Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

«Ζητούν ομολογία από τον Ορθόδοξο, χαρίζουν “ενότητα” στον ετερόδοξο-Το ευαγγέλιο των δύο μέτρων: όταν η “ποικιλομορφία” βαφτίζεται Εκκλησία»

Γραμμένο από ΕΙΔΙΚΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ 

Στις 29 Ιανουαρίου 2026 (με δημοσιεύσεις της 30ής Ιανουαρίου), στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος στο Μανχάτταν τελέστηκε δημόσια «οικουμενική ακολουθία προσευχής» στο πλαίσιο της 58ης «Εβδομάδας Προσευχής για τη Χριστιανική Ενότητα», με οικοδεσπότη τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής κ. Ελπιδοφόρο και συμμετοχή κληρικών/εκπροσώπων άλλων χριστιανικών παραδόσεων, μεταξύ των οποίων και ο Καρδινάλιος Timothy Dolan.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι «μια ακόμη εκδήλωση δημοσίων σχέσεων». Είναι εκκλησιολογικό, κανονικό και ποιμαντικό, διότι μετατρέπει τον ιερό χώρο της Ορθόδοξης λατρείας σε σκηνή συμβολισμών που θολώνουν τα όρια πίστεως και Εκκλησίας. Όταν, μάλιστα, παρουσιάζεται ως αυτονόητο ότι η κοινή προσευχή και η κοινή απαγγελία λειτουργικών κειμένων με ετεροδόξους είναι δήθεν «έκφραση ενότητας», τότε δεν έχουμε απλώς μία κίνηση «ευγενείας». Έχουμε δημόσια κατήχηση: όχι με βιβλίο, αλλά με εικόνα, με τελετουργικό, με χειρονομία. Και η εικόνα εκπαιδεύει το πλήρωμα ισχυρότερα από εκατό εγκυκλίους.

Ας το πούμε καθαρά
 η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι λέσχη θρησκευτικών ιδεών που «συνυπάρχουν» κάτω από έναν γενικό τίτλο «Χριστιανισμός». Είναι συγκεκριμένο Σώμα, με συγκεκριμένη πίστη, μυστήρια και κανονική τάξη. Η ενότητα δεν είναι επικοινωνιακό μήνυμα ούτε συναίσθημα συμπάθειας· είναι καρπός κοινής πίστεως, κοινής λατρείας και κοινής μυστηριακής ζωής. Όταν, λοιπόν, ο λόγος της ηγεσίας ντύνει ως «ποικιλομορφία στο Σώμα του Χριστού» την εκκλησιολογική ασυμφωνία, τότε η φράση λειτουργεί σαν θεολογικό καπνογόνο: μετατοπίζει το νόημα της Εκκλησίας από το «τι είναι» στο «τι μας βολεύει να φαίνεται».

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η κρίσιμη αντίφαση. Από τη μία, η Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία ομολογεί ότι η Εκκλησία είναι «Μία» όχι επειδή το επιθυμούμε, αλλά επειδή αυτό είναι δώρο και πραγματικότητα του Χριστού μέσα στην ιστορία. Από την άλλη, η οικουμενιστική πρακτική συχνά υπονοεί ότι η «Μία Εκκλησία» είναι ένα άθροισμα παραδόσεων που αλληλοσυμπληρώνονται, άρα ότι το εκκλησιαστικό γεγονός υπάρχει «σε διασπορά» και ότι εμείς απλώς καλούμαστε να «ξεπεράσουμε την εσωστρέφεια». Αυτό δεν είναι «άνοιγμα». Είναι αντικατάσταση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας από ένα μοντέλο συνομοσπονδίας.

Ακόμη βαρύτερο, ως σημειολογία, είναι ότι σε τέτοιες τελετές δίνεται πρωταγωνιστικός ρόλος σε «κληρικούς» άλλων κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων γυναικών που, κατά την αντίληψη των κοινοτήτων τους, φέρουν «ιερατική» ή και «επισκοπική» ιδιότητα. Δεν σχολιάζω ανθρώπους· σχολιάζω εκκλησιαστικές πράξεις και συμβολισμούς. Διότι στο ορθόδοξο βίωμα, η λατρεία δεν είναι ουδέτερη πλατφόρμα ομιλιών· είναι η«γλώσσα» της Εκκλησίας. Όταν, λοιπόν, μπροστά στο ιερό βήμα, σε χώρο που ορίζει και διδάσκει ολόκληρη εκκλησιολογία, εμφανίζεται ως ισότιμη «λειτουργική ηγεσία» κάτι που η Ορθόδοξη Παράδοση δεν αναγνωρίζει ως ιερωσύνη, τότε ο πιστός δεν λαμβάνει απλώς «μια πληροφορία». Λαμβάνει ένα μήνυμα: ότι οι διαφορές είναι διακοσμητικές. Κι αν οι διαφορές είναι διακοσμητικές, τότε γιατί να μη γίνουν σύντομα και αδιάφορες;

Κάποιοι θα πουν: «Μα δεν έγινε συλλειτουργία». Όντως, δεν μιλούμε για κοινή Θεία Ευχαριστία. Όμως η υποβάθμιση του προβλήματος σε τεχνικό επίπεδο είναι ολισθηρή. Διότι η κοινή προσευχή σε τέτοιο πλαίσιο, η ανταλλαγή τελετουργικών χειρονομιών, η δημόσια συνεκφορά ιερών κειμένων, λειτουργούν ως προλειτουργική ενότητα: δημιουργούν κλίμα και συνείδηση ότι ήδη είμαστε ένα, άρα ότι η δογματική αλήθεια είναι λεπτομέρεια. Και όταν η αλήθεια γίνει λεπτομέρεια, τότε η Εκκλησία μετατρέπεται σε θρησκευτικό συναίσθημα με βυζαντινή μουσική υπόκρουση.

Το πιο πικρό δεν είναι ότι υπάρχουν διάλογοι. Διάλογος υπήρχε πάντοτε, και η Εκκλησία δεν φοβήθηκε ποτέ την αλήθεια. Το πικρό είναι ότι, στο όνομα ενός «προχωράμε πέρα από την εκκλησιαστική μας απομόνωση», καλλιεργείται η εντύπωση πως η ορθόδοξη ακρίβεια είναι απομόνωση, πως η πιστότητα είναι φοβία, πως η διάκριση είναι μισαλλοδοξία. Αυτό είναι πνευματικός εκβιασμός με γάντια ευγένειας: αν αντιδράς, δεν αγαπάς. Όχι. Η αγάπη χωρίς αλήθεια γίνεται συναισθηματισμός· και η αλήθεια χωρίς αγάπη γίνεται σκληρότητα. Η Ορθοδοξία δεν ζει με συνθήματα, ζει με διάκριση.

Και μια σκωπτική, αλλά αναγκαία παρατήρηση: όταν ο ιερός ναός μετατρέπεται σε αίθουσα “πανθρησκειακού (ή έστω πανομολογιακού) συμβολισμού, ο οικοδεσπότης δεν φιλοξενεί απλώς. Υπογράφει. Όχι σε χαρτί· υπογράφει με την ίδια τη λατρευτική γλώσσα του τόπου. Και η υπογραφή αυτή διαβάζεται από το πλήρωμα ως «κανονικότητα». Έτσι καθιερώνονται οι πρακτικές: όχι επειδή πείθουν θεολογικά, αλλά επειδή επαναλαμβάνονται τελετουργικά.

Αν θέλουμε πραγματική μαρτυρία Ορθοδοξίας στον κόσμο, δεν την πετυχαίνουμε κάνοντας την Ορθοδοξία “πιο εύπεπτη μέσω αμφίσημων τελετών. Την πετυχαίνουμε με καθαρότητα, ταπείνωση, νηφαλιότητα και έμπρακτη αγάπη που δεν εξαγοράζει την αλήθεια. Το ζητούμενο δεν είναι να δείχνουμε ευρύχωροι, αλλά να είμαστε αληθείς. Διότι η Εκκλησία δεν σώζει με δημόσιες εικόνες ενότητας, αλλά με την αλήθεια που γίνεται ζωή.

Στην υπόθεση της «οικουμενικής ακολουθίας» στον Καθεδρικό της Αγίας Τριάδος στο Μανχάτταν, το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι έγινε μία ακόμη διαθρησκειακή/διαχριστιανική «εκδήλωση». Είναι ότι ο ορθόδοξος ναός χρησιμοποιήθηκε ως πλατφόρμα συμβολισμών που, αντικειμενικά, εκπαιδεύουν το εκκλησιαστικό σώμα να συνηθίζει τη σύγχυση: να θεωρεί ότι η κοινή προσευχητική πράξη, η συνεκφώνηση ιερών κειμένων και η τελετουργική συνεύρεση με ετεροδόξους είναι κάτι «ακίνδυνο», «φυσιολογικό» και σχεδόν αυτονόητο. Το μήνυμα δεν περνάει με δογματικό άρθρο· περνάει με εικόνα. Κι η εικόνα, όταν επαναλαμβάνεται, γίνεται «κανόνας συνείδησης».

Εδώ ακριβώς χρειάζεται η σκωπτική αλλά αναγκαία διατύπωση: μας ζητούν να χειροκροτούμε τη «ποικιλομορφία στο Σώμα του Χριστού», ενώ το μόνο που πραγματικά ποικίλλει είναι τα μέτρα και τα σταθμά. Όταν πρόκειται να στηθεί θεατρικά μια ενότητα με ετεροδόξους μέσα σε ορθόδοξο ιερό χώρο, τότε όλα βαφτίζονται «μαρτυρία αγάπης», «άνοιγμα», «υπέρβαση απομόνωσης». Όταν όμως πρόκειται για όσους επιμένουν να ομολογούν την πατερική εκκλησιολογία με σαφήνεια, τότε ξαφνικά θυμόμαστε την τάξη, την “ομολογία, τις προϋποθέσεις. Δεν είναι απλώς αντίφαση. Είναι πνευματική ειρωνεία: ζητείται «ομολογία πίστεως» όχι εκεί όπου η πίστη τραυματίζεται δημοσίως, αλλά εκεί όπου η πίστη αρνείται να ντυθεί με διπλωματική ομίχλη.

Και εδώ έρχεται το ερώτημα που δεν αποφεύγεται: ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου έθεσαν όπως προκύπτει από τη δημόσια ειδησεογραφία ζήτημα «ομολογίας πίστεως»/δηλώσεων πίστεως στην υπόθεση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Πάφου κ. Τυχικού, με αναφορές ότι κατατέθηκαν σχετικές ομολογίες/δηλώσεις προς τη Σύνοδο και προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τι έχουν να πουν τώρα όσοι, με περισσή ευκολία, μετατρέπουν την ορθόδοξη συνέπεια σε πρόβλημα, αλλά βαφτίζουν την οικουμενιστική σύγχυση σε αρετή; Πώς γίνεται να εξαντλείται η αυστηρότητα σε έναν επίσκοπο για τη διατύπωση, ενώ την ίδια στιγμή η δημόσια προσευχητική συνσκηνοθεσία σε ορθόδοξο ναό περνά ως σχεδόν αυτονόητη; Πώς γίνεται να απαιτείται «έλεγχος ορθοδοξίας» από εκείνον που αρνείται τις θολές γραμμές, αλλά να χαλαρώνουν οι γραμμές όταν η θόλωση παράγει ωραίες φωτογραφίες;

Αν θέλουμε βιβλικό καθρέφτισμα σύντομο, αιχμηρό και απολύτως ταιριαστό στην υποκρισία των δύο μέτρων υπάρχει ο απόστολος Παύλος: « ον διδάσκων τερον, σεαυτόν ο διδάσκεις; κηρύσσων μ κλέπτειν, κλέπτεις;» (ωμ. 2:21). Δεν χρειάζεται περισσότερη ερμηνεία. Το χωρίο καρφώνει ακριβώς εκείνους που κηρύττουν αυστηρότητα στους άλλους, ενώ επιφυλάσσουν στον εαυτό τους και στους «δικούς τους» μια βολική εξαίρεση.

Η πραγματική ορθόδοξη μαρτυρία δεν είναι να κάνουμε την Εκκλησία πιο αποδεκτή μέσω αμφίσημων τελετών, ούτε να μετατρέπουμε τον ναό σε σκηνή διαθρησκειακής ευπρέπειας. Είναι να κρατούμε καθαρά τα όρια της πίστεως, χωρίς εμπάθεια και χωρίς φόβο, με διάκριση και ταπείνωση. Γιατί η Εκκλησία δεν σώζει με συμβολικές φωτογραφίες ενότητας, αλλά με την αλήθεια που γίνεται ζωή. Και όπου η αλήθεια θολώνει «για το καλό κλίμα», εκεί το καλό κλίμα γίνεται το πρόσχημα της εκκλησιολογικής απώλειας.

Τελικώς, το ερώτημα δεν είναι αν «συνυπάρχουμε» ευγενικά με όλους· αυτό το κάνει και ο κόσμος χωρίς Χριστό. Το ερώτημα είναι αν η Εκκλησία θα μείνει Εκκλησία, δηλαδή αν θα ομολογεί καθαρά, με αγάπη αλλά και με αλήθεια, ότι η ενότητα δεν χαρίζεται με τελετουργικές σκηνοθεσίες, ούτε αγοράζεται με διπλωματικές φράσεις, αλλά γεννιέται μόνο μέσα στην κοινή πίστη, στη μετάνοια και στη μυστηριακή ζωή. Και εδώ αποκαλύπτεται το σκανδαλώδες: ζητείται «ομολογία πίστεως» από εκείνους που κρατούν την Ορθοδοξία ακέραιη, ενώ την ίδια στιγμή η δημόσια θόλωση των ορίων βαφτίζεται «μαρτυρία» και «άνοιγμα». Αυτό είναι το διπλό μέτρο που ελέγχει ο Απόστολος: « ον διδάσκων τερον, σεαυτόν ο διδάσκεις;» (ωμ. 2:21). Αν λοιπόν κάποιοι θέλουν ομολογίες, ας αρχίσουν πρώτα από τα έργα τους και από τα δημόσια μηνύματα που εκπέμπουν μέσα στους ορθόδοξους ναούς. Διότι ο λαός δεν σκανδαλίζεται από την ακρίβεια της πίστεως, αλλά από την υποκρισία των εξαιρέσεων. Και η Εκκλησία δεν τραυματίζεται από την καθαρότητα της αλήθειας, αλλά από την «ωραιοποιημένη» σύγχυση που παρουσιάζεται ως κανονικότητα.

exapsalmos