Τοῦ Πρεσβυτέρου π. Γερασίμου Βουρνᾶ
Ὅσοι προσπαθοῦμε νά ἔχουμε μιά πιό συνειδητή Χριστιανική ζωή, συχνά ἀποφεύγουμε τήν ἐνασχόληση μέ τά πολιτικά καί γενικότερα τά κοσμικά γεγονότα τῆς ἐπικαιρότητας, διότι – ὄχι ἄδικα – μᾶς προκαλοῦν ἀποστροφή. Ὡστόσο, κοντά στούς Πατέρες μας μάθαμε νά μή ἀφήνουμε καμία πτυχή τῆς ζωῆς ἔξω ἀπό τήν ὅραση τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες μας γνώριζαν καί κατανοοῦσαν ὅ,τι συνέβαινε στήν καθημερινή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐξηγοῦσαν τά πάντα καί στό τέλος, πάντοτε, μᾶς ἔδειχναν τήν πνευματική διάσταση τῶν πραγμάτων.
Εἶναι καλό λοιπόν νά ἐμβαθύνουμε στίς τελευταῖες παγκόσμιες ζοφερές ἐξελίξεις, οἱ ὁποῖες μάλιστα ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα χειροτερεύουν. Τά αἴτια ἀναζητοῦνται συνήθως σέ οἰκονομικούς, κοινωνικούς, φιλοσοφικούς καί ἄλλους παράγοντες. Στήν πραγματικότητα, ὅμως, εἶναι βαθιά πνευματικές καταστάσεις καί, συνειδητοποιώντας τό τί συμβαίνει στόν κόσμο, θά μπορέσουμε νά καταλάβουμε πολλά ἀπό ὅσα συμβαίνουν παράλληλα και στόν μικρό-κοσμο, πού λέγεται ἄνθρωπος.
Ὁ πλανήτης ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα μοιάζει, ὅλο καί περισσότερο, μέ καζάνι πού βράζει. Τά μεγάλα κράτη ἐπιδεικνύουν μέ ὅλο καί μεγαλύτερο θράσος τήν ἰσχύ τους σέ μιά προσπάθεια νά πάρουν στά χέρια τους τόν ἔλεγχο τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐπί παραδείγματι, εἴδαμε τό Ἰσραήλ νά ἐξολοθρεύει ἕνα ὁλόκληρο λαό μέ τήν δικαιολογία ὅτι βρισκόταν σέ… ἄμυνα! Δηλαδή, ἄν αὐτό εἶναι ἄμυνα, ἡ ἐπίθεση τί θά εἶναι; Ἀπό τήν ἄλλη, πιό πρόσφατα, οἱ Η.Π.Α. ἀπήγαγαν τόν πρόεδρο τῆς Βενεζουέλας, μαζί μέ τήν σύζυγό του, ἐνῷ τίς τελευταῖες ἡμέρες ζητοῦν νά τούς παραδοθεῖ ἡ Γροιλανδία, ἀπειλῶντας σέ διάφορους τόνους καί μέ διάφορους τρόπους. Κι αὐτά εἶναι μόνο ἐνδεικτικά παραδείγματα τῆς ἐπίδειξης ἰσχύος τῶν μεγάλων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι μέ τίς κινήσεις τους ἔχουν ἐντείνει τό αἴσθημα τῆς παγκόσμιας ἀνασφάλειας. Καθημερινά, γίνεται εὐρύτερα ἀποδεκτή ἡ διαπίστωση ὅτι τό διεθνές δίκαιο ἦταν τελικά μιά φούσκα καί στήν πραγματικότητα ἴσχυε πάντοτε ὁ νόμος τοῦ ἰσχυροτέρου, ὅπως γνώριζαν πολύ καλά ὅσοι δέν τρέφουν αὐταπάτες.
«Γιατί καί ὁ πιό ἀφελής συμφωνεῖ ὁλόψυχα μέ τόν μεγάλο Ντοστογιέφσκι πώς, “ὅταν δέν ὑπάρχει Θεός, ὅλα ἐπιτρέπονται”»[1] καί κανένα δίκαιο, διεθνές ἤ ἐγχώριο, δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἐμπόδιο. Προκαλεῖ αἴσθηση ἡ ἀνοησία τῶν λεγομένων μεσαίων δυνάμεων, ὅπως ὁ Καναδάς, τοῦ ὁ ὁποίου ὁ Πρωθυπουργός κάλεσε σέ συνεργασία ὅλα τά μικρότερα σέ ἰσχύ κράτη, ὥστε ἑνωμένα κάτω ἀπό τίς κοινές τους ἀξίες νά ἀντιμετωπίσουν τήν αὐθαιρεσία τῶν ἰσχυρῶν. Ὡστόσο, οἱ ἀξίες, ὅταν προέρχονται ἀπό τόν ἀνθρωπισμό καί ὄχι ἀπό τόν Θεανθρωπισμό, δέν ἔχουν ἀξία. Εἶναι ἐργαλεῖα ἐξαπάτησης τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο, μέχρι κάποιος νά βρεῖ τήν εὐκαιρία νά ἐπιβληθεῖ.
Καί μπροστά σέ αὐτό τό χάος, ἡ Πατρίδα μας ἀκόμη περιμένει κάτω ἀπό τά τραπέζια τῶν παγκόσμιων συνεδριάσεων, γιά νά φάει ἀπό τυχόν ψίχουλα πού θά πέσουν στό πάτωμα. Ξεχνοῦμε ὅτι ὅταν εἶχε στραμμένα τά μάτια της σέ ἀνθρώπους, πάντοτε ὁδηγεῖτο στήν καταστροφή καί στόν ἐξευτελισμό. Ἰδίως ἀπό τούς Δυτικούς. Τρανό παράδειγμα ἡ σύνοδος τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅπου ἀπαρνηθήκαμε τήν Πίστη μας, γιά νά λάβουμε στρατιωτική βοήθεια, τήν ὁποία μᾶς ὑποσχέθηκαν, ἀλλά ποτέ δέν μᾶς ἔδωσαν. Δέν ἦταν οὔτε ἡ πρώτη, οὔτε καί ἡ τελευταία φορά. Γιατί σήμερα νά περιμένουμε κάτι διαφορετικό; Τί ἀκριβῶς περιμένουμε;
Τί λαός εἴμαστε τελικά; Εἴμαστε λαός τοῦ Θεοῦ ἤ τοῦ διεθνοῦς δικαίου καί ὅλων τῶν ξοφλημένων ἀξιῶν πού πηγάζουν ἀπό τόν Δυτικό (ἀπ-)ανθρωπισμό;
Εἶναι πολύ κρίσιμα τά ἐρωτήματα αὐτά, διότι ὁ κόσμος φθάνει σέ ἕνα ἔσχατο ὅριο. Φαίνεται ὅτι – ὅπως μᾶς προειδοποίησαν οἱ Πατέρες μας[2] – ἔρχεται ἡ ὥρα πού θά μιλήσει ὁ Θεός καί μπροστά στό ξεκαθάρισμα πού θά κάνει καμία ἀνθρωπιστική ἀξία ἤ ἀνθρώπινη συμμαχία δέν θά μᾶς βοηθήσει.
Ποίου πνεύματος εἴμαστε;
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, λίγο πρίν τό ξεκαθάρισμα τοῦ Θεοῦ στήν δική του ἐποχή, κατά τήν ὁποία ἀπό Αὐτοκρατορία καταντήσαμε δοῦλοι, μᾶς εἶχε προειδοποιήσει: «Ἐάν μή Κύριος φυλάξῃ τήν ἡμετέραν πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησαν οἱ διά τῶν χρυσίων τοῦ πάπα ταύτην φυλάσσοντες».[3] Μπροστά στά παγκόσμια γεγονότα στεκόμαστε μουδιασμένοι. Ὁ λαός μας καταπνίγει τήν «προθανάτιον ἀγωνίαν» του στίς διασκεδάσεις ἤ μπροστά ἀπό τήν ὀθόνη τοῦ κινητοῦ του τηλεφώνου, ἐνῷ οἱ ἐκπρόσωποί μας συνεχίζουν νά παραδίδουν τά πάντα στόν ἐπικείμενο ὄλεθρο.
Προσπαθοῦμε νά ξεχαστοῦμε ὁ καθένας στήν ἀποχαύνωσή του, γιατί ξέρουμε ὅτι ἀλλιῶς θά πεθάνουμε ἀπό τήν ἀγωνία καί τόν φόβο μας, ἔτσι ἀδύναμοι καί ἀθωράκιστοι πού καταντήσαμε πνευματικά.
Ποῦ εἶναι τό πνεῦμα τοῦ προφητάνακτος Δαυΐδ, στόν ὁποῖο, ὅσοι λέμε ὅτι εἴμαστε Χριστιανοί, θά ἔπρεπε κάπως νά μοιάζουμε; Ὁ προφήτης Δαυΐδ δέν φοβᾶται:
«οὐ φοβηθήσομαι ἀπό μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι»(Ψαλμ. 3, 7).
Γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός σέ ὅσους παραμένουν εὐθεῖς καί δίκαιοι ἐξανατέλει τό φῶς Του, ἀκόμη κι ἄν βρεθοῦν στό χειρότερο σκοτάδι (Ψαλμ. 111, 4).
Ὁ δίκαιος «ἀπό ἀκοῆς πονηρᾶς οὐ φοβηθήσεται· ἑτοίμη ἡ καρδία αὐτοῦ ἐλπίζειν ἐπί Κύριον» (Ψαλμ. 111, 7). Ἑπομένως, ὅλοι ἐμεῖς οἱ φοβούμενοι ἀνθρώπους καί καταστάσεις ἀντί τοῦ Θεοῦ, κάπου στήν ζωή μας ἒχουμε ἀφήσει τήν ἀδικία καί τόν πλάγιο τρόπο νά μᾶς ἐπηρεάσει.
Κι ὅμως, ἔστω καί τήν τελευταία ὥρα ἄν ἐπιστρέψουμε στόν Θεό μας, δέν ἔχουμε νά φοβηθοῦμε τίποτα, κανένα ἔθνος ἰσχυρό, διότι «Κύριος διασκεδάζει βουλάς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δέ λογισμούς λαῶν καί ἀθετεῖ βουλάς ἀρχόντων» (Ψαλμ. 32, 10).
Μόνο ὁ Δαυΐδ καί οἱ ὅμοιοί του μποροῦν νά σταθοῦν ἀπέναντι σέ αὐτή τήν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς καί νά ἀπαντήσουν στίς ἀπειλές τους:
«οὐ σώζεται βασιλεύς διά πολλήν δύναμιν, καί γίγας οὐ σωθήσεται ἐν πλήθει ἰσχύος αὐτοῦ» (Ψαλμ. 32, 16).
Ἐκεῖνος πού σώζεται, ἀκόμη καί σέ αὐτή τήν ζωή ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῶν κακῶν, εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, πού ὄχι μόνο ἀντετάχθη στόν Πάπα, ἀλλά καί στόν Πατριάρχη καί στόν Αὐτοκράτορα, γιά νά προασπίσει τήν Ἀλήθεια. Οἱ Παπικοί πολύ θά ἤθελαν νά τόν σκοτώσουν, ὅμως κατά παράδοξο τρόπο, ὁ κατά τά ἄλλα βαθύτατα δυσαρεστημένος μαζί του Αὐτοκράτωρ, φρόντισε γιά τήν ἐπιστροφή του στήν Πόλη μέ ἀσφαλῆ τρόπο, λαμβάνοντάς τον μαζί του. Αὐτοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, τέτοιοι νά γίνουμε κι ἐμεῖς, ἀποβάλλοντας κάθε κακία ἀπό μέσα μας διά τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.
«ἐπί τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι σάρξ» (55, 5).
Κύριε καί Θεέ μας, στά γραπτά καί στά λόγια μας μεταχειριζόμαστε λόγια τῶν Ἁγίων Σου πού εἶναι ὅλο φωτιά. Μή μᾶς καταλογίσεις αὐτή τήν ἁμαρτία, πού ἀντιγράφουμε τά λόγια τους, ἐνῷ πόρρω ἀπέχουμε ἀπό τίς ζωές τους. Διά τοῦ πυρός τῶν λόγων τῶν Ἁγίων Σου, πού εἶναι τό πῦρ τό αἰώνιο τῆς Χάρης Σου, κάνε νά καοῦν τά ἀγκάθια τῆς ἁμαρτίας μας πού ἔχει θρονιαστεῖ στή ψυχή μας καί μή μᾶς καταφλέξεις, ἀλλά μᾶλλον «δίελθε πρός μελῶν μας συνθέσεις…».
Σημειώσεις:
[1] (Πρωτ.) π. Βασιλείου Ἐ. Βολουδάκη, Ἡ Πολιτική εἶναι Ποιμαντική, ἐκδ. “Θυηπόλος”, Ἀθήνα, 2012, σελ. 55. [2] Βλ. ραδιοφωνική ἐκπομπή π. Βασιλείου Ἐ. Βολουδάκη στό ραδιόφωνο τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας μέ τίτλο: «ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΕΣ ΜΑΣ;», στό tinyurl.com, ἀντλήθηκε στίς 23/1/2026. [3] Ἁγ. Μάρκου Εὐγενικοῦ, Πρός Γεώργιον Σχολάριον Ἐπιστολή, PG 160, 1096BC.