ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Η ΕΞΑΓΟΡΕΥΣΗ
Λόγοι περί μοναχικής ζωής Β’, Η ζωή στο κοινόβιο,
για αγορά του βιβλίου ΕΔΩ
Συχνότητα ἐξαγορεύσεως
— Γέροντα, θέλω νὰ ἐλευθερωθῶ ἀπὸ τὰ πάθη μου καὶ κάνω γι’ αὐτὸ προσευχή.
— Ἀπὸ τὰ πάθη σου δὲν μπορεῖς νὰ ἐλευθερωθῆς μόνη σου, κάνοντας μόνο προσευχή, πρέπει νὰ τὰ ἐξαγορεύεσαι στὴν Γερόντισσα, ὥστε ἐσὺ νὰ ταπεινώνεσαι καὶ αὐτὰ νὰ ἀτονοῦν. Ἂν δὲν τὸ κάνης αὐτό, γιὰ ποιόν λόγο ἦρθες στὸ Κοινόβιο; Ἂς καθόσουν στὸν κόσμο.
— Ἀπὸ τὰ βιβλία, Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ βοηθηθῶ;
— Ἂν ἦταν ἔτσι, δὲν θὰ πήγαιναν οἱ ἄνθρωποι στὸ Πανεπιστήμιο· θὰ διάβαζαν μόνοι τους καὶ θὰ γίνονταν ἐπιστήμονες. Γιὰ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες χρειάζεται ἕνας ζωντανὸς δάσκαλος.
— Κάθε πότε, Γέροντα, πρέπει νὰ ἐξαγορεύωνται οἱ ἀδελφές;
— Ἀνάλογα, Γερόντισσα. Τὸ καλύτερο θὰ ἦταν κάθε βράδυ νὰ λένε τοὺς λογισμούς τους, γιὰ νὰ μὴν τοὺς μαζεύουν καὶ μπαρουτιάζουν. Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν εἶναι καὶ σύντομες, δὲν φθάνει ὁ χρόνος. Καλὰ εἶναι νὰ βλέπης τὶς ἀδελφὲς ἀπὸ πέντε λεπτὰ τὴν καθεμιά, πρὶν κοινωνήσουν. Ἀφοῦ ἐξετάσουν τὸν ἑαυτό τους, νὰ ἐξαγορεύωνται μόνο τὶς πτώσεις τους, νὰ βάζουν μετάνοια καί, ἂν κρίνης ὅτι μποροῦν νὰ κοινωνήσουν, τότε νὰ κοινωνοῦν. Ὅταν βλέπης σὲ μιὰ ἀδελφὴ μικρότητες καὶ καμώματα, νὰ τῆς λές: «Καλύτερα νὰ μὴν κοινωνήσης». Ἂν ἀντιδράση, πές της: «Ἂς κοινωνήσης, “ἵνα μὴ θηριάλωτος γένη”¹». Αὐτὴν τὴν προετοιμασία γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία πρέπει, Γερόντισσα, νὰ τὴν κάνης, διότι δὲν βοηθάει τὸν μοναχὸ νὰ προσέρχεται στὴν Θεία Κοινωνία, ἐπειδὴ κοινωνοῦν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Κι ὅταν ἔρχωνται ἀδελφὲς νὰ ἐξαγορευθοῦν σχετικὰ μὲ τὸν ἀγώνα τους, νὰ τὶς μάθης νὰ εἶναι συγκεκριμένες καὶ σύντομες. Ὅποια βλέπεις ὅτι δυσκολεύεται νὰ μιλήση καὶ καθυστερεῖ, νὰ τὴν στέλνης στὸ κελλί της νὰ κάνη πρῶτα λίγη προσευχή. Ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ ἀδελφές, πρὶν ἔρθουν γιὰ ἐξαγόρευση, ἂς διαβάζουν ἕναν Κανόνα ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριο· νὰ δῆς πόσο ἀλλοιωμένες θὰ εἶναι.
— Γέροντα, μπορεῖ νὰ ἔρθη μιὰ ἀδελφὴ γιὰ ἐξαγόρευση καὶ νὰ εἶναι τόσο ζαλισμένη, ποὺ νὰ μὴν μπορῶ νὰ συνεννοηθῶ μαζί της. Τί νὰ κάνω;
— Ὅποια εἶναι ζαλισμένη ἢ ἔχει ὄρεξη γιὰ κουβέντες, νὰ τὴν στέλνης ὄχι μόνο νὰ διαβάζη ἕναν Κανόνα ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριο, ἀλλὰ νὰ κάνη καὶ τρία ἑκατοστάρια κομποσχοίνια στὸν Χριστὸ καὶ ἕνα στὴν Παναγία, καὶ μετὰ νὰ ἔρχεται. Νὰ διαβάζης καὶ ἐσύ, Γερόντισσα, ἕναν Κανόνα· ἔτσι ἔρχεται ὁ θεῖος φωτισμὸς καὶ σ’ ἐσένα, εἰρηνεύει καὶ ἡ ἀδελφή.
— Γέροντα, στὴν πρώτη ἐξαγόρευση ποὺ θὰ κάνη κάποιος μπαίνοντας στὸ Μοναστήρι, πρέπει νὰ πῆ καὶ ὅσα εἶχε ἐξομολογηθῆ στὸ παρελθόν;
— Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο. Ἀλλὰ καλὸ εἶναι νὰ τὸ κάνη, ὅπως εἶναι καλὸ νὰ γνωρίζη ὁ γιατρὸς ὅλο τὸ ἱστορικὸ ἑνὸς ἀρρώστου, διότι ἔτσι θὰ μπορέση νὰ βοηθήση καλύτερα.
— Μιὰ δόκιμη, Γέροντα, θέλει νὰ ἐξιστορήση μὲ λεπτομέρειες κάποια πράγματα ἀπὸ τὴν ζωή της.
— Τὴν πρώτη φορά, Γερόντισσα, δικαιολογεῖται νὰ καθήση ὧρες, νὰ πῆ, νὰ πῆ, νὰ πῆ… Νὰ τὴν ἀφήσης νὰ ἀνοίξη τὴν καρδιά της καὶ νὰ τὴν ἀκούσης. Μετὰ ὅμως δὲν δικαιολογεῖται νὰ κάθεται κάθε φορὰ τρεῖς ὧρες καὶ νὰ λέη ἱστορίες.
— Γέροντα, μπορεῖ νὰ περάση καὶ ἕνας μήνας γιὰ νὰ πάω γιὰ ἐξαγόρευση, ἐπειδὴ θέλω νὰ βρῶ μιὰ εὐκαιρία ποὺ ἡ Γερόντισσα θὰ ἔχη πολὺ χρόνο.
— Δηλαδὴ ἐσὺ ἔχεις μιὰ πληγὴ ἀνοιχτὴ καὶ θὰ ἀφήσης νὰ περάση ἕνας μήνας, ὥστε νὰ ἔχη πιὸ πολὺ χρόνο ὁ γιατρός, γιὰ νὰ τὴν θεραπεύση; Μὴν περιμένης νὰ μπορῆ ἡ Γερόντισσα νὰ διαθέση μία καὶ δύο ὧρες. Καὶ τὴν μία πτώση ποὺ ἔχεις, νὰ πηγαίνης νὰ τὴν λὲς ἀμέσως· καὶ μετά, ὅταν θὰ ἔχη χρόνο ἡ Γερόντισσα, μπορεῖς νὰ πᾶς γιὰ περισσότερη ὥρα.
— Ὅταν, Γέροντα, ἔχω ζητήσει τὴν Γερόντισσα γιὰ ἐξαγόρευση καὶ καθυστερῆ νὰ μὲ φωνάξη, μὲ πιάνει πονοκέφαλος, καὶ δὲν ἔχω διάθεση νὰ κάνω τίποτε.
— Δὲν ἔχουμε πεῖ ὅτι καὶ καλὴ ἐπιθυμία νὰ ἔχης, ὅταν ὑπάρχη μέσα θέλημα, οὔτε καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ ὠφελεῖ; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ εἶχες τὴν διάθεση νὰ ἐξαγορευθῆς, εἶσαι ἐντάξει ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ στὴν Γερόντισσα, καὶ θὰ δεχθῆς τὴν θεία βοήθεια, ἀφοῦ ὁ Θεὸς βλέπει τὴν διάθεσή σου. Ἀπὸ ’κεῖ καὶ πέρα, τὸ πότε θὰ σὲ φωνάξη ἡ Γερόντισσα δὲν ἔχει σημασία. Μόνο ἂν περάσουν πολλὲς μέρες, μπορεῖς νὰ τῆς τὸ ὑπενθυμίσης. Ἂν ὅμως γκρινιάζης καὶ λές: «Δὲν μὲ φώναξε καὶ γιατί καθυστερεῖ καὶ ἔχω τόσες μέρες ποὺ περιμένω», τότε μπαίνει τὸ θέλημα, ὁπότε καὶ τὸ κεφάλι θὰ πονέση καὶ ἀβοήθητη θὰ μείνης. Ἕνας καλὸς ὑποτακτικὸς δὲν ἀνησυχεῖ, ἀκόμη καὶ ἕναν χρόνο ἂν ἔχη νὰ τὸν δῆ ὁ Γέροντάς του. Τὸν βλέπει κάθε βράδυ μὲ τὸ κομποσχοίνι του.
— Ἡ ἀνυπομονησία, Γέροντα, μήπως σημαίνει ὅτι δὲν ἔχω διάθεση νὰ δουλέψω πνευματικά;
— Φυσικά. Ἐνῶ μπορεῖς νὰ σκάψης μόνη σου καὶ νὰ κάνης μία ἐργασία καὶ νὰ τὴν ἐκθέσης ἕτοιμη στὴν Γερόντισσα, ἐσὺ τὰ περιμένεις ὅλα ἕτοιμα ἀπὸ ἐκείνη.
— Ὅταν, Γέροντα, γιὰ κάποιον λόγο καθυστερήσω νὰ πάω στὴν Γερόντισσα γιὰ ἐξαγόρευση, ἀρκεῖ στὸ μεταξὺ ἡ παρακολούθηση τοῦ ἑαυτοῦ μου;
— Ἐσὺ νὰ παρακολουθῆς συνέχεια τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ σημειώνης τὶς πτώσεις ποὺ ἔχεις κάθε μέρα. Κι ὅταν πᾶς στὴν Γερόντισσα, νὰ τῆς ἐκθέσης ὅ,τι παρατήρησες στὸν ἑαυτό σου αὐτὸ τὸ διάστημα.

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – Λόγοι περί μοναχικής ζωής Β’
Η ζωή στο κοινόβιο, (σελ. 235-238) για αγορά του βιβλίου ΕΔΩ
Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – Λόγοι περί μοναχικής ζωής Β’ – Η ζωή στο κοινόβιο – Greek Orthodox Books
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!