Γράφει ὁ κ. Εὐλάλιος Θωμαΐδης, Θεολόγος
Μέρος Α΄
Ξεκινᾶμε μία νέα σειρὰ κειμένων, ἡ ὁποία θὰ ἀφορᾶ στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Σκοπὸς εἶναι νὰ καταδειχθοῦν οἱ διαφορὲς μεταξὺ ὀρθοδόξων, ρωμαιοκαθολικῶν καὶ προτεσταντῶν θεολόγων ὅσον ἀφορᾶ αὐτὴ τὴ διδασκαλία. Ἔτσι, θὰ ξεκινήσουμε πραγματευόμενοι τὴ διδασκαλία τοῦ Αὐγουστίνου, καθότι ἐκεῖνος εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἐφεῦρε τὸν ὅρο peccato originale (στὰ ἰταλικὰ) ἢ original sin (στὰ ἀγγλικά), ὅροι ποὺ μεταφράζονται κατὰ γράμμα ὡς «πρωταρχικὴ ἁμαρτία» (γι’ αὐτὸ καὶ πολλοὶ σύγχρονοι προτεστάντες δὲν μιλοῦν γιὰ ἁμάρτημα τῶν προπατόρων, ἀλλὰ κάνουν λόγο γιὰ τὴν πρωταρχικὴ ἁμαρτία, πρᾶγμα ποὺ δὲν εὐσταθεῖ, γιατί ὁ πρῶτος ἁμαρτάνων ἦταν ἕνα ἀγγελικὸ ὄν, ὁ Ἑωσφόρος). Οἱ Ἕλληνες Πατέρες μιλοῦν γιὰ προπατορικὸ ἁμάρτημα, δηλαδὴ γιὰ τὸ ἁμάρτημα τῶν προπατόρων τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ὅρος πιὸ ἀκριβὴς καὶ ὀρθός. Στὴ συνέχεια, θὰ δοῦμε πῶς ἑρμηνεύουν τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἡ σχολαστικὴ παράδοση, ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Λούθηρος, ἡ παπικὴ σύνοδος τοῦ Τρέντου καὶ ἴσως κάποιοι μοντέρνοι παπικοὶ θεολόγοι. Ἂς ξεκινήσουμε, λοιπόν, μὲ τὸν Αὐγουστῖνο, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες αὐθεντίες τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογικῆς σκέψης.
Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Αὐγουστίνου τῆς Ἱππῶνος ἐπάνω στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ δοῦμε μερικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν θεολογικό του ἀντίπαλο, τὸν Πελάγιο. Ὁ Πελάγιος ἦταν ἕνας ζηλωτὴς μοναχός, ὁ ὁποῖος εἶχε κουραστεῖ νὰ ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ κατηγοροῦν τὴν ἀδύναμη ἀνθρώπινη φύση τους καί, ἀντὶ νὰ κατηγοροῦν τὴ δική τους θέληση, ὅταν ἁμαρτάνουν, νὰ κατηγοροῦν μία γενικὴ ἢ ἀόριστη φύση. Ὅσοι, σύμφωνα μὲ τὸν Πελάγιο, κατηγοροῦν τὴν ἀνθρωπότητα γιὰ τὸν ἁμαρτωλό της τρόπο ὕπαρξης, δὲν κάνουν τίποτα ἄλλο παρὰ νὰ δικαιολογοῦν τὶς προσωπικές τους ἁμαρτίες διὰ τῆς ἀνωτέρω κατηγορίας (Agostino d’Ippona, La natura e la grazia, 1, 1). Ὁ Πελάγιος ὑποστηρίζει ξεκάθαρα ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ἐὰν τὸ θέλει, νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία (Pelagio, De Natura, 8), καθότι εἶναι κτισμένος κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ. Ὡς τέτοιος, κατέχει τὴ χάρη, ἤτοι τὸ λόγο καὶ τὴν ἐλεύθερη βούληση, καὶ ἔτσι δύναται νὰ ἀποφασίζει ἑκουσίως, ἐὰν θὰ ἁμαρτήσει ἢ ὄχι. Ὁ Πελάγιος δὲν ἀρνεῖται τὸ ἁμάρτημα τῶν προπατόρων, δηλαδὴ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. Ἐκεῖνο ποὺ ἀρνεῖται εἶναι ἡ κληρονομικότητα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ἡ ἁμαρτία δὲν γεννᾶται μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πρῶτα ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος καὶ στὴ συνέχεια ἁμαρτάνει. Ἔτσι, ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι κάποια ἔλλειψη τῆς φύσεως, ἀλλὰ θεωρεῖται ἔλλειψη τῆς θελήσεως (Agostino, La grazia di Cristo e il peccato originale, 2, 6, 6). Τὸ βάπτισμα τῶν νηπίων τούς ἀνοίγει τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ δὲν τὰ θεραπεύει ἀπὸ ἕνα ἁμάρτημα ἢ μία κακία ποὺ δὲν διέπραξαν (Pelagio, De Natura, 23). Ὁ Ἀδάμ, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν εἶχε ἁμαρτήσει, θὰ πέθαινε μὲ φυσικὸ τρόπο, καθόσον ὁ θάνατος εἶναι κάτι τὸ φυσικὸ στὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι ἀποτέλεσμα θείας τιμωρίας.
Πρὶν συνεχίσουμε μὲ τὸν Αὐγουστῖνο, κρίνουμε ἀπαραίτητη μία κριτικὴ στὸν Πελάγιο μὲ βάση τὴ θεολογία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, φαίνεται ὅτι ὁ Πελάγιος δὲν διακρίνει σαφῶς τὴ θεία χάρη, δηλαδὴ τὰ ἄκτιστα ὑπερφυσικὰ δῶρα τοῦ Πνεύματος / τὰ ἄκτιστα φυσικὰ ἰδιώματα, ἀπὸ τὰ φυσικὰ δῶρα, ἤτοι τὶς ἀρετές, διάκριση ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ἐναργῶς ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Δεύτερον, ὁ θάνατος ἀναστέλλονταν στὸν Παράδεισο ἐξαιτίας τῆς θέας τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου. Εἰσῆλθε στὴν ἀνθρωπότητα λόγῳ τῆς παράβασης τῆς θείας ἐντολῆς, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ πέθαινε ἔτσι καὶ ἀλλιῶς, δηλαδὴ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν θὰ ἁμάρτανε ἢ ὄχι. Ἐπίσης, ὁ θάνατος δὲν εἶναι τιμωρία, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ἀντίδοτο κατὰ τῆς ἁμαρτίας· εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὸν ἁμαρτάνοντα ἄνθρωπο νὰ σταματᾶ τὴν ἁμαρτητικὴ του διαστροφή, ἔστω καὶ ἀκούσια. Ὁ θάνατος, λοιπόν, ἐπιτράπηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ὥστε τὸ κακὸ νὰ μὴ γίνει ἀθάνατο, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὸ δαιμόνιο, στὸ ὁποῖο ὑπάρχει παγίωση ὡς πρὸς τὸ κακό. Ἀκόμη, εἶναι ἐφικτὸ ὁ ἄνθρωπος νὰ χρησιμοποιήσει γνωμικὰ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ὥστε νὰ συνεχίσει νὰ διαστρέφει τὸ θέλημά του, στρέφοντάς το μὲ περισσότερη ἔνταση πρὸς τὶς ἡδονές, σαρκικὲς καὶ ψυχικές, προκειμένου νὰ ἀπολαύσει τὴ διαστροφὴ του ὅσο ἀκόμη προλαβαίνει, ἕως ὅτου ὁ ἀκούσιος καὶ ἀπρόβλεπτος θάνατος τοῦ στερήσει αὐτὴ τὴ δυνατότητα ἁμαρτητικῆς διαστροφῆς, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὸν πλούσιο τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ συγκέντρωνε πολλὰ ἀγαθὰ καὶ ἐντέλει τοῦ τὰ στέρησε ξαφνικὰ ὁ θάνατος. Ἔτσι, πολλὲς φορὲς ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος εἶναι συνώνυμα. Ἂς ἐπιστρέψουμε, ὅμως, τώρα στὴ διαμάχη μεταξὺ Αὐγουστίνου καὶ Πελάγιου.
Ἡ διαμάχη σχετικὰ μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα πυροδοτήθηκε ὄχι τόσο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πελάγιο ὅσο ἀπὸ τὸν μαθητή του, τὸν Κελέστιο. Τὸ 418, διακόσιοι ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴν Ἀφρική, στὴ Σύνοδο τῆς Καρθαγένης, καταδίκασαν τὴν πελαγιανικὴ διδασκαλία. Ὁ πρῶτος κανόνας ἀναθεματίζει ὅποιον ὑποστηρίζει ὅτι ὁ θάνατος εἶναι φυσικὸς καὶ ὄχι ἀποτέλεσμα ἁμαρτίας (DS 222), ἐνῶ ὁ δεύτερος κανόνας ἀναθεματίζει ὅποιον ὑποστηρίζει ὅτι τὰ νήπια δὲν πρέπει νὰ βαπτίζονται, γιατί σὲ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει καμία ἁμαρτία (DS 223). Τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα μολύνει τὴν ἀνθρώπινη φύση διὰ τῆς γεννήσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀκυρώνεται μὲ τὸ βάπτισμα. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα, ὑπόκεινται στὴν ἁμαρτία (DS 231). Ἕνα αἰώνα ἀργότερα ἔλαβε χώρα ἡ Σύνοδος τῆς Ὀράνζης τὸ 529, ἡ ὁποία καταδίκασε τοὺς ἡμιπελαγιανούς. Οἱ ἡμιπελαγιανοὶ ὑποστήριζαν ὅτι ἡ θεία χάρη δὲν εἶναι ἀναγκαία κατὰ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀποφασίζει νὰ πιστέψει στὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ σύνοδος τόνισε ὅτι ἡ ἁμαρτία τῶν προπατόρων ἀγγίζει τόσο τὸ σῶμα ὅσο καὶ τὴν ψυχή. Ἔτσι, ἡ συνέπεια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος δὲν εἶναι μόνο ἡ μετάδοση τῆς τιμωρίας, δηλαδὴ ἡ θνητότητα (φθορὰ καὶ θάνατος), ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ἡ ἁμαρτία, ἑρμηνευμένη ὡς θάνατος τῆς ψυχῆς (A. Claudel, «Peche originel», coll. 406-431). Αὐτὲς οἱ δύο σύνοδοι ἐπηρεάστηκαν καταλυτικὰ ἀπὸ τὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Αὐγουστίνου τῆς Ἱππῶνος.
Ἀφοῦ ἐξετάσαμε κάποια στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὸν Πελάγιο καὶ τὶς δύο συνόδους ποὺ καταδίκασαν τὴ θεολογία του ὅσον ἀφορᾶ τὴ μὴ μεταβίβαση τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ στοὺς ἀπογόνους του, θὰ ἐμβαθύνουμε τώρα περισσότερο στὸν ἴδιο τὸν Αὐγουστῖνο. Ὁ Αὐγουστῖνος ὑποστηρίζει ὅτι ὁ τονισμὸς τῆς χάρης δὲν σημαίνει ἀπαραιτήτως καὶ τὴν ἄρνηση τῆς ἐλευθερίας. Τὸ σφάλμα τοῦ Πελάγιου ἦταν ὅτι θεωροῦσε ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου προέρχεται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴ χρήση τῆς ἐλεύθερης βούλησής του, ἀρνούμενος ὅτι ἡ πτώση τῶν πρωτόπλαστων ἔχει ὁποιαδήποτε ἐνεργὸ σχέση μὲ τοὺς μετέπειτα ἀνθρώπους. Ὁ Αὐγουστῖνος θὰ ὑποστηρίξει, ἐνάντια στὸν μανιχαϊσμὸ — τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε κατὰ τὰ νεανικά του χρόνια — ὅτι ἡ μίζερη κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος στὴν παροῦσα μεταπτωτικὴ περίοδο, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν θάνατο, τὴν ἀταξία καὶ τὴν ἀνομία, εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλεύθερης ἐπιλογῆς (ἔστω μόνο τοῦ πρώτου Ἀδὰμ) καὶ ὄχι φυσικῆς ἀναγκαιότητας. Οἱ καθολικοὶ ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση δημιουργήθηκε καλὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἔχει διαφθαρεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ χρειάζεται τὴ θεραπεία τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τοὺς μανιχαίους, ἀντίθετα, ἡ ἀνθρωπότητα δὲν δημιουργήθηκε καλὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ σκότους, καθὼς ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ ὕλη. Ἔτσι, ὁ μανιχαϊσμὸς ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὄντας μεικτὸς ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, εἶναι ἕνα ὂν ποὺ συνδυάζει ἀγαθότητα καὶ κακία. Τὸ πνεῦμα ἢ ἡ ψυχὴ ἀνήκει στὸ βασίλειο τοῦ ἀγαθοῦ, ἐνῶ ἡ ὕλη ἢ τὸ σῶμα ἀνήκει στὸ βασίλειο τοῦ κακοῦ. Ὁ Πελάγιος καὶ ὁ Κελέστιος, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει δημιουργηθεῖ ἀγαθὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅτι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀδὰμ κληρονομοῦν μία φύση ἀγαθὴ καὶ ὑγιῆ, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκη τὴ θεραπεία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Αὐγουστῖνο πάντα (Agostino, Le nozze e la concupiscenza, 2, 3, 9).
Ἔχοντας ὑπόψη μας τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Αὐγουστῖνος δὲν τονίζει μόνο τὴ δημιουργικὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπολυτρωτική Του ἐνέργεια σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ θεωρήσει ὅτι ἡ ἴδια ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία κληρονομεῖται. Οἱ πελαγιανοὶ φαίνεται ὅτι ὑποτιμοῦσαν τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, γιατί καθιστοῦσαν τὸν Σταυρὸ μάταιο, ἐφόσον ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πράξει τὸ ἀγαθὸ ἀπὸ μόνος του, ἤτοι ἄνευ τῆς θείας χάριτος (A. Trape, Sant’Agostino: Natura e grazia, pp. 42-47). Χωρὶς τὴν ἀπολυτρωτικὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ, ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ καταφέρει, κατὰ τὸν Αὐγουστῖνο. Συνεπῶς, ὁ ἱστορικὸς ἢ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία φύση εὐάλωτη, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη ἰατροῦ, ἔχει ἀνάγκη τῆς ἀπολύτρωσης τοῦ Χριστοῦ.
Στὸ ἑπόμενό μας κείμενο θὰ συνεχίσουμε μὲ μερικὲς ἀκόμη διδασκαλίες τοῦ Αὐγουστίνου ἐπάνω στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, οἱ ὁποῖες δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὲς ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ διδασκαλία, ὅπως ἡ μετάδοση ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ στοὺς ἀπογόνους του τοῦ ἴδιου τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί, ἄρα, τῆς εὐθύνης γιὰ ἕνα ἁμάρτημα μὴ διαπραχθέν, ἡ σχέση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος μὲ τὴ σαρκικὴ ἐπιθυμία (concupiscenza) καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ βαπτίσματος τῶν νηπίων, προκειμένου αὐτὰ νὰ μὴ πᾶνε στὴν κόλαση.
Συνεχίζεται…