Εὐϊλάσιος· «Προσκύνησον, Φαῦστα, τοὺς θεούς, εἰδ᾽ ἄλλως θέλω σοῦ δώσει σκληρὸν καὶ πικρότατον θάνατον». Ἡ δὲ Ἁγία ἀπεκρίνατο λέγουσα· «Μὴ νομίσῃς πὼς εἶμαι κόρη τις ἀνόητος, νὰ ὑποπέσω εἰς τοιαύτην ἀσέβειαν, νὰ προσκυνήσω ὡς κτίστην τὰ κτίσματα, διότι, ἂν καὶ φαίνομαι μικρὰ εἰς τὴν ἡλικίαν, ὅμως ἔχω μεγάλην τὴν καρδίαν, τὸν δὲ λογισμὸν τελείως ἀφιερωμένον εἰς τὸν Δεσπότην μου Χριστόν». Τότε προστάσει ὁ δικαστὴς νὰ ξυρίσουν τὴν κεφαλὴν τῆς Ἁγίας, νὰ τὴν κρεμάσωσιν εἰς ξύλον καὶ νὰ τὴν ξεσχίζωσιν.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἐβασάνισαν ἐπὶ ὥραν πολλὴν τὴν Ἁγίαν, ἐσήκωσεν αὕτη τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν μετὰ πίστεως καὶ προσηύχετο πρὸς τὸν Κύριον νὰ τῆς στείλῃ ἐξ ὕψους βοήθειαν· εὐθέως δὲ ἦλθεν ἀστραπὴ τόσον μεγάλη καὶ φοβερά, ὥστε πολλοὶ ἀπὸ τὸν φόβον των ἀπέθανον. Ἀλλὰ καὶ ὁ Εὐϊλάσιος ἐφοβήθη ὑπερβολικὰ καὶ νομίζων ὅτι ταῦτα ἦσαν ἔργα μαντείας, ἠρώτα τὴν Ἁγίαν ποῦ ἔμαθε νὰ κάμνῃ τοιαῦτα τερατουργήματα· ἡ δὲ ἔλεγε· «Μὴ ἀπατᾶσαι, ὦ δικαστά, νὰ νομίζῃς μαγείας τὰ ἔργα τῆς θείας δυνάμεως· ἐμοῦ ἡ ψυχὴ εἶναι ὅλως δι᾿ ὅλου ἐστηριγμένη εἰς τὸν Δεσπότην μου, καὶ δὲν θέλεις δυνηθῆ νὰ μὲ χωρίσῃς ποσῶς ἀπὸ τὴν ἀγάπην του, ἔστω καὶ ἂν μοῦ κάμῃς μυρία κολαστήρια, τὰ ὁποῖα ποσῶς δὲν θὰ αἰσθάνομαι, διότι καταφλέγομαι ὁλόκληρος ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα καὶ διὰ νὰ γνωρίσῃς τὴν ἀλήθειαν, σὲ παρακαλῶ, πρόσταξε νὰ ζωγραφήσουν εἰς εἰκόνα τὸν χαρακτῆρα μου». Τούτου γενομένου μὲ πολλὴν ταχύτητα, ἐπρόσταξεν ἡ Ἁγία τοὺς στρατιώτας νὰ ξεσχίζουν καὶ νὰ τιμωροῦν τὴν εἰκόνα της καὶ λέγει τότε πρὸς τὸν ἄρχοντα· «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός μου, καθὼς ἐγὼ δὲν αἰσθάνομαι, οὔτε καταλαβαίνω καθόλου πόνον τινὰ ἀπὸ ὅσα κακὰ κάμνετε εἰς αὐτὴν τὴν εἰκόνα, ἡ ὁποία ἔχει τὸν χαρακτῆρα μου, οὕτω καὶ ἡ ψυχή μου ὁλοτελῶς δὲν αἰσθάνεται τὰ κολαστήρια, τὰ ὁποῖα δίδετε εἰς τὴν σάρκα μου, ἐπὶ ὅσην δὲ ὥραν μὲ τιμωρεῖτε, σκέπτομαι τὸν Δεσπότην μου Χριστόν, καὶ ἐκεῖνος ἀνακουφίζει τοὺς πόνους μου».

Τότε προστάσσει ὁ ἄρχων νὰ τὴν καρφώσουν εἰς γλωσσόκομον, δηλαδὴ ξύλινον κιβώτιον στενὸν ὡς φέρετρον καὶ νὰ τὴν πριονίσωσι μέσα εἰς αὐτὸ ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω. Διατάξας ταῦτα ὁ ἄρχων, ἠγέρθη ἀπὸ τὸν θρόνον καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν οἶκον του, διότι ἦτο ἑσπέρας. Τὴν ἐπαύριον εἶχον ἡτοιμασμένον οἱ στρατιῶται τὸ γλωσσόκομον καὶ καρφώσαντες ἐντὸς αὐτοῦ τὴν Ἁγίαν τὴν ἐπριόνιζαν ἀπὸ τὴν πρώτην ὥραν ἕως τὴν ἐνάτην καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κόψουν οὔτε κἂν τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς της, αὐτὴ δὲ ἔψαλλεν ἐντὸς τοῦ γλωσσοκόμου εὑρισκομένη καὶ ἐδόξαζε τὸν Κύριον. Οὕτως ἀγωνιζόμενοι οἱ στρατιῶται ἤλλαξαν ἕξ πρίονας, ὅλοι ὅμως συνετρίβοντο καὶ ἔμενον ἄχρηστοι, οἱ δὲ δήμιοι ἐκουράσθησαν καὶ ἔγιναν ὡς νεκροί. Ἔπειτα ἐδοκίμασαν νὰ τὴν τελειώσουν διὰ πυρός, νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ αὐτῆς, ἀλλ᾽ οὔτε νὰ τὴν καύσουν ἠδυνήθησαν, ἐπειδὴ ἔχασε τὸ πῦρ τὴν καυστικήν του ἐνέργειαν καὶ τὴν ἐδρόσιζε μᾶλλον, οὕτω προστασσόμενον ὑπὸ τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλεῖτο ἡ Μάρτυς ἔσωθεν, μὲ θάρρρος λέγουσα· «Κἂν διὰ πυρὸς ἔλθω, ἡ φλὸξ οὐδὲ ποσῶς κατακαύσει με».

Ταῦτα μαθὼν ἀπὸ τοὺς δημίους ὁ Εὐϊλάσιος ἐθαύμασε καὶ προσκαλεσάμενος τὴν Ἁγίαν εἰς τὴν οἰκίαν του, εἶπε πρὸς αὐτήν· «ὢ γύναι, ἐξέπληξάς με ποιοῦσα τοιαῦτα ἔργα παράδοξα, ἐπειδὴ εἶμαι τώρα ὀγδοήκοντα ἐτῶν καὶ ποτὲ δὲν εἶδα τοσαῦτα θαυμάσια. Λοιπόν, σὲ ὁρκίζω εἰς τὸν Θεόν σου, νὰ μοῦ εἰπῇς τὴν ἀκρίβειαν τῆς πίστεώς σου μὲ πᾶσαν ἀλήθειαν». Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ Μάρτυς· «Καθάρισον τὸν νοῦν σου καὶ ἄκουε ἐπιμελῶς ὅσα θέλω σοῦ διηγηθῇ σήμερον διὰ νὰ ἐννοήσῃς τὰ θεῖα μυστήρια καὶ νὰ πιστεύσῃς τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ποθῇς νὰ εὕρῃς τὸν ἀληθῆ Θεὸν εὔϊλατον, Εὐϊλάσιε, νὰ κληρονομήσῃς ζωὴν αἰώνιον καὶ Βασιλείαν ἀτελεύτητον, νὰ βαπτισθῇς σὺ καὶ ὅλη σου ἡ συγγένεια». Ἀπεκρίθη ὁ ἄρχων· «Λέγε μετὰ παρρησίας τὴν ἀλήθειαν καὶ θὰ σὲ ἀκούσω νουνεχῶς καὶ ἐπιμελέστατα». Τότε ἡ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, πεφωτισμένη ἀπὸ τὴν ἄνω σοφίαν, ἐδημηγόρησε λέγουσα· «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀθάνατος καὶ αἰώνιος, τὰ ἔργα του ἀληθινὰ καὶ δικαία ἡ κρίσις του. Οὗτος ὁ μόνος ἀληθὴς Θεὸς εἶναι τρισυπόστατος, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα Ἅγιον· ποιήσας δὲ τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα αὑτοῦ καὶ ὁμοίωσιν, τὸν ἔβαλεν εἰς τὸν Παράδεισον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον τὸν ἐξέβαλεν ὁ διάβολος μὲ ἀπάτην, ἀπὸ τὸν φθόνον του· ἐπειδὴ δὲ ἔμειναν ἅπαν τὸ ἀνθρώπινον γένος ὑποκείμενον τοῦ δαίμονος, κατεδέχθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἐσαρκώθη εἰς τὴν Ἁγίαν Παρθένον γενόμενος κατὰ παράδοξον τρόπον ἄνθρωπος καὶ ἐσταυρώθη θεληματικῶς καὶ ὑπέμεινε, πρὸς ὥραν, θάνατον, διὰ νὰ λυτρώσῃ τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ δαίμονος».

«Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἐξέβαλεν ἀπὸ τὸν Ἅδην τὸν ἄνθρωπον, ἀνέστη τριήμερος καὶ τὸν ἐπῆρε μαζί του καὶ ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἔμπροσθεν τῶν Μαθητῶν αὑτοῦ, τεσσαράκοντα ἡμέρας μετὰ τὴν Ἀνάστασίν του, διὰ νὰ τοὺς δείξῃ πὼς μέλλει πάλιν νὰ ἔλθῃ μὲ ὅμοιον τρόπον, ἐπὶ τῶν νεφελῶν καθήμενος, νὰ κρίνῃ ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἕνα ἕκαστον κατὰ τὰ ἔργα του. Οἱ δίκαιοι δηλαδή, οἱ ὁποῖοι θὰ πολιτευθοῦν ἐνάρετα καὶ θὰ καταισχύνουν τοὺς δαίμονας, αὐτοὺς ὅπου ἀφρόνως προσκυνεῖτε σεῖς ὡς θεούς, καὶ νικήσουν τὰ κακὰ ἔργα καὶ φυλάξουν παρθενίαν καὶ ἐλεημοσύνην καὶ τὰ ἄλλα σωτήρια προστάγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρήγγειλε, θὰ ἀπολαύσουν τότε, εἰς τὴν δευτέραν του παρουσίαν, δόξαν καὶ εὐφροσύνην αἰώνιον, νὰ συμβασιλεύουν μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν πάντοτε. Ὅσοι πάλιν ἀπειθήσουν καὶ δὲν φυλάξουν τὰς ἐντολάς του, ἀλλὰ ἐπιδοθοῦν εἰς σαρκικὰς πράξεις καὶ κάμνουν τὰ θελήματά των ὡς ἄλογα ζῷα, θὰ κατακριθοῦν μαζὶ μὲ τοὺς δαίμονας, τοὺς ὁποίους προσκυνεῖτε, εἰς πῦρ ἀτελεύτητον, νὰ φλογίζωνται πάντοτε. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἠξιώθημεν νὰ γνωρίσωμεν τὴν ἄφατον τοῦ Χριστοῦ ἀγαθότητα προδίδομεν τὰς σάρκας προθύμως καὶ χαίροντες εἰς τιμωρίας προσκαίρους καὶ μάστιγας, διὰ νὰ λυτρωθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀτελεύτητον κόλασιν καὶ νὰ κληρονομήσωμεν εἰς τοὺς οὐρανοὺς Βασιλείαν αἰώνιον· διότι ἂν καὶ τώρα πρὸς ὥραν ἀποθνήσκομεν, ἀλλὰ τότε, τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, θὰ ἀναστηθῶμεν ὅλοι νὰ ζῶμεν πάντοτε».

Ταῦτα ἀκούσας ὁ Εὐϊλάσιος ἐγνώρισε τοῦ Θεοῦ τὴν μεγάλην καὶ ἀνίκητον δύναμιν καὶ κατανυγεὶς τὴν καρδίαν ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον, ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἀπέλυσε τὴν Μάρτυρα. Τότε ἔδραμεν ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους τοῦ Εὐϊλασίου πρὸς τὸν βασιλέα, διὰ νὰ φανῇ πιστὸς εἰς αὐτόν, καὶ τοῦ λέγει· «Γνώριζε, κύριέ μου βασιλεῦ, ὅτι ἐπρόδωσεν ὁ Εὐϊλάσιος τὴν ἀγάπην σου καὶ μέλλει νὰ γίνῃ Χριστιανὸς ὁ ἀχάριστος! λοιπὸν σπούδασον νὰ τὸν ἁρπάσῃς πρὶν τελειωθῇ καὶ τὸν χάσῃς». Μαθὼν ὁ βασιλεὺς τὰ γενόμενα ἐθύμωσεν ὑπέρμετρα καὶ προσεκάλεσας τὸν ἔπαρχον αὑτοῦ, Μάξιμον ὀνομαζόμενον, ὅστις ἦτο σκληρὸς πολὺ καὶ ἀπάνθρωπος, τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν Κύζικον, παραγγείλας εἰς αὐτὸν νὰ παιδεύσῃ ἀσπλάγχνως τὸν Εὐϊλάσιον. Ἀφοῦ ἦλθεν ὁ ἔπαρχος εἰς τὴν Κύζικον, ἔφεραν εὐθὺς εἰς τὸ κριτήριον δεδεμένον τὸν Εὐϊλάσιον. Λέγει τότε πρὸς αὐτὸν ὁ ἔπαρχος· «Εἰπέ μου, κακὴ κεφαλή, πῶς ἐτόλμησες νὰ ἀφήσῃς τοὺς μεγάλους θεοὺς καὶ νὰ πιστεύσῃς εἰς τὸν Χριστόν, ἀνόητε;» Ἀπεκρίθη ὁ Εὐϊλάσιος· «Ἐπ᾿ ἀληθείας, ἐὰν ἀκούσῃς καὶ σὺ τὴν Μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Φαῦσταν, θέλει γνωρίσει τὸν ζῶντα καὶ ἀληθῆ Θεὸν νὰ γίνῃς μακάριος.»

Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων τούτων ὀργισθεὶς ὁ ἔπαρχος ἐπρόσταξε νὰ κρεμάσωσι τὸν Ἅγιον εἰς τὸ ξύλον, νὰ τὸν δέρωσι καὶ νὰ τὸν κεντῶσι μὲ τὰ ξίφη των. Καθὼς λοιπὸν ἔδερνον αὐτὸν ὥραν πολλὴν ἐφώναζε πρὸς Κύριον λέγων· «Κύριε ὁ Θεός, ὁ Παντοκράτωρ, ὅπως ἐβοήθησες τὴν δούλην σου Φαῦσταν εἰς ὅλα τὰ θλιβερὰ ὅπου τῆς ἦλθον, δεῖξε καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ταπεινὸν τὰ θαυμάσιά σου· λύτρωσέ με ἀπὸ τὸν δεινὸν τοῦτον καὶ ὠμότατον ἔπαρχον, διότι ἐσένα ἐπόθησα, Δέσποτα, διὰ τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα σου θαυμάσια». Ταῦτα τοῦ Εὐϊλασίου προσευχομένου, ἐπρόσταξε πάλιν ὁ ἔπαρχος νὰ κατακαύσουν τὰς πλευράς του μὲ λαμπάδας. Τούτου γενομένου μὲ πολλὴν ταχύτητα, παρεκάλει τὴν Ἁγίαν Φαῦσταν ὁ μακάριος Εὐϊλάσιος, νὰ κάμῃ προσευχὴν δι᾿ αὐτόν. Τότε ἡ Ἁγία συμπονέσασα πολὺ τὸν βασανιζόμενον Μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ ηὔχετο δι᾿ αὐτόν, οὕτω λέγουσα· «Κύριε ὁ Θεός μου, χάρισέ μου τὴν αἴτησιν ταύτην, δέξαι τὸν δοῦλον σου Εὐϊλάσιον εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων σου, συναρίθμησον αὐτὸν μετὰ τῶν Δικαίων σου, ὅτι εὐλογημένος εἶσαι εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν». Τότε προστάσσει ὁ ἔπαρχος νὰ φέρουν τὴν Ἁγίαν εἰς τὸ κριτήριον καὶ λέγει πρὸς αὐτήν· «Κακὴ κεφαλή, πῶς ἐτόλμησες νὰ ἀλλοτριώσῃς ἀπὸ τοὺς μεγάλους θεοὺς τὸν τίμιον ἱερέα Εὐϊλάσιον καὶ νὰ τὸν προσφέρῃς εἰς τὸν Θεόν σου, ἀναίσχυντον γύναιον;» Ἡ δὲ Ἁγία ἀπεκρίνατο· «Ἐλπίζω εἰς τὴν ἀγαθότητα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ μου, ὅστις ἐκάλεσεν αὐτὸν νὰ γίνῃ τέκνον τῆς ἀληθείας, Αὐτὸς δὲ νὰ καλέσῃ καὶ σὲ εἰς τὴν αὐτοῦ προσκύνησιν». Λέγει ὁ ἔπαρχος· «Μὴ νομίσῃς, Φαῦστα, ὅτι εἶμαι ὡσὰν αὐτὸν ἀφρονέστατος, νὰ ἀρνηθῶ τὴν θρησκείαν μου».

Ταῦτα λέγων ὁ ἔπαρχος ἐπρόσταξε νὰ δέσουν τὴν Ἁγίαν καὶ νὰ καρφώσουν ἥλους σιδηροῦς εἰς τοὺς ἀστραγάλους της. Τούτου γενομένου ταχύτατα, ἔμειναν ἀβλαβὴς ἡ Ἁγία καὶ οὐδόλως ᾐσθάνετο τὴν τιμωρίαν καὶ παίδευσιν ταύτην. Ἰδὼν λοιπὸν ὁ ἔπαρχος τοιοῦτον θαυμάσιον, ἠρώτησε τοὺς στρατιώτας, ἐὰν ἐγνώριζέ τις ἐξ αὐτῶν μηχανήν τινα δεινήν, ἢ χαλεπωτέραν παίδευσιν, μὲ τὴν ὁποίαν νὰ νικήσῃ τὴν Φαῦσταν καὶ θὰ τοῦ δώσῃ μεγάλην ἀνταμοιβὴν διὰ τὴν ἐκδούλευσιν ταύτην. Τότε ἀποκριθεὶς εἷς ἐξ αὐτῶν, ὀνόματι Κλαύδιος, εἶπε πρὸς αὐτόν· «Ἐγώ, κύριε μου, νὰ τὴν δώσω εἰς τὰ θηρία νὰ τὴν ξεσχίσωσι». Λαβὼν λοιπὸν τὴν Ἁγίαν, ἐγύμνωσε καὶ ἀφῆκε κατ᾿ αὐτῆς μίαν λέαιναν ἀγριωτάτην πολὺ καὶ ἀνήμερον, ἥτις ὥρμησε κατ᾿ αὐτῆς μὲ ὁρμὴν ἀκατάσχετον, ὅταν ὅμως τὴν ἐπλησίασεν, ἐλησμόνησε τὴν φυσικὴν ἀγριότητα καὶ προσπίπτουσα εἰς τοὺς πόδας τῆς Ἁγίας τὴν ἐπροσκύνησεν. Ἀπέλυσαν λοιπὸν καὶ ἄλλα θηρία οἱ τῶν θηρίων ἀπανθρωπότεροι, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ἐγίνοντο ὑπὲρ τοὺς ἀνθρώπους φιλανθρωπότερα καὶ οὐδὲν ἐτόλμησε νὰ κακοποιήσῃ τὴν Μάρτυρα, ἀλλὰ ἔπιπτον εἰς τοὺς πόδας αὐτῆς καὶ ἔμενον ὡς ἀρνία πραότατα. Τοῦτο πάλιν τὸ ἐξαίσιον θαῦμα βλέπων ὁ ἔπαρχος ἐπρόσταξε νὰ τὴν δέσουν ἀπὸ τοὺς πόδας καὶ νὰ τὴν σύρουν οὕτω γυμνὴν εἰς ὅλην τὴν πόλιν νὰ τὴν πομπεύσωσιν, ἡ δὲ μακαρία, καθὼς τὴν ἔσυρον, ἐβόησε πρὸς Κύριον λέγουσα· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Βασιλεῦ Παντοδύναμε, σκέπασον τὸ πλάσμα σου, νὰ μὴ γίνωμαι εἰς τοὺς ἐχθρούς σου αἰσχύνη καὶ περιγέλασμα», εὐθὺς δὲ τότε ἦλθεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν νεφέλη καὶ τὴν ἐσκέπασε.

Τότε πάλιν ἄλλος ἄρχων, ὠμότερος τοῦ Κλαυδίου καὶ τῶν θηρίων θηριωδέστερος, τὴν κλῆσιν Εὐσέβιος, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν ἔπαρχον ἐξουσίαν νὰ τὴν παιδεύσῃ καθὼς αὐτὸς ἐγνώριζεν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔλαβεν εἰς τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ τὴν Ἁγίαν ὁ ἐναγὴς καὶ ἀσεβέστατος Εὐσέβιος, προσέταξε χαλκέα τινὰ καὶ τοῦ ἔκαμε καρφία σιδηρᾶ ὀξύτατα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἄλλα μὲν ἐκάρφωσεν εἰς τὴν κεφαλήν της καὶ εἰς τὸ πρόσωπον καὶ ἔφθασαν εἰς τὸν μυελόν, ἕτερα δὲ εἰς τὸ στῆθος καὶ τοὺς πόδας καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ σώματος. Ἡ δὲ Ἁγία ὑπέμεινε μεγαλοψύχως καὶ ταύτην τὴν δεινὴν βάσανον μὲ καρτερίαν θαυμασίαν καὶ προσηύχετο εἰς τὸν Θεὸν ταῦτα λέγουσα· «Δέσποτά μου Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, εὐχαριστῶ σοι, ὅπου μὲ ἐνεδυνάμωσες καὶ ἠξίωσες νὰ ὑπομείνω τοιαῦτα πάθη διὰ τὸ ὄνομά σου. Δέομαι καὶ ἱκετεύω τὴν Βασιλείαν σου, νὰ μὲ ἀξιώσῃς νὰ φθάσω εἰς τὸ στάδιον τοῦ εὐδίου λιμένος σου· ἔτι δὲ παρακαλῶ τὴν ἀγαθότητά σου, νὰ φωτίσῃς τὸν ἔπαρχον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν εὐσέβειαν διὰ νὰ γνωρίσουν ἅπαντες, ὅτι σὺ εἶσαι μόνος Θεὸς ἀληθὴς καὶ Πανάγαθος καὶ σοὶ πρέπει δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν». Ταῦτα μὲν ηὔχετο ἡ Ἁγία, ὁ δὲ ἐλεήμων Θεός, βλέπων τὴν ἀγαθὴν αὐτῆς προαίρεσιν, ὅτι ἐδέετο δι᾿ ἐκείνους ὅπου τὴν ἔθλιβον, κατὰ τὸ θεῖον αὑτοῦ καὶ σωτήριον πρόσταγμα· «Προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς . . . .» (Ματθ. ε΄ 44), ἐπήκουσε τῆς δεήσεως αὐτῆς καὶ ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ὁ ἔπαρχος, ὅθεν ὁ πρώην λύκος ἔγινεν ἀρνίον ἄκακον, καθὼς κατωτέρω φαίνεται.

Ὅταν εἶδεν ὁ δυσσεβὴς Εὐσέβιος, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ νικήσῃ μίαν ἁπαλὴν κόρην μὲ τοιαύτην φρικτὴν καὶ φοβερὰν βάσανον, ἔφερεν ἓν τηγάνιον ἀρκετὰ μεγάλον, τὸ ὁποῖον ἐγέμισε μὲ πίσσαν, θειάφιον καὶ ρητίνην καὶ βάζει μέσα τὴν Ἁγίαν ὁμοῦ μὲ τὸν Εὐϊλάσιον, ἀνάψας κάτωθεν αὐτοῦ μεγάλην πυράν· οἱ δὲ Ἅγιοι Μάρτυρες ἱστάμενοι εἰς τὸ τηγάνιον, ἔχαιρον ψάλλοντες, ὡς ἄλλοι παῖδες καὶ δὲν ᾐσθάνοντο ποσῶς τοῦ πυρὸς τὴν σφοδρότητα. Τότε δὴ τότε, βλέπων ὁ ἔπαρχὸς Μάξιμος τοιοῦτον θαυμάσιον, κατενύχθη ἡ καρδία του ἀπὸ θείαν νεῦσιν καὶ βούλησιν καὶ πιστεύσας εἰς τὸν Χριστὸν ἔδραμε πρὸς τοὺς Ἁγίους, τοιαῦτα εὐχόμενος· «Ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος, ὁ οἰκτίρμων καὶ πολυέλεος, πρόσδεξαι καὶ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀνάξιον καὶ συναρίθμησόν με μὲ τοὺς δύο τούτους ἱκέτας σου, νὰ ἀποπληρώσω τὸν ἀριθμὸν τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἐγὼ ὁ εὐτελὴς καὶ ἐλάχιστος. Ναί, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, δεῖξον Σου τὸ ἀμνησίκακον καὶ φιλάνθρωπον καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον σου, κάμε εἰς ἐμὲ ἔλεος διὰ τοὺς οἰκτιρμούς σου, φιλάνθρωπε, διὰ νὰ δοξασθῇ καὶ εἰς ἐμέ, ἀπ᾿ ὅλους, τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον». Ταῦτα εἰπὼν μετὰ πίστεως καὶ πολλῆς κατανύξεως ὁ μακάριος ἔπαρχος, ἠνοίχθησαν εὐθὺς οἱ οὐρανοὶ καὶ βλέπει τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ πάσας τὰς Στρατιὰς τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Δικαίων ὡς ἥλιον λάμποντας. Ταῦτα ἰδὼν ὁ Μάξιμος ἀνεβόησε πρὸς τὸν Θεὸν λέγων· «Δέσποτα Κύριε, πρόσδεξαι καὶ ἐμὲ τὸν κατακεκριμένον ὡς τὸν λῃστὴν καὶ μὴ ἐνθυμηθῇς τὰς παρανομίας μου, πολυεύσπλαγχνε».

Ταῦτα εἰπὼν μετὰ δακρύων ὁ Μάξιμος ἔκαμε τὸν σταυρόν του, ἐξεδύθη τὰ ἐνδύματά του, ἐσφράγισε καὶ πάλιν ὅλον τὸ σῶμα του μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ καὶ λέγων «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἐπήδησε μέσα εἰς τὸ τηγάνιον, πρὸς τοὺς Ἁγίους λέγων· «Μαζί σας εἶμαι καὶ ἐγώ, Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ· ὅθεν παρακαλῶ σας, κάμετε καὶ δι᾿ ἐμὲ δέησιν πρὸς αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν ἐσχάτην μου ταύτην ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν». Τότε ἡ μακαρία Φαῦστα ἠγαλλιάσατο καὶ ηὐφράνθη τῷ πνεύματι, ὅτι ἐπήκουσεν αὐτῆς ὁ Κύριος καὶ ἐπέστρεψεν εἰς θεογνωσίαν ὁ ἔπαρχος, εὐχαριστοῦσα δὲ αὐτὸν ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας ἔλεγε· «Δόξα σοι Χριστὲ ὁ Θεός, διότι δὲν θέλεις τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἰδοὺ ὅτι εἶμαι μεταξὺ τῶν δύο τούτων δούλων σου ὡς εὐθαλὴς καὶ πολύκαρπος ἄμπελος». Ταῦτα εἰποῦσα, ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν λέγουσα· «Ἔλθετε πρός με πάντες οἱ πεφορτισμένοι καὶ κοπιασμένοι νὰ σᾶς ἀναπαύσω εἰς τὴν οὐράνιον Βασιλείαν μου». Ταῦτα ἀκούσαντες καὶ χαρᾶς πλησθέντες οἱ Ἅγιοι, παρέδωκαν εἰς αὐτὸν ἐν εἰρήνῃ τὰς μακαρίας ψυχάς των, κατὰ τὴν ἕκτην τοῦ Φεβρουαρίου μηνός, ὧν ταῖς πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἀξίωσον καὶ ἡμᾶς τῆς οὐρανίου Βασιλείας σου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΟΙΝΟΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ