Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Υπό απέλαση ο Έλληνας του Πόντου Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί!

Δεύτερη αρνητική απόφαση του Υπ. Μετανάστευσης – Καταγγελίες για «πολιτική παράδοση» στην Τουρκία

Το πολιτικό αίτημα που διατυπώνεται δημόσια είναι σαφές: να ανακληθεί η απέλαση και να υπάρξει λύση που να εγγυάται ότι ο Γιαϊλαλί δεν θα επιστραφεί σε περιβάλλον όπου τον περιμένουν διώξεις και φυλακή.

Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης

Σοβαρές αντιδράσεις προκαλεί η υπόθεση του Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από το 2019 και ενημερώθηκε ότι εκδόθηκε δεύτερη απόφαση απέλασης σε βάρος του από το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, υπό την πολιτική ευθύνη του υπουργού Θάνου Πλεύρη.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η αίτησή του για άσυλο απορρίπτεται με το σκεπτικό ότι βαρύνουν κατηγορίες περί «εγκλημάτων πολέμου», ενώ ταυτόχρονα –όπως καταγγέλλεται– το Υπουργείο φέρεται να υποστηρίζει ότι δεν αντιμετωπίζει δίωξη στην Τουρκία, παρότι ο ίδιος επικαλείται 13 ενεργές υποθέσεις και εντάλματα σύλληψης εις βάρος του. Οι υποθέσεις, όπως αναφέρεται, σχετίζονται με ζητήματα όπως η αναγνώριση της Γενοκτονίας, η «προσβολή» του Μουσταφά Κεμάλ και κατηγορίες περί σχέσης με το PKK.

«Απορρίπτουμε ως αβάσιμη την αίτηση διεθνούς προστασίας του/της (επώνυμο) YAYU… (όνομα) YANNIS VASILIS (πατρώνυμο) YAVUZ (μητρώνυμο) UNVER (γέννηση) 15/04/1974
(ιθαγένεια) ΤΟΥΡΚΙΑ, λόγω εφαρμογής της ρήτρας αποκλεισμού από το καθεστώς του …
137) Ύπατη Αρμοστεία, Κατευθυντήριες Οδηγίες, ό.π.
… πρόσφυγα βάσει του άρθρου 11 παρ.2 περιπτ.α’ Ν. 4939/2022 και από την επικουρική προστασία βάσει του άρθρου 16 παρ.1 περιπτ.α’ Ν. 4939/2022.
Διατάσσουμε την επιστροφή του/της, ως παρανόμως διαμένοντα στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με το ν. 5226/2025 (ΦΕΚ Α’ 154/08.09.2025), και συγκεκριμένα το άρθρο 7 και το άρθρο 4 περ. γ υποπερ. γα) στη χώρα καταγωγής του, ή υποπερ. γβ) σε χώρα διέλευσης, σύμφωνα με συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής με την Ελλάδα ή άλλες ρυθμίσεις, άλλως υποπερ. γγ) σε άλλη τρίτη χώρα, στην οποία αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός/-ή. Εφόσον, υφίσταται ήδη σε ισχύ άλλη απόφαση επιστροφής, θεωρείται ότι ενσωματώνεται στην παρούσα.
Κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον της Αρχής Προσφυγών εντός 30 ημερών (άρ. 97 παρ. 1(α) και αρ. 93 ν. 4939/2022) από την επίδοσή της ή από τότε που τεκμαίρεται ότι ο αιτών έλαβε γνώση. Σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής η παρούσα απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη με συνέπεια, ο αιτών που δεν κατέχει άλλο νομιμοποιητικό έγγραφο για την παραμονή του στην Ελλάδα, να πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα.», αναφέρει το έγγραφο που πήρε στα χέρια του ο Γιαϊλαλί.

Από τον «Ιμπραήμ» στον «Γιάννη Βασίλη» – η διαδρομή που τον έφερε στην Ελλάδα

Ο Γιαϊλαλί, γεννημένος ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί σε τουρκική μουσουλμανική οικογένεια, δηλώνει ότι σε μεταγενέστερο χρόνο ανακάλυψε ποντιακές, χριστιανικές ελληνικές ρίζες, τις οποίες και δημόσια υιοθέτησε, προκαλώντας –όπως υποστηρίζει– περαιτέρω στοχοποίηση από τις τουρκικές αρχές.

Σε συνέντευξή του στο Siyasi Haber, αναφέρεται ότι υποστήριξε πως μέσα από κρατικά αρχεία προέκυψε ότι ο πρόγονος της οικογένειας ονομαζόταν , με καταγωγή από χωριό στην περιοχή της Μπάφρας, και ότι η οικογενειακή ιστορία συνδέεται με βίαιο εκτοπισμό και διάλυση του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής. Ο ίδιος περιγράφει πως ο «Κωνσταντίνος» δολοφονήθηκε, ενώ ο παππούς του, παιδί τότε, δόθηκε σε τουρκική οικογένεια.

Η στρατιωτική θητεία, ο τραυματισμός και οι καταγγελίες για επιχειρήσεις κατά Κούρδων

Κρίσιμο σημείο της υπόθεσης είναι η περίοδος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας του, το 1994, σε επιχειρήσεις κατά του PKK. Ο Γιαϊλαλί ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε σοβαρά, συνελήφθη και ότι στη συνέχεια βρέθηκε μεταξύ στρατού και ανταρτών σε ένα περιβάλλον που περιλάμβανε –κατά τους ισχυρισμούς του– εμπρησμούς κουρδικών χωριώνβασανιστήρια και ακρωτηριασμούς νεκρών. Επιμένει πως ο ίδιος δεν συμμετείχε σε τέτοιες πράξεις, αλλά υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζουν οι καταγγελίες του: ότι δηλαδή το ελληνικό Υπουργείο χρησιμοποίησε τη μαρτυρία του για εγκλήματα του τουρκικού στρατού για να τον εμφανίσει ως εμπλεκόμενο και όχι ως μάρτυρα, οδηγώντας σε απόρριψη του αιτήματος ασύλου με «κατηγορία» περί εγκλημάτων πολέμου.

Φυλακίσεις, δικαστικές περιπέτειες και ΕΔΔΑ

Ο Γιαϊλαλί υποστηρίζει ότι, μετά την επιστροφή του, συνελήφθη από υπηρεσία πληροφοριών της χωροφυλακής, υπέστη ανακρίσεις και βασανιστήρια, κατηγορούμενος για συμμετοχή στο PKK, λιποταξία και αργότερα «τρομοκρατική δράση», επειδή κατήγγειλε διεθνώς παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αναφέρεται ότι αθωώθηκε, αλλά οι διαδικασίες κράτησαν μέχρι το 2001.

Το 2010 φέρεται να φυλακίστηκε για έναν χρόνο για «τρομοκρατική προπαγάνδα», υπόθεση που έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπου δικαιώθηκε και επιδικάστηκε αποζημίωση.

Το 2017 συνελήφθη ξανά, όπως αναφέρεται, επειδή τίμησε διαδικτυακά τις γενοκτονίες Ελλήνων και Αρμενίων, με αποτέλεσμα καταδίκη σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και τριών μηνών.

Η «διεθνής κατασκοπεία» και η φυγή από την Τουρκία

Κατά τους ισχυρισμούς του, η οριστική ρήξη ήρθε τον Ιανουάριο του 2019, όταν κατηγορήθηκε για «διεθνή κατασκοπεία» και παρουσιάστηκε από τις τουρκικές αρχές ως «Έλληνας κατάσκοπος», με τον ίδιο να αποδίδει την κατηγορία σε δημόσιες τοποθετήσεις του υπέρ της Ελλάδας και σε παρεμβάσεις του στα ελληνικά ΜΜΕ.

Έκτοτε ζει στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι εδώ βρήκε καταφύγιο σε μια χώρα που –όπως λέει– όφειλε να αποτελεί «πατρίδα» και ασφάλεια για ανθρώπους ελληνικής καταγωγής που βρέθηκαν ιστορικά εξισλαμισμένοι/εκτουρκισμένοι.

Παντελής Σαββίδης: «Τεχνική υπόθεση ασύλου» ή «ηθικό και πολιτικό σκάνδαλο»;

Η υπόθεση παίρνει ανοιχτά πολιτικά χαρακτηριστικά μετά από δημόσιες τοποθετήσεις που καταγγέλλουν την απόφαση απέλασης ως πολιτική επιλογή.

Σε παρέμβασή του στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ο δημοσιογράφος Παντελής Σαββίδης υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για «τεχνική εκκρεμότητα» αλλά για ηθικό και πολιτικό σκάνδαλο, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο με ιστορικό διώξεων ως «εν δυνάμει εγκληματία πολέμου», ενώ –κατά την άποψή του– υιοθετείται στην πράξη η λογική της Άγκυρας, όπου «η μνήμη και τα δικαιώματα βαφτίζονται τρομοκρατία». Στο ίδιο πλαίσιο θέτει το δίλημμα ωμά: «ουδετερότητα ή συνενοχή», προειδοποιώντας ότι τυχόν απέλαση θα ισοδυναμεί με παράδοση σε καθεστώς όπου ο ίδιος θεωρεί βέβαιο ότι θα φυλακιστεί.

«Όταν η Ελλάδα Προδίδει τις Αξίες που Διεκδικεί να υπερασπιστεί
Η υπόθεση του Γιάννη Βασίλη Γιαϊλάλη δεν αποτελεί τεχνική διαμάχη ασύλου. Πρόκειται για ηθικό και πολιτικό σκάνδαλο, και φέρει ξεκάθαρη υπογραφή: αυτό της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ένας άνδρας που διώκεται επί δεκαετίες από το τουρκικό κράτος -φυλακίζεται, βασανίζεται, διώκεται για τον εορτασμό γενοκτονιών και αντιμετωπίζει πολλαπλά ενεργά εντάλματα σύλληψης- αντιμετωπίζεται από τις ελληνικές αρχές όχι ως πολιτικός πρόσφυγας, αλλά ως υποτιθέμενος «εγκληματίας πολέμου. ” Όχι επειδή υπάρχουν αποδείξεις -δεν υπάρχουν- αλλά επειδή μίλησε. Επειδή κατέθεσε. Επειδή αποκάλυψε εγκλήματα.
Μέσω του υπουργείου Μετανάστευσης, η ελληνική κυβέρνηση υιοθέτησε αποτελεσματικά το αφηγηματικό χονδρικό εμπόριο της Άγκυρας. Εκεί όπου το τουρκικό καθεστώς χαρακτηρίζει τη μνήμη, την αλήθεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα ως «τρομοκρατία», το ελληνικό κράτος απαντά με γραφειοκρατική συμμόρφωση. Αυτό δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.
Εάν η Ελλάδα ισχυρίζεται ότι ένας άνθρωπος «δεν διώκεται» ενώ κυνηγούσε αδυσώπητα επί δεκαετίες;
εάν απεικονίζει έναν μάρτυρα θηριωδίας ως «επικίνδυνη» ενώ προστατεύει τους δράστες·
εάν είναι πρόθυμος να επιστρέψει τους πολιτικούς πρόσφυγες σε καθεστώτα που φυλακίζουν ανθρώπους για λόγο και μνήμη,
τότε αυτό δεν είναι πλέον κράτος που διέπεται από το κράτος δικαίου. Είναι ένα κράτος που κυβερνάται από φόβο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε την επιλογή της:
να εμφανίζεται “αξιόπιστος” στο εξωτερικό ενώ είναι εντελώς αναξιόπιστος απέναντι στις δικές του διακηρυγμένες αξίες.
Να επικαλείται ρητορικά το διεθνές δίκαιο, ενώ το παραβιάζει στην πράξη.
Αλλά η Ελλάδα είναι κάτι παραπάνω από σύνορα και υπουργικές αποφάσεις. Είναι μια χώρα που διαμορφώνεται από μνήμη, εξορία και καταφύγιο. Είναι μια χώρα της οποίας οι άνθρωποι κάποτε επέζησαν επειδή άλλοι άνοιξαν τις πόρτες τους. Εάν αυτές οι πόρτες κλείσουν τώρα, η Ελλάδα χάνει πολύ περισσότερα από μια υπόθεση ασύλου – χάνει την ηθική της θέση.
Η απέλαση του Yannis Yaylali δεν θα ήταν μια απλή διοικητική πράξη.
Θα ήταν πολιτική απόφαση.
Και την ευθύνη θα την έχουν όλοι αυτοί που την υπογράφουν», αναφέρει σε ανάρτησή του κορυφαίος δημοσιογράφος και διανοητής.
 

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η δεύτερη απόφαση απέλασης οδηγεί σε άμεσες διαδικασίες απομάκρυνσης ή αν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα ένδικα/διοικητικά μέσα που μπορούν να «παγώσουν» την εξέλιξη. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση Γιαϊλαλί έχει ήδη μετατραπεί σε σημείο αιχμής. Aπό τη μία η επίσημη αιτιολόγηση περί «ασφάλειας/κατηγοριών», από την άλλη οι καταγγελίες ότι η Ελλάδα ρισκάρει να εμφανιστεί ως χώρα που δεν προστατεύει πολιτικά διωκόμενους όταν ο διώκτης είναι ένα γειτονικό κράτος με ισχυρή επιρροή.

Το πολιτικό αίτημα που διατυπώνεται δημόσια είναι σαφές: να ανακληθεί η απέλαση και να υπάρξει λύση που να εγγυάται ότι ο Γιαϊλαλί δεν θα επιστραφεί σε περιβάλλον όπου τον περιμένουν διώξεις και φυλακή.