Απολογητικά

Πρωτ. Στέφανος Στεφόπουλος

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙ

ΤΗΝ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ;

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

    Το τελευταίο διάστημα διατυπώνεται ολοένα και συχνότερα η άποψη* ότι η Εκκλησία οφείλει να αναθεωρήσει τη στάση της απέναντι στην ομοφυλοφιλία, διότι –όπως υποστηρίζεται– η βιβλική και πατερική καταδίκη αφορά άλλες μορφές συμπεριφοράς και όχι τη «σύγχρονη», σταθερή και μονογαμική ομόφυλη σχέση. Οι μεταΠατερικοί θεολόγοι προβάλλουν κυρίως τρία επιχειρήματα. Πρώτον, ότι ο Χριστιανισμός ασχολείται με ανθρωπολογικά ζητήματα και η ανθρωπολογία ως επιστήμη εξελίσσεται, άρα και οι ηθικές θέσεις της Εκκλησίας πρέπει να επανεξετάζονται. Δεύτερον, ότι η Βίβλος και οι Πατέρες είναι θεόπνευστοι μόνο ως προς το δόγμα και όχι ως προς τις επιστημονικές ή ηθικές αντιλήψεις της εποχής τους. Τρίτον, ότι η αρχαία καταδίκη αφορούσε κυρίως πορνεία, εκμετάλλευση ή ειδωλολατρικά όργια και όχι σχέσεις αγάπης όπως τις αντιλαμβανόμαστε σήμερα.

Η ορθόδοξη θεολογική απάντηση οφείλει να είναι νηφάλια και βαθιά, όχι αμυντική ούτε επιθετική. Το πρώτο που χρειάζεται να ξεκαθαριστεί είναι ότι στην Εκκλησία δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε δόγμα και ήθος. Το δόγμα δεν είναι αφηρημένη θεωρία περί Θεού. Είναι αποκάλυψη για το ποιος είναι ο Θεός και ποιος είναι ο άνθρωπος. Από αυτή την αποκάλυψη απορρέει ο τρόπος ζωής. Η θεολογία της δημιουργίας, το «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς», η ενότητα των δύο φύλων, η κατανόηση του γάμου ως εικόνας της σχέσης Χριστού και Εκκλησίας, όλα αυτά δεν αποτελούν κοινωνικές συμβάσεις μιας άλλης εποχής. Αποτελούν εκφράσεις της πίστης της Εκκλησίας για το μυστήριο του ανθρώπου.

Όταν λοιπόν υποστηρίζεται ότι οι Πατέρες μπορεί να έκαναν λάθος στις «ηθικές τους αντιλήψεις», στην πράξη εισάγεται ένας επικίνδυνος διαχωρισμός. Το δόγμα μένει ανέπαφο, το ήθος προσαρμόζεται στις κοινωνικές εξελίξεις. Όμως στην ορθόδοξη παράδοση το ήθος είναι η εφαρμογή του δόγματος στη ζωή. Η Εκκλησία από την αρχή όριζε όχι μόνο τι πιστεύει, αλλά και πώς ζει. Οι ιεροί κανόνες δεν θεωρήθηκαν ποτέ απλές διοικητικές ρυθμίσεις, αλλά καρπός θεολογικής εμπειρίας.

Συχνά εδώ προβάλλεται η κατηγορία του «ηθικισμού». Ότι δηλαδή η Εκκλησία μετατρέπει την πίστη σε σύστημα απαγορεύσεων και ασχολείται υπερβολικά με τη σεξουαλική ζωή των ανθρώπων. Η ένσταση αυτή απαντάται αν γίνει κατανοητό ότι η ορθόδοξη ηθική δεν είναι νομικισμός. Η αμαρτία δεν είναι απλή παράβαση κανόνα, είναι τραύμα της ανθρώπινης φύσης. Η άσκηση και η εγκράτεια δεν είναι καταπίεση, είναι πορεία θεραπείας και ελευθερίας. Η σεξουαλική πράξη δεν θεωρείται ιδιωτική υπόθεση αποκομμένη από το σύνολο της ύπαρξης, αλλά πράξη που αφορά το μυστήριο του σώματος και της σχέσης, άρα και την ίδια τη θεολογία του ανθρώπου.

Το δεύτερο κρίσιμο σημείο αφορά την ιστορική διάσταση. Υποστηρίζεται ότι η «ομοφυλοφιλία με τη σημερινή έννοια» δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, και άρα η βιβλική και πατερική καταδίκη δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσια. Είναι αλήθεια ότι ο σύγχρονος όρος «σεξουαλικός προσανατολισμός» είναι νεωτερική κατηγορία. Όμως η απουσία της έννοιας δεν συνεπάγεται απουσία της πράξης. Η σαρκική ένωση μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου ήταν γνωστή ήδη από την Παλαιά Διαθήκη. Το γεγονός των Σοδόμων μαρτυρεί ότι τέτοιες πρακτικές υπήρχαν πολύ πριν από την ελληνιστική εποχή. Στο Λευιτικό η απαγόρευση διατυπώνεται καθαρά, χωρίς να περιορίζεται σε ειδωλολατρικά συμφραζόμενα.

Ο Απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους επιστολή, αναφέρεται σε άνδρες που «εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους**». Η περιγραφή αφορά αμοιβαία επιθυμία και πράξη «παρά φύσιν», όχι μόνο εκμετάλλευση ή εμπορική πορνεία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ερμηνεύοντας τα χωρία αυτά, δεν τα περιόρισαν σε συγκεκριμένες κοινωνικές παθολογίες της εποχής τους. Τα ενέταξαν στη συνολική θεολογία της δημιουργίας και της πτώσης.

Εκείνο που άλλαξε στη νεωτερικότητα δεν είναι η πράξη, αλλά ο τρόπος κατανόησής της ως στοιχείο ταυτότητας. Σήμερα η σεξουαλική επιθυμία συχνά νοείται ως στοιχείο της προσωπικότητας. Η Εκκλησία όμως δεν θεμελιώνει την ανθρωπολογία της στην αυτοαντίληψη του ανθρώπου, αλλά στη δημιουργική πράξη του Θεού και στην κλήση προς θέωση. Η ταυτότητα του προσώπου δεν εξαντλείται στις επιθυμίες του.

Παράλληλα, η Εκκλησία οφείλει να διακηρύττει με σαφήνεια ότι κάθε μορφή βίας, μίσους ή εξευτελισμού είναι ασυμβίβαστη με το Ευαγγέλιο. Ο άνθρωπος προηγείται της πράξης. Κάθε πρόσωπο είναι εικόνα Θεού. Η διάκριση ανάμεσα σε αποδοχή του προσώπου και αξιολόγηση της πράξης είναι ουσιώδης. Ο Χριστός πλησίασε τελώνες και πόρνες, τους προσέφερε αγάπη και συγχώρηση, τους κάλεσε όμως και σε αλλαγή ζωής. Η είσοδος στη Βασιλεία δεν στηρίζεται στην επιβεβαίωση μιας κατάστασης, αλλά στη μετάνοια και στην ταπείνωση.

Το γεγονός ότι υπάρχουν ταπεινοί και εγωιστές άνθρωποι σε όλες τις κατηγορίες δεν αναιρεί το ερώτημα περί του θελήματος του Θεού για τη ζωή του ανθρώπου. Η Εκκλησία δεν ανάγει τη σεξουαλική συμπεριφορά στο μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης ενός ανθρώπου. Την εντάσσει όμως στο σύνολο της πνευματικής πορείας. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως έλξεων και επιθυμιών, καλούνται στον ίδιο αγώνα εγκράτειας, καθαρότητας και αγιασμού.

Η ποιμαντική ευαισθησία δεν μπορεί να οδηγήσει σε θεολογική ασυνέπεια. Αν η Εκκλησία αποσυνδέσει το ήθος από το δόγμα, τότε η πίστη μετατρέπεται σε αφηρημένη ιδεολογία χωρίς συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αντίθετα, όταν διατηρεί την ενότητα πίστης και ζωής, μπορεί να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο όχι απλώς επιβεβαίωση των επιθυμιών του, αλλά πρόταση μεταμόρφωσης και ελπίδας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

   Αφορμή για τις σκέψεις αυτές ήταν το παρακάτω κείμενο που διαβάσαμε στο ΦΒ. :
Κάποιοι βέβαια σκανδαλίζονται με την θετική στάση θεολόγων, υπέρ ομοφυλοφιλίας θεωρώντας αυτονόητο πως θα έπρεπε να ακολουθούν “την βιβλική και θεολογική καταδίκη της”. Ως προς αυτήν την ένσταση έχω να πω τα εξής: 1) Η σύγχρονη θετική θεολογική στάση υπέρ ομοφυλόφιλιας έχει ως αφετηρία το γεγονός πως ο Χριστιανισμός, δεδομένου πως έχει στο κέντρο του τον άνθρωπο, ασχολείται με ανθρωπολογικής φύσης θέματα. Μόνο που η Ανθρωπολογία, δηλαδή οι επιστημονικές αντιλήψεις περί ανθρώπου αλλάζουν από εποχή εποχής. Η βιβλική και πατερική καταδίκης της “ομοφυλοφιλίας” -βάζω την λέξη σε εισαγωγικά, διότι Βίβλος και Πατέρες καταδικάζουν την αρσενοκοιτία, που σύμφωνα με την σύγχρονη ερμηνεία των εν λόγω χωρίων, ο εν λόγω όρος έχει να κάνει αποκλειστικά με την αντρική πορνεία και τα όργια. Άλλωστε ομοφυλοφιλία με την σημερινή έννοια της σταθερής μονογαμικής ομόφυλης σχέσης δεν υπήρχε στην εποχή τους-, έχει να κάνει αφενός με τις επιστημονικές αντιλήψεις και αφετέρου τα ήθη που επικρατούσαν στην εποχή τους. Οι ίδιοι οι Πατέρες την επιστήμη της εποχής τους επικαλούνταν και όχι αποκλειστικά και μόνο την Βίβλο. Επίσης τόσο η Βίβλος όσο και οι Πατέρες είναι θεόπνευστοι ποκλειστικά και μόνο ως προς το δόγμα και όχι ως προς τις επιστημονικές, κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις της εποχής που εκφράζουν. 2) Ο Χριστιανισμός από την φύση του καταδικάζει την βία και τις διακρίσεις. Και μπορεί σήμερα να υπάρχει θεολογική διαφωνία για το αν η ομοφυλοφιλία είναι ή δεν είναι αμαρτία, όμως ακόμα και η συντηρητική αντιμετώπιση της ως αμαρτίας, δεν δικαιολογεί θεολογικά την βία και τον στιγματισμό ομοφυλόφιλων, ούτε την εκκλησιαστική τους απόρριψη. Ως προς αυτό αρκεί και μόνο η στάση του Χριστού απέναντι στις πόρνες και τους τελώνες. Δεν αρνιόταν πως ήταν αμαρτωλοί, καταδίκαζε απλώς τον στιγματισμό τους. Την ίδια ώρα όμως που τους θεωρούσε αμαρτωλούς, την ίδια ώρα έλεγε πως αυτοί είναι που θα μπουν στην Βασιλεία των Ουρανών και όχι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Διότι για τον Χριστό η ευσέβεια δεν έχει να κάνει με το ποιος άνθρωπος δεν αμαρτάνει, άλλωστε μόνο αυτός είναι το μόνο πρόσωπο στη γη που δεν αμάρτησε ποτέ, αλλά το ποιος, παρά το ότι αμαρτάνει, έχει ταπείνωση. Για αυτό και έχει απόλυτο δίκαιο ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος στην συνέντευξή του στην Lifo, η οποία παρατίθεται αντί Προλόγου στο βιβλίο, στην οποία λέει πως “δεν μπορούμε (ως Εκκλησία) να ανάγουμε τη σεξουαλική συμπεριφορά και την ερωτική ζωή του καθενός στο μοναδικό κριτήριο, είτε για να τον αποδεχτούμε, είτε για να τον απορρίψουν”. Και έχει απόλυτο δίκαιο διότι υπάρχουν και ετεροφυλόφιλοι και ομοφυλόφιλοι που είναι ταπεινοί, όπως υπάρχουν και ετεροφυλόφιλοι και ομοφυλόφιλοι που είναι εγωιστές. Η Εκκλησία και η Θεολογία οφείλουν λοιπόν να καταδικάζουν τον στιγματισμό των ομοφυλοφίλων, με τον ίδιο ακριβώς αρνητικό τρόπο που καταδικάζουν κάθε άλλο στιγματισμό. Όπως λοιπόν δεν χρειάζεται κάποιος να είναι μαύρος για να καταδικάσει τον ρατσισμό εναντίον των μαύρων, το ίδιο ισχύει και για αυτόν των ομοφυλοφίλων. Άλλωστε ο Χριστός ούτε πόρνος ήταν, ούτε τελώνης.. (διατηρήσαμε την ορθογραφία του συντάκτη)

**     …ομοίως τε καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσιν τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι… Προς Ρωμαίους (α’, 27)

Απόδοση στη νεοελληνική: «…ομοίως και οι άνδρες, εγκαταλείποντας τη φυσική σχέση με τη γυναίκα, κάηκαν από το πάθος τους (τη λαγνεία τους) ο ένας για τον άλλον, άνδρες με άνδρες διαπράττοντας την ασχημοσύνη…».

Ο Ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας αυτό το χωρίο, τονίζει την «έμφαση» που δίνει ο Απόστολος χρησιμοποιώντας τη λέξη «εξεκαύθησαν», υπογραμμίζοντας ότι το πάθος αυτό ήταν αποτέλεσμα ακόλαστης επιθυμίας.