Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Περί ἡσυχίας καί ἐρημίας.

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ» 

Ὑπό ρουμάνου Γέροντος Κλεόπα Ἠλίε.

«Έάν αγαπάς τήν μετάνοια, άγάπα καί τήν ησυ­χία, διότι χωρίς τήν ήσυχία δέν τελειοποιείται ἡ με­τάνοια» (Αγιος Ισαάκ ό Σῦρος).

Άδελφοί καί Πατέρες,

Οπως γνωρίζουμε όλοι, οί περισσότεροι άπό τούς ά­γιους Πατέρες έζησαν στήν ήσυχία καί τήν εγκωμίασαν μέ πολλούς λόγους καί μέ πολλή εύλάβεια τήν έξετίμησαν.

Ό Μέγας Βασίλειος, ἀφοῦ έζησε στήν έρημο τοῦ Πόντου μέ τόν άγαπητό του φίλο Γρηγόριο τόν Ναζιανζηνό περισσότερα άπό 13 χρόνια, είπε ότι: «Ή ήσυχία είναι ἡ άρχή τής καθαρότητος τής ψυχής». Ένώ ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος είπε ότι: «Ή άμέριμνη ήσυχία είναι τιμιώτερη άπό τήν έπιτέλεσι τών διαφόρων άλλων έργων». Ό ονομαστός διδάσκαλος Ισίδωρος ό Πηλουσιώτης εί­πε καί αύτός τά εξής γιά τήν ήσυχία: «Σέ μένα ἡ κατά κόσμον γνώσις, μόνο ταχεία άπομάκρυνσι μοῦ έπρόσθεσε. Διότι αύτός πού περιστρέφεται μέσα στίς ταραχές καί θέ­λει νά γνωρίση τά ούράνια, λησμονεί ότι είναι μέσα σέ άγκάθια, τά όποια τόν κυκλώνουν καί τόν πνίγουν. Καί αύ­τός πού θέλει νά γνωρίση τόν Θεό μέσα στόν κόσμο νά ξέρη ότι είναι άδύνατον».

Ό μέγας φιλόσοφος καί διδάσκαλος τής έρημικής ζωής όσιος Ισαάκ ό Σῦρος μάς διδάσκει: «Λαμποκοπά ἡ ώραιότης τής καθαρότητός σου μέ τά δάκρυα, τίς νη­στείες καί μέ τήν ήσυχαστική ζωή», καί ἀλλοῦ λέγει: «Έ­άν άγαπάς τήν μετάνοια, άγάπα καί τήν ησυχία" διότι χω­ρίς τήν ήσυχία δέν τελειοποιείται ή μετάνοια», καί πάλι: «Ό άνθρωπος τίποτε δέν μπορεί νά έπιτελέση χωρίς άπροσπάθεια, πένθος καί ήσυχία». Κατόπιν θέλοντας νά δείξη πόσο μεγάλη άνάγκη έχει άπό ήσυχία αύτός πού θέ­λει νά καθαρισθή άπό τά πάθη του, λέγει: «Τήν ήσυχία ό­μως νά τήν άγαπάμε άδελφοί, μέχρις ότου πεθάνη ό έμπαθής κόσμος τής καρδιάς μας». Καί πάλι τονίζει, στήν παρακάτω συνομιλία πού είχε μέ ένα άγιο γέροντα ότι ή ήσυχία πολύ βοηθει στήν εγκράτεια. «Μου διηγήθηκε κά­ποιος άπό τούς ενάρετους πατέρες ότι τίς ήμέρες πού συναναστρέφομαι μέ κάποιον, τρώγω τρία παξιμάδια ἤ τέσ­σερα τήν ήμέρα' καί έάν άναγκάσω τόν έαυτό μου στήν προσευχή, βλέπω ότι ό νους μου δέν έχει παρρησία πρός τόν Θεό οὔτε μπορεί νά τόν άτενίση. Οταν όμως χωρι­σθώ άπό τούς άνθρώπους καί ήσυχάσω μόνος μου, τήν πρώτη ημέρα άναγκάζω τόν έαυτό μου καί τρώγω ένάμισυ παξιμάδι καί τήν δεύτερη ημέρα ένα' καί όταν στερεωθή ό νοῦς μου στήν ήσυχία άγωνίζομαι νά φάω ένα όλόκληρο καί δέν μπορώ. Ένώ ό νοῦς μου άκατάπαυστα συ­νομιλεί μέ παρρησία πρός τό Θεό, χωρίς νά άναγκάζω αύτόν καί είναι πάντοτε φωτεινός καί μέ ελκύει νά βλέπω καί νά εύφραίνωμαι άπό τό κάλλος τοῦ θείου φωτός. Έάν δέ συμβή στόν καιρό τής ήσυχίας μου νά έλθη κάποιος καί νά μοῦ μιλήση, έστω μία ώρα, μοῦ είναι άδύνατο τότε νά μή προσθέσω κάτι στό φαγητό μου καί νά μή παραλεί­ψω τόν κανόνα μου· χαυνοῦται δέ καί ό νοῦς μου καί δέν μπορεί νά άτενίση καθαρά σέ έκείνο τό φώς». Καί μετά άπ' αύτή τήν σπουδαία διήγησι λέγει: «Ιδού άδελφοί μου, βλέπετε πόσο καλή καί ώφέλιμη είναι ή ύπομονή στήν ή­συχία καί στήν μόνωσι καί πόση δύναμι καί εύκολία δίνει στούς άγωνιστές. Μακάριος λοιπόν είναι έκεινος πού γιά τόν Θεό υπομένει στήν ήσυχία καί τρώγει μόνος τό ψωμί του, διότι αύτός πάντοτε συνομιλεί μέ τόν Θεό» (Άπό τά άσκητικά του, 43ος Λόγος).

Επίσης αύτός ό άγιος καί θείος Πατήρ Ισαάκ, θέ­λοντας νά δείξη ποιά είναι ή άληθινή κατάστασις τής ψυ­χής έκείνου πού ήσυχάζει, λέγει: «Οταν ευρίσκεσαι στήν ήσυχία καί βλέπεις ότι οί σκέψεις τού νοῦ σου τρέχουν ε­λεύθερα στούς καλούς λογισμούς καί δέν είναι άνάγκη νά τούς έξουσιάζης μέ βία, τότε νά γνωρίζης ότι ή ήσυχία σου είναι ορθή. Κατόπιν γιά νά μάς τονίση ότι στήν ήσυ­χία εμείς, όταν ζούμε, πρέπει πάντοτε νά προσευχώμεθα, λέγε: «Αύτός πού θέλει νά άκολουθήση τόν Κύριο καί νά μιμηθή τήν πραότητα καί ειρήνη Του, πρέπει νά άσπασθή τήν ήσυχία καί νά έχη στά χείλη του τό Πανάγιο Ονομά Του». Αύτές οί λίγες μαρτυρίες έλέχθηκαν άπό τόν άγιο Ισαάκ τόν Σύρο περί τής ήσυχίας. Τώρα στήν συνέχεια άς πάμε στόν άλλο θείο καί μεγάλο άσκητή Έφραίμ τόν Σῦρο, τόν φίλο τής ήσυχίας καί διδάσκαλο τής άληθινής μετανοίας καί άφοϋ τόν ρωτήσουμε γιά τίς ώφέλειες τής ήσυχίας θά μάς είπή: «Κατ' άρχήν ήσυχία είναι ή άπερί σπαστη ζωή, ή όποία άπομακρύνει τόν άνθρωπο άπό τήν κοσμική φροντίδα, γιά νά μπορεί νά άποδεσμεύση τόν έ­αυτό του άπό τίς κοσμικές άπολαύσεις καί προσκοληθή πρός τόν Θεό». Καί σέ άλλο μέρος μάς διδάσκει ό ίδιος τά έξης: «Είθε νά κερδίσης τήν ήσυχία άδελφέ, σάν ένα τείχος ισχυρό γιά τήν ζωή σου' διότι αύτή σέ άνεβάζει πο­λύ ψηλά άπό τά πάθη, όπου άπό έκεί τά πολεμάς, ένώ αύ­τά είναι πολύ χαμηλά. Όπότε λοιπόν άγάπα καί ένωσε τήν ήσυχία μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί καμμία σαΐτα τοϋ νοητού ἐχθροῦ δέν θά σέ πληγώση. Ή συνοδευόμενη μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ήσυχία, είναι τό πύρινο άρμα τό όποιο άνεβάζει στόν ούρανό τούς άναβάτες του. Καί άτένισε τόν Προφήτη Ηλία, ό όποιος άγάπησε τήν ήσυχία καί τόν φόβο τοϋ Θεοῦ καί άνέβηκε στόν ούρανό». Κατόπιν, μέ μεγάλο θαυμασμό, είπε τά έξής έγκωμιαστικά λόγια γιά τήν ήσυχία: «"Ω, ήσυχία, κάτοπτρο τών άμαρτιών, τό οποίον δείχνει στόν άνθρωπο τά πταίσματά του! "Ω, ήσυχία, πού προκαλείς τά δάκρυα. "Ω, ήσυχία, πού γεννάς τήν πραότητα! "Ω, ήσυχία, συγκάτοικε καί σύζυγε τών ταπεινών στοχασμών! "Ω, ήσυχία, πού μέ τόν φόβο τού Θεοῦ φωτίζεις τόν νοῦ! "Ω, ήσυχία, γεννήτρια όλων τών άρετών... ώ ήσυχία, τείχος καί φραγμός γιά εκείνους πού θέλουν ν' ἀγωνισθοῦν γιά τήν Βασιλεία τών ούρανών». Καί πάλι προσθέτει: «Ετσι άδελφέ, αύτή τήν καλή μερί­δα ν' άποκτήσης, τήν οποίαν εξέλεξε καί ή Μαρία. Διότι αύτή ή Μαρία έγινε παράδειγμα ήσυχίας, επειδή έκάθισε δίπλα στά πόδια τοῦ Κυρίου καί δέν άπομακρυνόταν κα­θόλου άπό κοντά Του. Γι' αύτό τήν έπαίνεσε ό Κύριος λέ­γοντας: «Μαρία δέ τήν άγαθήν μερίδα έξελέξατο, ήτις ουκ άφαιρεθήσεται άπ' αύτής» (Λουκ. 10,42). Βλέπεις, ά­δελφέ, μέ ποιό τρόπο έγκωμιάζεται ή ήσυχία; Ό Ιδιος ό Κύριος μακαρίζει εκείνους πού τήν άπέκτησαν. Συνεπώς λοιπόν, αύτήν άπόκτησε, άδελφέ, καί θά εύφρανθής, ό­ταν θά στέκεσαι δίπλα στά πόδια Του καί είσαι ενωμένος μέ Αύτόν, γιά νά λέγης καί σύ μέ παρρησία: «'Εκολλήθη ἡ ψυχή μου οπίσω σου, ἐμοῦ δέ άντελάβετο ή δεξιά σου» (Ψαλμ. 62,9).

"Ακουσε τόν Χριστό τί λέγει: «Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες καί πεφορτισμένοι κάγώ άναπαύσω ύμάς» (Ματθ. 11,28), διότι θέλει ό Κύριος, άδελφέ, νά σέ άναπαύση άπό τίς φροντίδες, άπό τίς στενοχώριες, άπό τά σκάνδαλα καί τίς πίκρες τοῦ παρόντος αιώνος άλλά καί άπό τίς αιώνιες θλίψεις τής ψυχής. Θέλει νά είσαι άμέριμνος άπό τήν κατασκευή τών πλίνθων τής Αιγύπτου, θέ­λει νά μακρύνεσαι στήν έρημο, δηλ. στήν ήσυχία. Αύτός θά φωτίση τάς οδούς σου μέ τήν φωτεινή νεφέλη καί θά σέ θρέψη με τό μάννα, δηλαδή μέ τόν άρτο τῆς ήσυχίας καί τής άμεριμνησίας, γιά νά κληρονομήσης τήν εύφορο γή τῆς έπαγγελίας, τήν Ανω Ιερουσαλήμ. "Ετσι, άδελφέ, αύτήν νά άποκτήσης γιά νά ευφραίνεσαι βαδίζοντας στήν οδό τών μαρτύρων τοῦ Θεοῦ μέ τόν πλούτο τής δόξης Αύτου. Άγάπα τήν ήσυχία καί τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί ό "Αρ­χων τῆς ειρήνης θά είναι πάντα μαζί σου». Αύτά μέχρι έδώ έλέχθηκαν άπό τόν άγιο Έφραίμ τόν Σύρο γιά τήν ή­συχία. Άς άκούσωμε τώρα καί τόν θείον Πατέρα Ιωάν­νη τής Κλίμακος, ό όποιος μάς διδάσκει αύτά πού ό ίδιος στήν ήσυχία έβίωσε.

Στήν άρχή θέλοντας νά μάς δείξη ότι ή ήσυχία είναι διπλή, δηλ. σωματική καί πνευματική, λέγει: «Ήσυχία το σώματος σημαίνει επιστήμη καί εύτρεπισμένη κατά στασις τών ήθών καί τών αισθήσεων. Ήσυχία τής ψυχής σημαίνει έπιστήμη τών λογισμών καί άσύλητη σκέψις» (ΚΖ' Κεφ. 2). Κατόπιν άναφερόμενος στίς διαφορές τών άρχαρίων ήσυχαστών πού άσκονται στήν ήσυχία, λέγει: «Άρχή τής ήσυχίας, είναι τό νά άποκρούη κανείς τούς κτύπους τών δαιμόνων οί όποιοι το ταράζουν τόν βυθό τής καρδιάς του. Τέλος της, είναι νά μή φοβήται τούς θο­ρύβους καί νά είναι σάν άναίσθητος άπέναντί τους» ('Ένθ. άνωτ.). Καί πάλι δείχνοντας τήν πνευματική πρόο­δο αύτών πού άληθινά ήσυχάζουν, λέγει τά έξης: «Είδα ήσυχαστές, οί οποίοι τήν φλογερή τους έπιθυμία πρός τόν Θεό τήν ικανοποίησαν άχόρταστα μέσω τής ήσυχίας καί άπό τό πΰρ έκαναν νά προκύψη πρ καί άπό τόν έρωτα έ­ρωτας καί άπό τόν πόθο πόθος» ('Ένθ. άνωτ.).

Κατόπιν, όσον άφορα γιά τήν εύαισθησία το έργου τής ήσυχίας, λέγει τά εξής: «Μιά μικρή τρίχα άναστατώνει τόν οφθαλ­μό καί μιά μικρή φροντίδα έξαφανίζει τήν ήσυχία» (Κλΐ μαξ Όσ. Ιωάννου Λόγος 27ος). Κατόπιν θέλοντας νά εί πή ότι δέν είναι κατάλληλη γιά τήν σωτηρία τους ή φιλο­σοφία τής ήσυχίας, λέγει τά εξής: «Είναι σπάνιοι έκείνοι πού έσπούδασαν καί έγνώρισαν πλήρως τήν κατά κό σμον σοφία. Έγώ νομίζω ότι σπανιώτεροι είναι έκεΐνοι πού κατέχουν τήν κατά Θεόν ήσυχαστική φιλοσοφία» ('Ένθ. άνωτ.). Παράλληλα πρός τούς Σύρους όσιους Ι­σαάκ καί Έφραίμ, ό όσιος Ιωάννης τής Κλίμακος τονί­ζει μέ τά εξής λόγια τήν παντοτεινή ένασχόλησι τοϋ ήσυ χαστοϋ μέ τήν προσευχή: «Ή μνήμη το Ίησο νά ένωθή μέ τήν αναπνοή σου καί τότε θά γνωρίσης τήν ωφέλεια τής ήσυχίας» ('Ένθ. άνωτ.).

Ό θειος Πατήρ Πέτρος ό Δαμασκηνός, διδάσκει πε­ρί ήσυχίας καί λέγει τά έξης: «Σέ όλους είναι πολύ ωφέλι­μη ή ήσυχία, ή παραίτησις άπό τά πολλά έργα καί άπομά κρυνσις άπό σπουδαία πρόσωπα. "Αλλα περισσότερο έ­χουν άνάγκη άπ' αύτά οί έμπαθεΐς καί άδύνατοι». Κατό­πιν, θέλοντας νά δείξη ότι όχι μόνο οί πνευματικά άδύνα­τοι πληγώνονται άπό τίς άνθρώπινες φουρτούνες καί μέ­ριμνες αύτής τής ζωής, άλλά καί οί προχωρημένοι άκό­μη, προσθέτει τά έξής: «Οί φροντίδες τής παρούσης ζωής καί οί ταραχές συνήθως πληγώνουν άκόμη καί τούς τε­λείους καί άπαθεΐς». Σ' άλλο μέρος ό ΐδιος Πατήρ προ­κειμένου περί νηστείας, άγρυπνίας καί ήσυχίας λέγει τά έξής: «Ή νηστεία ταπεινώνει τό σώμα, ή άγρυπνία φωτί­ζει τόν νοϋ, ή ήσυχία φέρνει τό πένθος καί τό πένθος άνα βαπτίζει τόν άνθρωπο, καθαρίζει τήν ψυχή του καί τήν κάνει άναμάρτητη».

Αύτός ό θειος Πατήρ Πέτρος ό Δαμασκηνός ώς καί ό όσιος Έφραίμ ό Σρος θέτουν πάνω άπό οποιαδήποτε βιοτική άπασχόλησι τήν άμέριμνη ήσυχαστική ζωή, διότι οί φροντίδες τής ζωής γιά τούς ήσυχαστές είναι ώς ό λέων, ό όποιος περιπατεί καί ζητά κάποιον νά καταπιή. (Α' Πετ. 5,8). Μοναδική τους φροντίδα άς είναι, πώς νά εύαρεστήσουν τόν Θεό καί νά σώσουν τήν ψυχή τους άπό τήν καταδίκη κατά τήν ώρα τού θανάτου.

Επίσης ό Πέτρος Δαμασκηνός σέ άλλο μέρος λέγει τά έξής: «Χωρίς ήσυχία, σιωπή καί έκκοπή το προσωπι­κο θελήματος, δέν μπορεί κανείς νά διδαχθή τήν πνευ­ματική τέχνη τής σωτηρίας». Καί πάλι: «Αύτός πού άξιώ θηκε νά ήσυχάση μέ όλη του τήν καρδιά καί σ' όλη του τήν ζωή, έκεϊνος έφθασε στό άκρότατο άγαθό». Καί άλ λοϋ λέγει: «Μακάριοι είναι αύτοί πού ησυχάζουν μέ όλες τίς δυνάμεις τους, ή όταν ύπακούουν σέ κάποιον έμπειρο διδάσκαλο ή ησυχάζουν χωρίς μέριμνες καί έπιμελοϋνται τήν ύπακοή στό θείο θέλημα καί στούς δοκιμασμένους στήν άρετή».

Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς γιά τήν ένωσι τής ή­συχίας μέ τήν προσευχή, μάς διδάσκει καί ποιού είδους προσευχή εΐναι κατάλληλη σ' αύτούς πού άσχολοϋνται μέ τίς μέριμνες καί τά παρόμοια έργα καί ποιά προσευχή αρ­μόζει σ' αύτούς πού συνειδητά ήσυχάζουν, λέγοντας τά έ­ξής: «Ή πολλή ψαλμωδία (άκολουθίες τής Εκκλησίας) είναι γι' αύτούς πού άσχολοϋνται μέ τίς διάφορες δου­λειές καί αύτό γίνεται όχι γιά τόν κόπο τής ήσυχίας, άλλά άπό άγνοια τής ύψηλής ζωής. Σ' αύτούς είναι άρκετό νά προσεύχωνται μέ όλη τήν ψυχική τους δύναμι καί νά φυ­λάγονται άπό τούς κακούς λογισμούς. Άλλά καί πάλι ή κενοδοξία το νο καί ή άμετρη ψαλμωδία κουράζουν τόν άνθρωπο καί δέν μπορεί πλέον νά προσεύχεται μέ ψυ­χικό σθένος καί θείο πόθο». Ό όσιος Θεοφάνης ό "Εγκλει­στος λέγει: «"Οποιος άπομακρύνεται μόνο άπό όλα τά έξωτερικά καί ορατά πράγματα, άπό συνομιλίες καί άκροάσεις, αύτός πολύ λίγη ώφέλεια έχει». Δηλαδή, αύτός πού ησυχάζει μόνο μέ τό σώμα, άπέχοντας άπό τήν άκοή, τήν όρασι καί τήν συνομιλία, αύτός δέν εΐναι άληθινός ή συχαστής, άλλά έκείνος πού μέ τόν νο καί τήν καρδιά του έφυγε άπό όλα τά κοσμικά πράγματα. Αύτό τό έπιβεβαιώνει καί ό όσιος Ιωάννης τής Κλίμακος όταν λέγη: «Ήσυχία εΐναι άπάρνησις όλων τών έννοιών, τών νοημά­των καί τών αισθητών ένοχλήσεων» (27ος Λόγος). Ό ό­σιος Θεοφάνης λέγει: «Αληθινό ήσυχασμό έπιτελεΐ έκεί­νος πού παραμένει μέρα νύκτα μέ τόν νοϋ καί τήν καρδιά ένώπιον τοϋ Κυρίου μέχρι τό τέλος τής ζωής του». Έκτος όλων αύτών τώρα είναι καιρός νά πούμε έάν ή ήσυχία άρμόζη καί στούς ζώντας στίς πόλεις καί στά χωριά. Αύτή τήν ήσυχία μπορούν νά άκολουθήσουν όλοι οι χριστιανοί πού έχουν τόν φόβο το Θεο καί θέλουν τήν σωτηρία τής ψυχής τους. Ό όσιος Θεοφάνης ό "Εγκλειστος διδάσκον­τας ένα μαθητή του, λέγει τά έξής γι' αύτήν: «Σο λέγω έ­να μόνο πράγμα. "Αρχισε τώρα, στήν κατάστασι πού εί­σαι, νά άπομονώνεσαι στό σπίτι σου. Καί νά προσεύχεσαι στόν Θεό ζητώντας ένα μόνο πράγμα: «Γνώρισόν μοι, Κύριε, όδόν έν ή πορεύσομαι» (Ψαλμ. 142,8). Αύτό νά μή τό λέγης μόνο μέ τό στόμα καί τήν σκέψι, άλλά παρακά­λεσε τόν Θεό μέ καρδιακό πόνο. Γι' αύτή τήν ώρα τής μο­ναξιάς νά όρίζης συγκεκριμένη ώρα τής ήμέρας ἤ ώρισμένες ήμέρες τής έβδομάδος καί νά κάνης τό πρόγραμ μά σου μέ σιωπή, ζητώντας περισσότερο τήν σοφία, τόν φωτισμό καί τήν άποκάλυψι τής σωτηρίου οδο. Μέ αύτή τήν μοναξιά, πρόσθεσε καί τήν σωματική νηστεία, ή ό­ποία θά σέ βοηθήση στήν προσευχή. Κατ' αύτή τήν περίο­δο θά άποκτήσης τήν έσωτερική εμπειρία έκ τής έγκρατείας καί τής άπαρνήσεως τοϋ ένός καί τοϋ άλλου πράγ­ματος καί θά γίνης άνεξάρτητος άπό όλα καί θά τά άπο φεύγης τόσο, ώστε νά μή έλκύεσαι πλέον άπ' αύτά. Καί ό σκοπός αύτών νά εἶναι τό νά σπάση ή ψυχή σου τά δεσμά τής παρούσης καταστάσεώς της καί νά έξέλθη άπό τήν φυλακή τών παθών της». Κατόπιν είπε τά έξής: «Πρέπει νά έκμεταλλευώμεθα τίς στιγμές τής μοναξιάς προοδεύ­οντας στά θεια έργα μέ τήν προσευχή καί τούς στοχα­σμούς. Κατόπιν μο λέγεις ότι θέλεις νά γίνης ήσυχα στής. Εΐναι μάλλον ενωρίς καί δέν έχεις άκόμη τέτοια έφεσι. Μπορείς νά ζήσης μόνος, άλλά κάπουκάπου νά ε­πισκέπτεσαι καί κάποιον άλλον. Τό γεγονός ότι πηγαίνης στήν έκκλησία νά μή νομίσης ότι έλαττώνει τόν πόθο τής μοναξιάς, άλλά άντίθετα τόν ενισχύει καί σο δίνη δύναμι νά ζής τήν χάρι τής προσευχής στό σπίτι σου. Μετά άπό κάποια συνομιλία μέ άλλον μπορείς νά μή έξέρχεσαι γιά μία ή δύο ήμέρες άπό τό σπίτι σου, γιά νά έπιμένης περισ­σότερο στήν ένωσί σου μέ τόν Χριστό. Αύτό τό καταλα βαίνης καί μόνος σου καί όσο μπορείς νά τό έπιδιώκης. Μέ αύτό τόν τρόπο δέν θά έχης καμμία σκέψι γιά τήν ή­συχία. Οταν ή προσευχή σου σέ άνεβάζη σέ τέτοια μέ­τρα, ώστε νά διατηρής πάντοτε στήν καρδιά σου τήν μνή­μη το Θεο, τότε είσαι ένας ήσυχαστής, χωρίς νά ζής στήν ήσυχία. Διότι τί σημαίνει ήσυχία; Ήσυχία σημαίνει νά εισέρχεται ό νος στήν καρδιά καί παραμένοντας ἐκεῖ νά βλέπη νοερά τόν Θεό μέ μεγάλη εύλάβεια. Καί δέν θά θέλης νά έξέρχεσαι άπ' αύτή γιά νά άσχοληθής μέ άλλες έργασίες». Κατόπιν τόν συμβούλευσε λέγοντας τά έξής: «Ζήτησε αύτή τήν ήσυχία, ένώ στήν άλλη μή κλίνης εύκο­λα τήν κεφαλή σου».

Παρόμοια μάς διδάσκει περί ήσυχίας καί μοναξιάς ό θειος Πατήρ Πέτρος ό Δαμασκηνός, όταν λέγη τά έξής: «Καί έμεῖς πού είμεθα στόν κόσμο καί αύτοαποκαλούμε θα ήσυχασταί, νά ήσυχάζουμε ενίοτε όπως παλαιότερα οί δίκαιοι καί νά έξετάζουμε μέ τήν μνήμη το θανάτου τήν άμαρτωλή μας ψυχή, ώστε νά διορθώνεται καί νά ταπει­νώνεται. Σωστό έπίσης είναι, νά θυσιάζουμε ένα μέρος τής ήμέρας ή τής νύχτας, γιά νά σκεπτώμεθα, τί θά άπολογηθομε στόν Δίκαιο Κριτή τήν ημέρα τής Κρίσεως διότι, άλλοίμονο οί φροντίδες τής ζωής δέν μάς άφήνουν νά έπιμεληθομε τήν ψυχή», καί άλλου λέγει: «Δέν ύπάρ­χει κανένα έργο πού νά όδηγή γρηγορώτερα τόν άνθρωπο στήν άπόκτησι τών άρετών, όσο ή μοναξιά καί ή συγκέν τρωσις τοΰ νοΰ».

"Ετσι, άδελφοί μου, στό τέλος αύτο το λόγου μου έβαλα διδασκαλίες άπό τόν άγιο Θεοφάνη τόν "Εγκλει­στο καί τόν Πέτρο Δαμασκηνό, οί όποιες είναι κατάλλη­λες γιά εμάς τούς μοναχούς τοΰ παρόντος αιώνος, διότι θά μπορομε τουλάχιστον νά ήσυχάζουμε μέσα στούς τέσσερεις τοίχους το κελλιο μας, πράγμα πού ισχύει καί γιά τούς έναρέτους χριστιανούς τοΰ κόσμου, πού έ­χουν ζήλο γιά τίς άρετές καί τήν άληθινή μετάνοια. Άς περιοριζώμεθα γιά ένα διάστημα τής ημέρας ή τής νύ­κτας, διώχνοντας τότε άπό τήν σκέψι μας τίς φροντίδες τής ζωής καί νά ένούμεθα μέ τόν Θεό διά τής προσευχής, τής άναγνώσεως καί τών Ιερών στοχασμών. Αμήν.

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου