Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ταπείνωση από άμβωνος — λόγος ή καθρέφτης;

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα 


Σήμερα, κάτω από τους θόλους της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης, εκεί όπου αιώνες τώρα αντηχεί η προσευχή του λαού και η μνήμη των Πατέρων, ακούστηκε λόγος περί ταπεινώσεως.

Λόγος υψηλός.

Λόγος θεολογικός.

Λόγος που — αν ήταν αληθινός — θα έπρεπε να τρέμει πριν εκφωνηθεί.

Και όμως, γεννήθηκε ένα ερώτημα που πολλοί  το σκέφτηκαν, αλλά κανείς δεν τόλμησε να διατυπώσει φωναχτά:

Ο λόγος αυτός απευθυνόταν στους άλλους ή στεκόταν ως καθρέφτης;  

Διότι η ταπείνωση, κατά τους Πατέρες, δεν είναι έννοια.

Είναι τρόπος ζωής και υπάρξεως.

•Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος δεν μίλησε για ταπείνωση — την έζησε.

•Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος δεν την διακήρυξε — την έκρυψε.

•Και ο Χριστός δεν την δίδαξε με λόγια — την υπέγραψε με Σταυρό.

Η ταπείνωση δεν έχει φωνή.

Έχει πληγή.

Δεν ανυψώνει εαυτόν.

Δεν υπενθυμίζει εξουσία.

Και όμως, σε ολόκληρη την πατριαρχική διαδρομή του Οικουμενικού  Πατριάρχη Βαρθολομαίου , ο λαός δεν είδε την ταπείνωση που σήμερα περιγράφηκε.

Αντίθετα, υπήρξε συχνά το ακριβώς αντίθετο.

Δεν είδαμε πραότητα.

Δεν είδαμε σιωπή.

Δεν είδαμε αυτοσυγκράτηση.

Είδαμε ακραίες συμπεριφορές.

Είδαμε ρήξεις.

Είδαμε, αντί αυτής, λόγο σκληρό.

Στάση αδιάλλακτη.

Είδαμε πράξεις που τραυμάτισαν το εκκλησιαστικό σώμα.Είδαμε συχνά αχαριστία προς πρόσωπα που θυσίασαν τα νειάτα τους στην υπηρεσία της Εκκλησίας και προς τον ίδιο.

•Είδαμε την επιβολή της επαίσχυντης ακοινωνησίας στον λαοπρόβλητο και θεοπρόβλητο Χριστόδουλο, όχι ως παιδαγωγικό φάρμακο σωτηρίας, όπως ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες, αλλά ως εργαλείο επιβολής ισχύος και προσωπικής εξόντωσης αλλά και πηγή διχασμού . Η ακοινωνησία, από έσχατο ποιμαντικό μέσο μετανοίας, μετατράπηκε σε δημόσιο ραβδί εξουσίας.  Ήταν  μια πράξη που τραυμάτισε το εκκλησιαστικό σώμα και σκανδάλισε τον λαό.

•Ζήσαμε επίσης την καρατόμηση, χωρίς απολογία, χωρίς ουσιαστική ακρόαση, χωρίς συνοδική ευθύνη, ενός άξιου και δημιουργικού Ιεράρχη, του Μητροπολίτη Νέας Ιερσέης Ευαγγέλου· ενός ανθρώπου που υπηρέτησε με πίστη το Φανάρι και στάθηκε διαχρονικά πιστός φίλος του Πατριάρχη. Και όμως, έφυγε από τη θέση του εν μία νυκτί, όχι για κανονικό παράπτωμα, αλλά «διότι ούτως έδοξε» σε έναν σκοτεινό μηχανισμό εξουσίας που κινεί τα νήματα στις ΗΠΑ. Και έκτοτε ειναινπαροπλισμενοσ. Το πλέον τραγικό; Η εισήγηση  στη Σύνοδο για να προβεί στην αποτρόπαιη αυτή απόφαση έγινε άκριτα, χωρίς τη στοιχειώδη διάκριση που απαιτεί το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη Σύνοδο από σώμα διαβούλευσης και διάκρισης σε επικυρωτή προειλημμένων αποφάσεων.

•Παρακολουθήσαμε, ακόμη, άφωνοι την επιβολή αργίας στον παλαιότερο Ιεράρχη της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, τον σεβαστό Μητροπολίτη Βοστώνης — έναν Ιεράρχη που δύο φορές αρνήθηκε την αρχιεπισκοπική προαγωγή από ταπείνωση και συνείδηση. Και ποιο ήταν το «έγκλημά» του; Ότι τόλμησε να ασκήσει το αυτονόητο αρχιερατικό του δικαίωμα: να διαβουλευθεί με τους συνεπισκόπους του για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών ζητημάτων. Δηλαδή, ακριβώς αυτό που ορίζει και προϋποθέτει το Συνοδικό Σύστημα της Εκκλησίας. Εκτός κι αν πλέον η Σύνοδος δεν καλείται να σκέπτεται, αλλά απλώς να υπακούει και να εκτελεί. .

•Και τέλος, εξοστρακίστηκε από το Συνοδικό σώμα ένας νέος, φέρελπις και θαρραλέος Μητροπολίτης, ο Σικάγου Ναθαναήλ, όχι για για κάποιο κανονικό παράπτωμα ή πλημμελή ανταπόκριση στα καθήκοντά του,, αλλά για αδιευκρίνιστους λόγους, για ψιθύρους, κουτσομπολιά και διαδόσεις που μεταφέρθηκαν ανεύθυνα και βρήκαν ευήκοα ώτα. Όταν η εκκλησιαστική κρίση υποκαθίσταται από φήμες και προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, τότε δεν μιλάμε για ποιμαντική ευθύνη, αλλά για εκκλησιαστικό εκφυλισμό.

Και όλα αυτά τα τελευταία πέντε χρόνια. 

Παράλληλα ακούσαμε  φράσεις που δεν αναβλύζουν από πνεύμα Χριστού και από ταπείνωση. 

Φράσεις όπως:

•«Σκασίλα μου».

•«Δεν φοβάμαι».

•«Έχω όπλα στη φαρέτρα μου».

•«Δεν ιδρώνει το αυτί μου».

•«Είμαι πρώτος άνευ ίσων».

Αυτά δεν είναι λόγια και πράξεις  αγάπης..

Είναι λόγια και πράξεις   εξουσίας.

Όχι διακονίας.

Είναι λόγια και πράξεις με στόχο την επίδειξη   ισχύος.

Δεν είναι λόγια σταυρού.

Και η Εκκλησία δεν οικοδομήθηκε ποτέ με ισχύ.

Οικοδομήθηκε με αίμα.

Με προσευχή.

Με δάκρυ.

Με σιωπή.

Ο Πατέρας δεν υψώνεται πάνω από τα τέκνα.

Σκύβει.

Ο πρώτος δεν προπορεύεται ως άρχων.

Σταυρώνεται ως διάκονος.

Όταν λοιπόν ο λόγος περί ταπεινώσεως εκφέρεται από ύψος εξουσίας και όχι από βάθος συντριβής, τότε παύει να είναι πατερικός και γίνεται ηθικός — χωρίς πνεύμα.

Η ταπείνωση δεν αυτοδιαφημίζεται.

Δεν διακηρύσσεται.

Δεν διδάσκεται με ύφος αυθεντίας.

Η ταπείνωση ή φαίνεται — ή δεν υπάρχει.

Και όταν εκείνος που κατέχει τον ύψιστο εκκλησιαστικό θρόνο μιλά για αυτήν χωρίς και να την ενσαρκώνει , τότε ο λόγος παύει να είναι ποιμαντικός και μετατρέπεται σε ηθικό κήρυγμα χωρίς αντίκρισμα.

Γιατί η αληθινή ταπείνωση δεν κηρύσσεται από άμβωνος.

Αναγνωρίζεται από την απουσία της ανάγκης να κηρυχθεί.

Και ο λαός — όσο κι αν κάποιοι τον υποτιμούν — έχει λεπτό αισθητήριο.

Ξέρει πότε ο λόγος είναι καρπός μετανοίας και πότε είναι  ένα ανάγνωσμα εξουσίας.

Ας συνεχίσει, λοιπόν, όποιος κρατεί  το πηδάλιο, να αναταράσσει τα νερά .

Η Εκκλησία  δεν ανήκει σε πρόσωπα, το είπαμε πολλές φορές. 

Η Εκκλησία ανήκει  στον Εσταυρωμένο.

Και Εκείνος δεν θα ρωτήσει πόσα πρωτεία υπερασπίστηκαν, αλλά πόσες καρδιές δεν συνετρίβησαν και πόσες ψυχές σώθηκαν!

Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται στον θόρυβο των λόγων,αλλά στο βάρος της συντριβής.

Ίσως τότε — όταν περάσει ο θόρυβος — να δικαιωθεί η Εκκλησία 

Οι σκέψεις αυτές   δεν γράφονται  για να πληγώσουν πρόσωπα,ούτε για να υψώσει νέα στρατόπεδα μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας.

Γράφεται από πόνο.

Γιατί ο έλεγχος, όταν είναι αληθινός, γεννιέται από αγάπη και όχι από εμπάθεια.

Η Εκκλησία δεν αντέχει άλλες ρωγμές.

Δεν αντέχει άλλη σύγχυση μεταξύ εξουσίας και διακονίας.

Δεν αντέχει άλλο λόγο υψηλό, όταν η ζωή παραμένει χαμηλή.

Ο έλεγχος δεν στρέφεται κατά του θεσμού —στρέφεται υπέρ της αλήθειας του.

Διότι ο θεσμός σώζεται μόνο όταν ελέγχεται.

Και η σιωπή μπροστά στην πνευματική ασυνέπεια δεν είναι ειρήνη,είναι εγκατάλειψη.

Η ταπείνωση δεν ζητεί υπεράσπιση.

Ζητεί μετάνοια.

Και η μετάνοια δεν μειώνει τον ποιμένα —τον δικαιώνει.

Η ταπείνωση δεν ζητεί να φανεί·

φοβάται μήπως φανεί.

Και εκείνος που τη γεύθηκε,

δεν τολμά να μιλήσει περί αυτής.

Διότι έμαθε πως ό,τι είναι αληθινό

σώζεται μόνο μέσα στην άνευ όρων  αγάπη. 

Διότι εκεί — και μόνο εκεί —