Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ἔκθεσις τῆς ἐξ Ἁγιορειτῶν Ἐπιτροπῆς (Παναγιώτης Τρεμπέλας)

«ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΕΞ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ»

Ἀθωνικοὶ διάλογοι, τ. 33-34, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1975, σσ. 20-27, 32. 

[Περί τῶν βιβλίων τοῦ Τρεμπέλα: «Μυστικισμός - Ἀποφατισμός - Καταφατική Θεολογία»]

Θλίψιν πολλὴν ἐπροξένησεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀνάγνωσις μιᾶς διτεύχου θεολογικῆς πραγματείας ὑπὸ τὸν τίτλον: «Μυστικισμός - Ἀποφατισμός - Καταφατικὴ Θεολογία» τοῦ καθηγητοῦ κ. Παναγιώτου Τρεμπέλα.

Καὶ ἐνῶ δὲν εἶναι ἀποστολὴ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους νὰ κρίνῃ ἐπιστημονικάς πραγματείας, ὅμως, ἐπειδὴ αἰσθανόμεθα ὡς συνεχισταὶ τῆς μακρᾶς ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως καὶ μυστικῆς Θεολογίας, ἡ ὁποία κρίνεται εἰς τὰ ἐν λόγῳ τεύχη, μετὰ συνοχῆς καρδίας καὶ πολλῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τοὺς ἀδελφούς μας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν τὰ ἑξῆς:


1. Ἡ ἑνοειδὴς Παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἡ ἁρμονική συμφυΐα θεολογίας καὶ ζωῆς - ἀπόδειξις τῆς ζώσης πιστότητος εἰς τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος – ἐφυλάχθη ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας μας ἀλώβητος καὶ διέθρεψεν ἀνέκαθεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα μέχρι καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας μὲ τὰ ζωηφόρα δόγματα τῆς ἀληθείας καὶ τὴν χάριν τῆς ἀψευδοῦς ἁγιότητος.

Κατὰ τοὺς τελευταίους ὅμως αἰῶνας καὶ κυρίως μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀρχίζει νὰ εἰσέρχεται ἐκ τῆς Δύσεως, ὑπὸ μορφὴν δῆθεν προόδου, τὸ μικρόβιον τοῦ πνευματικοῦ διχασμοῦ. Ἡ ἀσθένεια τοῦ χωρισμοῦ θεολογίας καὶ πνευματικότητος, θεολόγων καὶ «ἁγίων», ἡ ὁποία ἐμάστιζε τὸν «πεφωτισμένον» δυτικὸν πολιτισμὸν - συνέπεια τῆς δογματικῆς παρεκτροπῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ᾿Εκκλησίας - μεταφέρεται εἰς τὸν ἰδικόν μας χῶρον.

Ἡ θεολογία ἡ ὁποία ἐδιδάσκετο βασικῶς εἰς τὸν Μοναχικὸν χῶρον, διδάσκεται τώρα, μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, εἰς τὰς νεοσυσταθείσας σχολὰς τῶν κρατικῶν Πανεπιστημίων. Ἡ πνευματικὴ ἀγωγὴ ἡ ὁποία ἠντλεῖτο φυσιολογικῶς ἀπὸ τὴν μετοχὴν εἰς τὴν ὅλην ζωὴν τῆς ἐνορίας, τώρα κυρίως προσφέρεται ἀπὸ τὰ κηρύγματα καὶ τὰ κατηχητικὰ τῶν λαϊκῶν.

Καὶ δύναται νὰ τεθῆ τὸ ἐρώτημα: Εἶναι καταδικαστέα αὐτὰ καθ᾿ ἑαυτὰ τὰ νέα σχήματα; Δὲν δύναται ἆραγε ἡ ὀρθόδοξος θεολογία νὰ διδάσκεται εἰς τὰ Πανεπιστήμια καὶ τὸ εὐσεβὲς ἦθος νὰ δίδεται εἰς τὰς χριστιανικάς κινήσεις; Ἐν προκειμένῳ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ἑξῆς διπλὴν ἀπάντησιν :

Πρῶτον, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε ὑποτιμήσεως ἢ καταργήσεως τῶν παλαιῶν σχημάτων τὰ ὁποῖα προσφέρουν ὀρθοδόξως κάτι τὸ ἀναντικατάστατον.

Δεύτερον, εἶναι δυνατὸν καὶ νέα σχήματα ζωῆς νὰ ἐγκεντρισθοῦν εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Εκκλησίας, ὑφιστάμενα, διὰ τοῦ ὀργανικοῦ δεσμοῦ των πρὸς Αὐτήν, τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν.

Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λεχθῇ ὅτι συνέβη ἐξ ἀρχῆς μὲ τὰς Θεολογικάς μας Σχολὰς καὶ τὰ κατηχητικά. Διότι - λόγῳ τοῦ γενικωτέρου κλίματος τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθησαν - παρὰ τὴν καλὴν πιθανῶς θέλησιν τῶν στελεχῶν των, δὲν ἐτράφησαν τόσον ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξον Παράδοσίν μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀπόψεις τῆς ἑτεροδόξου Δύσεως.


2. Οἱ καθηγηταὶ τῶν θεολογικῶν σχολῶν μορφώνονται κατά κανόνα εἰς τὴν Δύσιν. Γνωρίζουν δι' αὐτῆς τὴν ὀρθόδοξον θεολογίαν. Καὶ μεταφέρουν συνήθως εἰς ἡμᾶς τῶν ἑτεροδόξων διδασκάλων των τὴν ἐπιστημονικὴν μέθοδον καὶ τὰς ἀτομικάς των ἀπόψεις διὰ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς θεοφόρους Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Αἱ θρησκευτικαὶ κινήσεις ἀντιστοίχως, παρὰ τὴν ἀγαθὴν διάθεσίν των, δὲν τρέφονται ἀπὸ τὴν θεολογικὴν εὐσέβειαν τῆς Παραδόσεώς μας (τοὺς εἶναι ἄγνωστα τὰ ἔργα τῶν Νηπτικῶν Πατέρων: Φιλοκαλία, Κλίμαξ ἁγίου ᾿Ιωάννου, ἔργα ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου... Οὐδέποτε ἐξέδωσαν ἕνα ἐκ τούτων) καὶ διαρκῶς τροφοδοτοῦν τὴν ᾿Εκκλησίαν δι᾽ ἔργων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐπηρεασμένων ὑπὸ τοῦ εὐσεβιστικοῦ πνεύματος τῆς Δύσεως.

Συνέπεια τῆς εἰσβολῆς αὐτῆς, τοῦ ξένου καὶ μὴ παραδοσιακοῦ πνεύματος εἰς τὴν θεολογίαν καὶ τὴν ζωήν μας, εἶναι μία χρονία ἀσθένεια - σύγχυσις γλωσσῶν καὶ κριτηρίων - ἡ ὁποία βασανίζει τὴν νεοελληνικὴν Ἐκκλησίαν καὶ παρουσιάζεται διὰ πλήθους προβλημάτων, ἀποτόκων τῆς νόσου ταύτης.

Χαρακτηριστικὸν δὲ δεῖγμα καὶ σύμπτωμα τῆς πολλαπλῆς ἤδη συγχύσεως ἀποτελεῖ ἡ ἐν λόγῳ θεολογική πραγματεία. Εἰς αὐτὴν γηραιός Καθηγητής συντάσσει θεολογικὴν μελέτην ἐξ ἀφορμῆς ὁμιλίας νεωτέρου συναδέλφου του, τοῦ ὁποίου ἡ τόλμη εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὸ ἀσαφὲς περὶ τὴν διατύπωσιν τὸν ξενίζει. Καὶ ἡ μὲν ὁμιλία τοῦ νεωτέρου θεολόγου, ἀποκαλύπτεται ὡς ἀπομεμακρυσμένη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον ἀκριβολογίαν. Ὁ δὲ «συντηρητικὸς» παλαιὸς Καθηγητής πλησιάζει τοὺς Πατέρας μὲ θεολογικὰς προϋποθέσεις καὶ πνευματικά κριτήρια ξένα πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν καὶ δι᾿ αὐτὸ καταλήγει εἰς ἐξ ἴσου ἀπορριπτέα συμπεράσματα.

Ὁ συγγραφεὺς ὡς ἐπιστήμων θεολόγος καὶ ἱεροκῆρυξ, πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος καὶ ἱδρυτικὸν μέλος θρησκευτικοῦ συλλόγου, μὲ τὴν ἐργασίαν του προσπαθεῖ νὰ ψαύσῃ τὸ μυστήριον τῆς σχέσεως θεολογίας καὶ ζωῆς. Καὶ ἐνῶ διαθέτει πατερικὴν εὐρυμάθειαν (παραθέτει πλῆθος χωρίων) καὶ διάθεσιν ἀποφυγῆς μονομερειῶν καὶ ὀξυτήτων, ἡ ὅλη του προσπάθεια δὲν τελεσφορεῖ, διότι κινεῖται εἰς τὸν χῶρον ὅπου συζητοῦνται τὰ θέματα, καταστρώνονται θεωρητικά σχέδια, ἀντιμάχονται ἀτομικαὶ ἀπόψεις· ὄχι ἐκεῖ ὅπου «πάσχονται τὰ θεῖα». Δι' αὐτὸ ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκῆ τὰ ἐφόδιά του. Διότι τὰ τῆς θεολογίας καὶ εὐσεβείας μας «θεῖα μυστήρια», κατὰ τὸν ἅγιον Νικόδημον τὸν Ἁγιορείτην, «δὲν εἶναι τρόπος νὰ τὰ διδάξῃ τις εἰς ἄλλους ὀρθῶς, ἐὰν πρῶτος αὐτὸς δὲν ἀξιωθῇ νὰ τὰ γνωρίσῃ ἐνεργητικῶς καὶ νὰ τὰ πάθῃ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Καὶ μόνον ἡ φράσις τοῦ συγγραφέως, ὅτι ἡ ἐργασία του «συνίσταται εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ περὶ Ἀποφατικοῦ ὑλικοῦ» (τεῦχος A' σελ. 6) ἀποδεικνύει πόσον διάφορος εἶναι ἡ θεολογία του ἀπὸ τὴν θεολογίαν τῶν Πατέρων, οἵτινες «ἔπασχον τὰ θεῖα».

Καὶ μόνον ὅτι τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θέωσιν θεωρεῖ ὡς «μεταβολὴν τοῦ χαρακτῆρος καὶ μεταστοιχείωσιν ἠθικὴν» (B' σελ. 60) μᾶς ἀποκαλύπτει ποίαν ἀντίληψιν περὶ πνευματικῆς ζωῆς ἔχει.

Πᾶσαι αἱ ἀποφατικαὶ ἐκφράσεις τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς γνωστὸν ὀργανικῶς συζοῦν, ὡς προσωπικαὶ ἐν Πνεύματι ἐμπειρίαι. Διὰ τοῦτο δὲν πλησιάζονται καὶ δὲν ταξινομοῦνται ὡς ἀδρανὲς καὶ οὐδέτερον «ἀποφατικὸν ὑλικόν». Καὶ κάθε μία ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἀναπόσπαστον στοιχεῖον καὶ μέλος ὅλης των τῆς πνευματικῆς βιοτῆς καὶ ὑπάρξεως. Δεν ἐξέλεγον οἱ Πατέρες τὸν ἀποφατισμὸν ὡς τὴν καλυτέραν ἢ ἀποδοτικωτέραν μέθοδον, τρόπον ἢ σύστημα, ἀλλὰ κατέληγον ἀναποφεύκτως εἰς ἀποφατικὰς ἐκφράσεις «πάσχοντες οἷον τὴν ἀφαίρεσιν καὶ οὐ διανοούμενοι».


3. ᾿Επειδὴ λοιπὸν τὸ πλησίασμα τῶν Πατέρων γίνεται μὲ τὴν βοήθειαν τῆς λογικῆς καὶ τῆς γλώσσης τῶν θεολόγων τῆς Δύσεως καὶ μὲ πνευματικὰς ἀπόψεις, ἀπορρεούσας ἀπὸ τὴν ἐμπειρίαν τῆς κλειστῆς εὐσεβιστικῆς νοοτροπίας, πράγματα καὶ τὰ δύο μὴ χωροῦντα τὸ μυστήριον τῆς μυσταγωγικῆς περιχωρήσεως ὀρθοδόξου θεολογίας & βιοτῆς - διὰ τοῦτο ἔχομεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν σύνταξιν μιᾶς ὄντως ἀξιοπεριέργου μελέτης. Εἰς αὐτὴν συμπλέκονται ἐπαινετικαὶ ἐκφράσεις διὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας ἡμῶν μετὰ λίαν ἀπαραδέκτων χαρακτηρισμῶν: Πατερικά χωρία ἀπηχοῦντα θείας ἐμπειρίας καὶ ἀπόψεις ψιλαὶ ξένων θεολόγων, ἀσχέτων ὅλως πρὸς τὸ μυστήριον τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας μας. Γνῶμαι δυτικῶν θεολόγων παρουσιάζονται ὡς αὐθεντικαὶ διατυπώσεις διὰ τὴν ὑποτίμησιν τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν Συγγραμμάτων, ἐνῷ ἡ ὁμόφωνος συγκατάθεσις καὶ ὁ θαυμασμός, δι' αὐτά, ὅλης τῆς χορείας τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας παραθεωροῦνται. Προβάλλεται ὡς ὑγιὴς μυστικισμός, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Oosterzee, ὁ τοῦ Θωμᾶ Α. Kempis (Α’ σελ. 16) καὶ χαρακτηρίζονται «ὡς καινοφανεῖς καὶ παράδοξοι, ἐὰν μὴ αἱρετικαὶ αἱ διδασκαλίαι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου» (A' σελ. 78). Παρατίθενται γνῶμαι ἑτεροδόξων θεολόγων, οἱ ὁποῖοι κρίνουν τοὺς ἐκτραπέντας εἰς νοσηροὺς συναισθηματισμούς μυστικοὺς τῆς Δύσεως. Καὶ καταλήγει ὁ συγγραφεὺς: «...παραχωροῦμεν εἰς τὸν Fisher νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸς τέλος εἰς τὰς περὶ μυστικῆς Θεολογίας καὶ μυστικισμοῦ γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις μας» (Α΄ σελ. 18).

Ἀλλ᾿ ἡμεῖς ζῶντες εἰς τὴν ἀδιάκοπον καὶ ἑνιαίαν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς ᾿Εκκλησίας ὁμολογοῦμεν, ὅτι οὔτε τὸν Θωμᾶ Α. Kempis ἔχομεν ὡς ὑπόδειγμα ὑγιοῦς μυστικοῦ, οὔτε αἱ κρίσεις τοῦ αἱρετικοῦ Fisher, διὰ τὸν ὅλως ξένον δι᾽ ἡμᾶς νοσηρὸν δυτικὸν μυστικισμὸν μᾶς ἐνδιαφέρουν εἰς κάτι, οὔτε σχετίζονται μὲ τοὺς θεοφόρους Πατέρας μας.

Ἐὰν ὁ συγγραφεὺς ἐκλέγῃ τὴν θεολογίαν τοῦ Oosterzee ἢ τοῦ Fisher ὡς ὁδηγὸν διὰ τὴν ἐπιστημονικήν του ἐργασίαν καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἑτεροδόξου Θωμᾶ A. Kempis ὡς ὑγιῆ μυστικισμὸν διὰ τὴν ζωήν του εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ. Εἶναι ὅμως ἀσυνεπὲς ἐπιστημονικῶς διὰ τοιούτων προϋποθέσεων νὰ ἐπιχειρῇ κατανόησιν τοῦ μυστηρίου τῆς Θεολογίας μας (ἀπὸ τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἕως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ). Καὶ πνευματικῶς ἀπαράδεκτον διὰ τοιαύτης πείρας νὰ ἀποτολμᾷ νὰ κρίνῃ καὶ κατακρίνῃ τὰς ὑπερφυεῖς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας, ὅπως ὡς ἑνὸς ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου.


4. Δυστυχῶς διάχυτον ὑπάρχει, εἰς ὅλην τὴν κρινομένην πραγματείαν, τὸ πνεῦμα τῆς δυσπιστίας καὶ ἀνυποληψίας διὰ τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται. Τὴν ἀρνητικήν του δὲ στάσιν ὁ συγγραφεὺς προσπαθεῖ νὰ μετριάσῃ – ἢ νὰ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας της - διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως διαρκῶς πλαγίων ἐκφράσεων. Παράδειγμα εἷς ἐκ τῶν πολλῶν χαρακτηρισμῶν κατὰ τοῦ ἁγίου Συμεών: «Θὰ ἐχαρακτηρίζομεν τὰς ὀπτασίας ταύτας ὡς ὅλως ὑποκειμενικά φαντάσματα, ἐὰν δὲν εἴχομεν ὑπ᾿ ὄψει ποίας ἁγνῆς καὶ ἁγίας ἐμπειρίας καὶ ἀσκήσεως κάτοχος ὑπῆρξεν ὁ ὅσιος Συμεὼν (A' σελ. 77).

Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἀφήνει τὸν ἑαυτόν του ἐλεύθερον καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ ἐξερεύγεται ἡ καρδία του ὅλην τὴν ἄρνησιν τὴν ὁποίαν κρύβει ἐντός της, εἶναι τὰ θεόπνευστα, κατὰ τοὺς Πατέρας, Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἕως τοῦ τέλους τῶν δύο τευχῶν, ἡ περιφρόνησις τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν κειμένων παρουσιάζεται ὡς διήκουσα ἰδέα καὶ γραμμή. Ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρι τὸ σήμερον τῆς Θεολογικῆς μας Παραδόσεως διήκει μία ἀτελεύτητος σειρὰ ἐκφράσεων θαυμασμοῦ τῶν Πατέρων πρὸς τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ καὶ τὸν ἅγιον συγγραφέα των, ὅστις φρυκτωρεῖ τὴν ᾿Εκκλησίαν.

Ἐντεῦθεν τὰ Ἀρεοπαγιτικά χαρακτηρίζονται ὡς «νόθον καὶ ψευδεπίγραφον ἔργον» (Α’ 28), διότι ὁ συγγραφεύς των «ἐπέτυχε νὰ ὑφαρπάσῃ καὶ σφετερισθῇ τὸ κῦρος ἀποστολικοῦ πατρός, ἐπιβληθεὶς διὰ τῆς πλαστοπροσωπίας προκαταβολικῶς καὶ ἐπὶ Πατέρων ὀρθοδόξου ὁμολογίας» (Α’ 28). Ὁ Συγγραφεὺς τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν «δὲν δύναται νὰ καταριθμηθῇ εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας» (Α’ 28). Εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι «ἀπεκάθηρε ὁ ἅγιος Μάξιμος τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ ἐν μέτρῳ ἱκανῷ ἐκ κακοήχων διατυπώσεων, ὀφείλεται τὸ ὅτι ταῦτα δὲν ἐξεβλήθησαν ἐκ τῆς περιοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Γραμματείας εὐθὺς ἅμα τῇ ἐμφανίσει των» (Α’ 28) «Παραπλανηθεὶς ὡς εἴπομεν ἐκ τῆς πλαστοπροσωπείας ὁ ἅγιος οὗτος Πατὴρ ἐσχολίασεν εὐτυχῶς τὰ Ἀρεοπαγιτικά... Δὲν ἦτο ἐν τούτοις δυνατὸν, παρ' ὅλας τὰς ἀποσαφήσεις ταύτας τοῦ Ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Μαξίμου καὶ τῶν μετ᾿ αὐτὸν εὐλαβῶς καὶ ἐν πνεύματι εὐσεβείας μελετητῶν τοῦ σώματος τῶν Ἀεροπαγιτικῶν, παρὰ νὰ σημειώσωσι ταῦτα οὐ μόνον κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἀνεπιθυμήτους δὸς δ' εἰπεῖν καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐπιδράσεις» (Α’ 37).

Καὶ συνεχίζεται ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἱερῶν τούτων κειμένων ὑπὸ τοῦ συγγραφέως τῆς πραγματείας: «παραθέτομεν στίχους τινας ἐξ ἀποφατικοῦ τινος ἀφορισμοῦ περὶ τοῦ θείου, τὸ ὁποῖον ὁ ψευδοδιονύσιος διετύπωσεν, ἐξ οὗ δύναται πᾶς τις νὰ κρίνῃ εἰς ποίας ὀλεθρίας παραπλανήσεις ἑπόμενον εἶναι νὰ παρασύρῃ...» (Α’ 21).

«Πόσον κακόηχος καὶ παραπλανητική καθίσταται ἡ ἐξωτερικὴ ὁμοιότης καὶ χρῆσις τοῦ κοινοῦ λεξιλογίου ὑπό τε τοῦ Πλωτίνου καὶ τοῦ ψευδο - Διονυσίου διαπιστώνει πᾶς τις» (A’ 36).

«Ὡς παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ Ρ. Leberton «πᾶσαι αἱ θεωρίαι τοῦ Διονυσίου (περὶ τῶν θείων ὀνομάτων ὡς μὴ ἀνταποκρινομένων εἰς τὴν θείαν ὑπερβατικότητα) δὲν μᾶς ἀναβιβάζουν ὑπεράνω τῆς φυσικῆς θεολογίας» (Α’ 30).

Κατὰ δὲ τὸν Oosterzee «ὁ Θεὸς μεταπίπτει (διὰ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου) εἴς τι ἀφηρημένον καὶ ἀκαθόριστον Ὄν, εἰς εἶδος τι σκοτεινῆς πρωταρχικῆς αἰτίας, ἥτις οὔτε ὑφ᾽ Ἑαυτῆς βυθομετρεῖται οὔτε ὑπ᾿ ἄλλου τινὸς εἶναι δυνατὸν νὰ βυθομετρηθῇ...» (Α’ 38).


5. Κατ᾿ ἀντίθεσιν ὅμως πρὸς τὸν κ. Τρεμπέλαν καὶ τοὺς δυτικοὺς θεολόγους ἡ Ἐκκλησία σέβεται ὡς Ἅγιον, ἀπλανῆ ὁδηγὸν καὶ πατέρα Παγκόσμιον τὸν συγγραφέα τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν. Καὶ τοῦ ἀπευθύνει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, τὴν 3ην Οκτωβρίου, τὸν χαρακτηριστικὸν χαιρετισμόν: «χαῖρε ὁδὸς ἀπλανὴς σωτηρίας· χαῖρε φραγμὸς ἀσεβῶν παρωδίας. Χαίροις Πάτερ Παγκόσμιε».

Ὁ δὲ ἅγιος Μάξιμος δὲν ἐπλησίασε τὰ Ἀρεοπαγιτικά μὲ τὴν διάθεσιν κριτοῦ (οὔτε πολύ περισσότερον μὲ τὴν αὐθάδειαν κατακριτοῦ) διὰ νὰ τὰ «καθάρῃ», ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλάβειαν μαθητοῦ καὶ ταπεινοῦ μελετητοῦ ἀναφέρεται «τῷ παναγίῳ καὶ ὄντως θεοφάντορι Διονυσίῳ τῷ Ἀρεοπαγίτη» (PG 91, 661A). Καὶ ἀναφέρει εἰς τὴν Μυσταγωγίαν του, ὁ ἅ γιος Μάξιμος, (ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σχόλιον εἰς τὴν «᾿Εκκλησιαστικὴν ῾Ιεραρχίαν» τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν): «Οὐ πάντα τῷ μακαρίῳ γέροντι (Διονυσίῳ) θεωρηθέντα λέγειν ἀμυδρότερον δύναμαι· πλὴν εὐσεβῶς, χάριτι τοῦ τὰ ἐσκοτισμένα φωτίζοντος Θεοῦ...» (PG 91, 661Β - D). Καὶ ἐπὶ πλέον τονίζει, «τολμηρὸν γὰρ καὶ αὔθαδες καὶ ἀπονοίας ἐγγύς, ἐγχειρεῖν τοῖς ἐκείνου πειρᾶσθαι, τὸν μήτε χωρεῖν αὐτὸν ἢ νοεῖν δυνάμενον καὶ ὡς ἴδια προκομίζειν τὰ ἐνθέως ἐκείνῳ μόνῳ διὰ τοῦ Πνεύματος φανερωθέντα μυστήρια» (PG 91, 661A).

Καὶ πάντες οἱ μεταγενέστεροι Ἅγιοι, ὡς ὁ ᾿Ιωάννης Δαμασκηνός, Θεόδωρος Στουδίτης, Ἀνδρέας Κρήτης, ἀποκαλοῦν τὸν Ἀρεοπαγίτην πάνσοφον, ἱεροφάντην, θεσπέσιον, ὑφηγητὴν καὶ μύστην καὶ θεωρὸν τῶν ἀλήπτων (PG 97, 1065). Ὁ δὲ «ἀπροσμάχητος ὑπέρμαχος τῶν θεολόγων» ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸν θεωρεῖ κανόνα τῆς Ὀρθοδοξίας: «Διονύσιος ὁ μέγας... οὐδ᾽ ἄνευ ἐπιπνοίας θείας... τὴν ἀσφαλεστάτην καὶ ἀληθῆ θεολογίαν τοῖς εὖ φρονοῦσι διετράνωσεν, ὡς ἄν ἡμεῖς ταύτῃ κανόνι καὶ φωτὶ χρώμενοι καὶ δι᾿ αὐτῆς ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, τοὺς κατά τι ταύτης ἐκκλίνοντας καὶ παρατρεπομένους εὐχερῶς τε διορῶμεν καὶ λυσιτελῶς εὐθύνωμεν...» (Συγγράμματα, τόμ. 2, σελ. 69).

Καὶ ὁ σύγχρονος, σεμνός, Ὀρθόδοξος Καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς π. Δημήτριος Στανιλόαε ἐξηγεῖ σαφῶς διατὶ ἡ Δύση δὲν κατενόησε τὸν ἅγιον Διονύσιον: «Ἡ Ἀνατολὴ ἔκαμε λόγο στὴ διδασκαλία της γιὰ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀδιάφορο ἂν τὶς ὠνόμασε ἔτσι ἢ ἀλλοιῶς. Έδωσε μιὰ λύσι ποὺ μ’ αὐτὴν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἐστήριξε τὴν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀναγνώρισε μιὰ συνάντηση ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματα, μιὰ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὰ δημιουργήματα, μιὰ προσέγγισι τῶν δημιουργημάτων στὸ Θεό. Ὁ Διονύσιος βρίσκεται σ’ αὐτὴ τὴ γραμμή, βεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἄποψι. Ἡ Δύση, μὴ κατανοῶντας μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν Διονύσιο, δὲν τὸν κατενόησε σωστά». (Eἰσαγωγὴ εἰς τὴν «Μυσταγωγίαν» σελ. 31, σειρὰ «Ἐπὶ τὰς Πηγάς»).


6. Ἐξ ὅλων αὐτῶν καταφαίνεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διαφορᾶς ἀποχρώσεως καὶ τόνου ἐκφράσεως, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν ἐν λόγῳ συγγραφέα ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ περὶ ἀποστάσεως χαώδους.

Ἐνῶ ἐμφανίζεται κατ᾿ ἀρχὴν ὅτι τὸ πάθος του κατὰ τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν ὀφείλεται εἰς τὴν «πλαστοπροσωπείαν» τοῦ συγγραφέως των, ἐν τέλει ἀποκαλύπτεται ὅτι ἔχει ξένα πρὸς τοὺς Πατέρας κριτήρια. Υἱοθετεῖ τὴν στάσιν τῶν δυτικῶν θεολόγων καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἐμβάλῃ ἕνα πνεῦμα ὀλεθρίου ἀμφισβητήσεως. Δὲν ἀρνεῖται μόνον τὴν πατρότητα τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν, ἀλλὰ καὶ βλέπει τὸ περιεχόμενόν των ὅπως τὸ βλέπει ἡ Δύσις. Καὶ ὄχι μόνον ἀμφισβητεῖ τὴν ὀρθοδοξίαν των, ἀλλὰ τὰ θεωρεῖ καὶ ὡς ἄγοντα οἰονεὶ εἰς ἀθεΐαν.

Ἐὰν δὲ κατορθώσῃ διὰ τῆς ψιλῆς λογικῆς νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἐν προκειμένῳ ἡ κρίσις τοῦ Oosterzee ἢ ἑνὸς Lebreton καὶ ὄχι ἡ πνευματικὴ αἴσθησις ὁλοκλήρου τῆς χορείας τῶν ἁγίων Πατέρων μας, τότε αὐτομάτως ἐκχέει ἐντός μας τὴν γενικὴν δυσπιστίαν πρὸς τὴν ᾿Εκκλησίαν ὁλόκληρον. Διότι αὕτη ἐδέχθη τὰ Ἀρεοπαγιτικά. Ὁ χυμὸς τῶν ἐκφράσεων καὶ ἐμπειριῶν τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἔχει ἁπλωθεῖ, ζωογονήσει καὶ καθοδηγήσει τὴν ὅλην Πατερικὴν ζωὴν καὶ θεολογίαν. Εἰς τὰς Θεολογικὰς Ἑκατοντάδας τοῦ ἁγίου Μαξίμου συχνάκις, εὑρίσκομεν ὁλοκλήρους παραγράφους αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ ἁγ. Διονυσίου.

Δι’ αὐτὸ αὐθορμήτως ἀπαντῶμεν εἰς τὸν συγγραφέα: δὲν παρεπλανήθησαν οἱ Πατέρες. Διότι δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ περιμένουν τὰ ἀποτελέσματα κριτικῆς περὶ τῆς συγγραφικῆς καταγωγῆς τῶν κειμένων διὰ νὰ ἀποφανθοῦν περὶ τοῦ ποῖον εἶναι πνευματικῶς γνήσιον ἢ νόθον. Δὲν ἔχουν ἀνάγκην τοῦ φωτὸς τῆς ἐπιστήμης διὰ νὰ μᾶς ὁμιλήσουν διὰ τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν -  ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς θεόφρονας - καὶ διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν ζωὴν τὴν ὁποίαν ποθοῦμεν· ὅπου τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης εἶναι σκότος· ὅπου σιγᾶ «πᾶσα σάρξ βροτεία» καὶ ἀκούεται ὁ Λόγος· «ὅπου τὸν Θεὸν ἡ τελεία μόνη κέκραγε σιγὴ καὶ ἡ παντελὴς καθ' ὑπεροχὴν ἀγνωσία παρίστησιν» (Μαξίμου Ὁμολ. Φιλοκαλία, Β΄ 175). 


7. Δὲν δονεῖται ὁ βράχος εἰς τὸν ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἐδομήθη ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ «ξένη» διὰ τὸν κόσμον λογική Της, ἀπὸ τὰς αὐξομειουμένας ἐπιστημονικὰς γνώσεις ἢ ὑποθέσεις. Σεβόμεθα τὴν ἱστορίαν. Δὲν ταρασσόμεθα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐπιστήμης. Ἀξιοποιοῦμεν τοὺς καρποὺς τῶν φιλολογικῶν ἐρευνῶν. Καθοδηγούμεθα ὅμως ἀνέκαθεν ἀπλανῶς καὶ εὐαισθήτως εἰς τὴν πίστιν καὶ τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς ἀπὸ «τὰς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ εὐσεβὲς φρόνημα» (Συνοδικὸν Ὀρθοδοξίας).

Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ τόσον ἐὰν συγγραφεὺς τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν εἶναι ὁ διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πιστεύσας ἅγ. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἢ ἄλλο μεταγενέστερον μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ μᾶς ἀναπαύει εἶναι τὸ πῶς ὡμίλησε διὰ τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ ἡ συνείδησις τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὰ κείμενα αὐτὰ νεοπλατωνικαὶ ὁρολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐνοχλοῦν τὸν συγγραφέα τῆς πραγματείας, δὲν μᾶς ταράσσουν ἀλλὰ μᾶς χαροποιοῦν. Ὅπως τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Κύριος προσέλαβε καὶ ἐθέωσε, διὰ τῆς ᾿Ενσαρκώσεώς Του, ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, δὲν μᾶς λυπεῖ οὔτε μειώνει τὴν θεότητά Του, ἀλλὰ μᾶς σώζει καὶ ἀποδεικνύει τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητον πρὸς ἡμᾶς φιλανθρωπίαν Του. Καὶ οἱ θεολόγοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας προσέλαβον, ἀξιοποίησαν καὶ ἔσωσαν ὅλον τὸν κόπον, τὴν ἀναζήτησιν καὶ ἔκφρασιν τῶν πρὸ αὐτῶν φιλοσόφων.

Ἡ τόσον διάφορος ἀντίδρασις εἰς τὸ αὐτὸ βασικὸν κείμενον τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν ἀποδεικνύει τὴν χαώδη ἀπόστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς θεολογικῆς αἰσθήσεως καὶ τῶν πνευματικῶν κριτηρίων τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ἐκείνων τοῦ συγγραφέως τῆς πραγματείας. Ἐὰν εἶχεν ὄντως ὀρθόδοξον φρόνημα καὶ ὑγιῆ πνευματικά κριτήρια θὰ ἀντέδρα καὶ θὰ ἠσθάνετο ἐν προκειμένῳ, ὅπως ὁλόκληρος ἡ χορεία τῶν Ἁγίων μας, ἡ ὁποία ἐνετρύφησεν εἰς τὰ συγράμματα αὐτά.

Περιφρονοῦντες καὶ ὑβρίζοντες τὰ Ἀρεοπαγιτικά, περιφρονοῦμεν ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνεπιφυλάκτως καὶ ὁλοθύμως ἐτάχθησαν ὑπὲρ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ ἀπορρίπτων ὁ συγγραφεὺς τὰ Ἀρεοπαγιτικά, εἶναι ἑπόμενον νὰ ἔχῃ ἐπιφυλακτικὴν καὶ ἀρνητικὴν στάσιν πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦν μετὰ τοῦ ἁγίου συγγραφέως τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν καὶ εὑρίσκουν τὰς ἐμπειρίας καὶ ἐκφράσεις του συμφώνως πρὸς τὰς ἰδικάς των.


8. Οὕτω καὶ τὴν περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν θεολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας δυσκολεύεται νὰ δεχθῇ ὁ συγγραφεὺς «ὡς δυσκόλως συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας καὶ πρὸς τὸ ἀναφὲς καὶ ἀπολύτως ἀπροσπέλαστον αὐτῆς» (B' 56). Τὸν δὲ στύλον τῆς Ὀρθοδοξίας ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, εὑρίσκει «ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν αὐτὴν (μετὰ τοῦ Βαρλαάμ) παρασυρθέντα σύγχυσιν κατὰ διεύθυνσιν ἀντίθετον» (B' 37).

Τὰς ἐκστάσεις καὶ θεοπτίας τῶν Προφητῶν δὲν θέλει νὰ σχετίζωμεν ἢ ταυτίζωμεν μὲ τὰς θεοπτίας τῶν θεοφόρων καὶ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος κινουμένων Ἁγίων τῆς ᾿Εκκλησίας μας (Β' 66), ἐνῶ σαφῶς ὑποτιμᾷ τὰς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρίας τῶν ὁσίων μας, διότι εὑρίσκει καὶ ἐκτὸς τῆς ᾿Εκκλησίας καταστάσεις ἐκστάσεως, «θείου ἔρωτος» (ὅπως εἰς τὰς θρησκείας ἀρχ. Ἑλλάδος, Ἰνδιῶν, Σινῶν, Αἰγύπτου) καὶ τὰ μέχρι σήμερον φαινόμενα πυροβασίας καὶ χοροῦ δερβισῶν (Α' 56).

Τὸν ἅγιον Συμεών, τοῦ ὁποίου «τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν πρόσωπον ἠκτινοβόλει καὶ ἤστραπτεν ὡσὰν ἄλλος δεύτερος ἥλιος» (ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης), τὸν θεωρεῖ ὡς νοσηρὸν συναισθηματίαν. Καὶ «εἰς τὴν εὐαίσθητον καὶ λίαν συναισθηματικὴν ἰδιοσυγκρασίαν του ὀφείλονται αἱ ἀστείρευτοι ροαὶ τῶν δακρύων του...» (Α΄ 62).

Διὰ τὰς πνευματικὰς δὲ ἐλλάμψεις καὶ θείας ἐκστάσεις τοῦ αὐτοῦ Ἁγίου ἰσχυρίζεται: «... δὲν ἀποκλείομεν, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ ἰδιοσυγκρασιῶν εὐαισθήτων ἐξ ὑπερεντάσεως τῶν νεύρων καὶ ὑπερκοπώσεως καὶ ἐξ ἀφετηρίας προϋπαρχούσης προκαταλήψεως νὰ λάβωσι χώραν καὶ τοιαῦται ἐκδηλώσεις...» (Α΄ 74).

Ὁ βίος ὅλος τοῦ ἁγ. Συμεών, κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριον Παλαμᾶν, εἶναι ἓν θαῦμα καὶ τὰ συγγράμματα αὐτοῦ, συγγράμματα ζωῆς (Συγγράμματα, τόμ. A' σελ. 404-405). Ο ἄγ. Νικόδημος μᾶς παρουσιάζει τὸν ἅγ. Συμεὼν ὡς ἐπὶ γῆς θεωθέντα: «ἐντεῦθεν ἠξιώθη νὰ γίνῃ ἁπλοῦς, ἀνείδεος, ἄσχετος πάντων... διὰ τῆς ὑπὲρ νοῦν ἑνώσεως κατὰ τὸν Ἀρεοπαγίτην Διονύσιον» (Ἀκολουθία ἁγ. Συμεών, σελὶς 105), τὰ δὲ συγγράμματα αὐτοῦ συνιστᾶ ὡς «τὴν σάλπιγγα τῆς θεώσεως... τῆς θεολογίας τὸ ὕψος... τῶν μυστικῶν δογμάτων τὸ θησαυροφυλάκιον» (ἔν. ἀν. 112 -13). Ἀντιθέτως ὁ κ. Τρεμπέλας θεωρεῖ τὰ αὐτὰ συγγράμματα παράδοξα καὶ αἱρετικά: «τοσαῦτα καὶ περὶ τῶν διδασκαλιῶν τούτων τοῦ Συμεών, αἵτινες, ἐὰν ὑπό τινων ἤθελον θεωρηθεῖ ἂν μὴ αἱρετικαί, τουλάχιστον θὰ παρουσιάζοντο καινοφανεῖς καὶ παράδοξοι» (sic) (A’ 78).

Εἶναι φανερὸν ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως ἄκρως σοβαρᾶς.

Καὶ ἦτο μὲν γνωστὸν ὅτι δὲν εἶχεν ἀξιοποιηθεῖ ὁ πνευματικός πλοῦτος τῶν Νηπτικῶν Πατέρων μας ἀπὸ τὰ νεώτερα κινήματα εύσεβισμοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ ἐξαπολυθῇ μία τοιαύτη βλάσφημος ἐπίθεσις κατὰ τῶν θεοφόρων θεολόγων τῆς Παραδόσεώς μας ἦτο ὅλως ἀπροσδόκητον. Τὸ νὰ μὴ παρουσιασθῆ δὲ οὐδεμία ἀντίδρασις εἶναι χαρακτηριστικόν. Καὶ τὸ νὰ προβάλλεται εἰς τοὺς ὀρθοδόξους νέους ή πραγματεία αὕτη ὡς αὐθεντική παρουσίασις τῶν Πατέρων μας εἶναι ἀπαράδεκτον.


9. ᾿Ιδιαιτέρως σήμερον θὰ ἔπρεπε αὐθορμήτως καὶ ὁλοψύχως νὰ προβάλλωμεν καὶ νὰ συνιστῶμεν τοὺς θεοφόρους Πατέρας μας (ὡς τὸν ἅγ. Συμεὼν καὶ τὸν ἅγ. Γρηγόριον Παλαμᾶν) ὡς τοὺς ἀληθεῖς καὶ αὐθεντικοὺς διδασκάλους τῆς ὄντως ζωῆς. ᾿Ιδιαιτέρως σήμερον, ὁπότε οἱ νέοι ὅλου τοῦ κόσμου ἐκ τῆς στείρας ὁδοιπορίας εἰς τὴν ἄνυδρον καὶ ἔρημον χώραν τοῦ συγχρόνου λεγομένου πολιτισμοῦ καὶ ἀνικανοποίητοι ἀπὸ τὸν ξηρὸν ἐπιστημονισμὸν καὶ τὰ εὐτελῆ παρασκευάσματα τοῦ ἀνουσίου πιετισμοῦ, ματαίως ἀναζητοῦν τὴν ψυχοσωματικήν των ἰσορροπίαν εἰς τὰς παραπλανητικάς μαγείας καὶ ἀγυρτείας τῶν «γκουροῦ» τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. (Ἡ ἀσθένεια αὕτη φθάνει ἤδη καὶ εἰς τοὺς ἰδικούς μας φοιτητάς). Καὶ ἀντὶ νὰ πράξωμεν αὐτὸ ἐρχόμεθα νὰ κατασπιλώσωμεν τὸ κῦρος τῶν Πατέρων καὶ νὰ θέσωμεν εἰς ἀνυποληψίαν τοὺς Ὁσίους μας διὰ παρομοίων «θεολογικῶν» ἐργασιῶν.

Δὲν ἐπιτρέπει ἡ τραγικότης τῶν καιρῶν νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν εὐσεβισμὸν καὶ τὴν γηράσασαν θεολογίαν τῶν σχολιστικῶν ἐργαστηρίων, ἡ ὁποία ἐνῶ καταρᾶται συνήθως τὴν Δύσιν, οὐσιαστικῶς τρέφεται ἀπὸ τὴν παράδοσιν τῆς Δύσεως, ὑποφέρει ἀπὸ τὸν διχασμόν της καὶ μεταδίδει τὴν ἀσθένειάν της.

Δὲν κατηγοροῦμεν τὰ πανεπιστήμια οὔτε τὰ σωματεία. Ἐκφράζομεν τὸν ἀλάλητον στεναγμὸν τῶν Ἁγίων, ζώντων καὶ τετελειωμένων, διὰ τὴν παραποίησιν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἀγνωσίαν, ἡ ὁποία βασανίζει τὸ σῶμα τῆς νεοελληνικῆς ᾿Εκκλησίας.

Ἡ Θεολογία τῶν Πανεπιστημίων καὶ αἱ διάφοροι χριστιανικαὶ κινήσεις πρέπει νὰ ἀναβαπτι-σθοῦν εἰς τὸ μυστήριον τῆς ζώσης ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεώς μας, ὁπότε θὰ εὕρουν νέας δυνάμεις καὶ μεθόδους ἐργασίας καὶ εὐαγγελισμοῦ. Θὰ παύσῃ ἡ σύγχυσις γλωσσῶν καὶ κριτηρίων, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν Βαβέλ καὶ τὴν πόλωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας προβλημάτων.

Δυστυχῶς, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν κρινομένην πραγματείαν, πολλοὶ σύγχρονοι θεολόγοι, ζοῦν, θεολογοῦν καὶ προσεύχονται ὅλως διαφόρως ἀπὸ ὅ,τι οἱ Πατέρες: Ἄλλην ἰδέαν ἔχουν διὰ τὴν πίστιν, τὴν θεολογίαν καὶ τὴν ζωήν. Ἐκεῖ ὅπου οἱ Πατέρες διακρίνουν θεόπνευστον ἔκφρασιν καὶ ἀλλοίωσιν θείας ἐνεργείας, ἐκεῖνοι εὑρίσκουν ἀφορμὰς ὁδηγούσας εἰς ἀθεΐαν καὶ ἀγνωστικισμόν.

Ἡ ἀπομάκρυνσις δὲ αὐτὴ ἀπὸ τὴν βιουμένην Ὀρθόδοξον Θεολογίαν σημαίνει καὶ τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἀνικανότητα τῆς συμπαραστάσεως εἰς αὐτόν.

Εἶναι ἄχρηστος διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου μία τοιαύτη σχολαστικὴ καὶ ἄνικμος πνευματικῶς θεολογία. Καὶ εἶναι φύσει ἀπορριπτέα μία ἀσπόνδυλος δογματικῶς εὐσεβολογία, ἡ ὁποία θεωρεῖ τὴν θέωσιν βελτίωσιν τοῦ χαρακτῆρος. Ἡ θεολογία αὐτὴ ἐκπνέει. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς ζωῆς δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν καθολικὴν κρίσιν τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ τὰ δύο (θεολογία καὶ εὐσεβισμὸς) εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰς συνεπείας τῆς πνευματικῆς καταπτώσεως τῶν καιρῶν μας.

Ἐὰν ἦτο αὐτὴ ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ ἐδημιούργει θεοφάντορας Πατέρας καὶ ῾Ὁμολογητάς, ἀλλὰ ψυχροὺς ἐπιστημονικοὺς ἐρευνητὰς καὶ συζητητὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος. Καὶ ἐὰν ἦτο αὐτὴ ἡ πνευματικότης τῆς Παραδόσεώς μας, δὲν θὰ ἐδημιούργει τοὺς Νηπτικούς Πατέρας, ὡς «θεοὺς κατὰ χάριν» καὶ «λύχνους διακρίσεως», ἀλλὰ νοσηροὺς συναισθηματολόγους, ἔρμαια τῶν ψυχικῶν παραισθήσεων.


10. Ἀλλ᾽ εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Εκκλησίας μία ἱερὰ περιχώρησις τῆς ζώσης θεολογίας καὶ τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας ἱερουργεῖται. Οἱ θεολόγοι εἶναι ἅγιοι. Καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι θεολόγοι. Οἱ πρῶτοι θεολογοῦν διὰ τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου των. Καὶ οἱ δεύτεροι ἁγιάζουν τὴν κτίσιν διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως τῆς ὑγιοῦς θεολογίας των.

Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ κεχωρισμένως, οὔτε ὑπάρχει συγκεχυμένως, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἁγιότης καὶ ἡ θεολογία, ἡ προσωπικὴ πνευματικὴ κάθαρσις καὶ ἡ ὀρθὴ δογματική διατύπωσις. Δι’ αὐτὸ πάντοτε οἱ ἀληθεῖς θεολόγοι καὶ οἱ πραγματικοὶ ἅγιοι γνωρίζονται ὡς ἱεροφάνται καὶ μυσταγωγοὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Ἡ ἱερὰ ἡμῶν Παράδοσις ὁμιλεῖ διὰ τὸν θεολόγον, ὄχι ὡς διὰ τὸν εἰδικὸν ἐπιστήμονα, τὸν δυνάμενον νὰ ταξινομῇ «ἀποφατικὸν ὑλικὸν» ἢ νὰ συγγράφῃ πραγματείας, ἀλλ᾿ ὡς διὰ τὸν ἅγιον, τὸν μυηθέντα εἰς τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ αἴσθησιν.

Ὁμιλεῖ διὰ τὸν ἅγιον, ὄχι ὡς τὸν ἁπλῶς ἠθικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ᾿ ὡς κατὰ χάριν θεόν. Καὶ ὁμιλεῖ διὰ τὴν Θεολογίαν τοῦ κατὰ χάριν τούτου θεανθρώπου, τοῦ μόνου ἀληθῶς καὶ ἀψευδῶς θεολόγου τῆς ᾿Εκκλησίας, ὄχι ὡς διὰ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς διανοητικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ ὡς διὰ τὴν χάριν τὴν προχεομένην καὶ προϊεμένην φυσικῶς καὶ ἀενάως ἐκ τῆς – ἀπροσίτου εἰς ἡμᾶς – θεωθείσης φύσεώς του. Καὶ ἡ χάρις αὐτὴ φθάνει εἰς τοὺς πιστοὺς ὡς θεῖος δροσισμός, παράκλησις καὶ τροφή: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ καὶ νέε Θεολόγε... τὸ ἀληθινὸν μάνα, τὸν Χριστόν, ἀενάως ἀναβλύζον ἔχων ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τὰς θεολογικάς σου διδασκαλίας ἡμῖν παρέθηκας ὡς μάνα πνευματικὸν καὶ οὐράνιον». (διὰ τὸν ἅγιον Συμεὼν ἀπὸ τὸν ἅγ. Νικόδημον. Ἀκολουθία σελ. 54-55).

Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ταξινομήσεως κάποιου οὐδετέρου ὑλικοῦ, ἀλλὰ περὶ συλλήψεως, ἐνυποστάτου φωτισμοῦ, θείας κυοφορίας καὶ ἀπορρήτου τοκετοῦ: ἀναβλύσεως ὕδατος ζῶντος καὶ οὐρανίου μάνα δι᾿ ὅλους τοὺς πιστούς.

Δὲν περιμένομεν ἀπὸ ἕνα ὀρθόδοξον θεολόγον νὰ μᾶς παρουσιάζῃ ἁπλῶς μίαν κριτικὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν συγγραφικήν του καταγωγὴν ἑνὸς κειμένου καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ μᾶς παραθέτῃ σειρὰν ἀτομικῶν του ἀπόψεων, ἀνεξαρτήτων «τοῦ εὐσεβοῦς φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας».

Ἀντιθέτως περιμένομεν ἀπὸ τὸν θεολόγον διὰ τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησία πνευματικῆς του ἐμπειρίας, τῆς βεβαπτισμένης ἐν Πνεύματι, ὑπάρξεώς του καὶ τῆς μορφωτικῆς του καταρτίσεως νὰ μᾶς φανερώνῃ ἐν σμικρῷ ζῶσαν τὴν ᾿Εκκλησίαν: Διὰ τῆς διανοητικῆς του ἐργασίας καὶ τῆς πνευματικῆς του παρουσίας νὰ μᾶς ἀποκαλύπτῃ πῶς λειτουργεῖ ὁ θεανθρώπινός Της ὀργανισμός. Πῶς καὶ ποῖα προσλαμβάνει καὶ θεώνει. Καὶ ποῖα, πρόσωπα ἢ θεωρίας, ἀποβάλλει καὶ ἀφορίζει ὡς ξένα στοιχεῖα τῆς ἀψευδοῦς καὶ καθολικῆς σωτηρίας τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται καὶ προσφέρει εἰς τὴν σύμπασαν κτίσιν.

Θεολογία, ἐν τέλει, εἶναι αἱ ἐπιπτώσεις τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου, τὰ ἐνεργήματα τῆς θεωθείσης (ἢ θεουμένης) ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ θεολόγου.


11. Διατί νὰ περιπλανώμεθα ματαίως εἰς τὴν ἄγονον ἀπασχόλησιν μὲ μίαν ἐγκεφαλικὴν καὶ περιττὴν θεολογίαν, καὶ μίαν ἀνυπόστατον καὶ ἀνουσίαν εὐσεβοζωήν; Καὶ τὰ δύο εἶναι ἄγνωστα εἰς τὴν ἁγίαν Παράδοσίν μας, ξένα καὶ ἀνάξια πρὸς τὰς ἐφέσεις καὶ ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου.

Διατί νὰ μὴ «ἐρωτῶμεν τοὺς Πατέρας καὶ Πρεσβυτέρους διὰ νὰ ἀναγγέλλουν» εἰς ἡμᾶς τὴν Ἀλήθειαν, ἀλλὰ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ξένους, ἀνιδέους περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ταλαιπώρους;

Διατί ἐὰν ἔχωμεν ἀπορίας διὰ τὸν ἅγιον Συμεὼν τὸν Νέον Θεολόγον νὰ μὴ ἐρωτῶμεν τὸν ἅγιον Νικόδημον; Καὶ διὰ τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ κείμενα τὸν Μάξιμον τὸν Ὁμολογητὴν καὶ ὅλους τοὺς λοιποὺς Ἁγίους μέχρις ἡμῶν;

Ποῖος καὶ πότε μᾶς ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν ἀδιάσπαστον αὐτὴν χορείαν τῶν θεοφόρων Πατέρων μας καὶ μᾶς ἔφερε τοὺς «συντηρητικοὺς θεολόγους», ὡς συνετοὺς καὶ εὐσεβεῖς (οἱ ὁποῖοι τελικῶς μᾶς παρουσιάζουν τοὺς Ἁγίους πλανηθέντας) καὶ τοὺς ἀνερματίστους συγκρητιστὰς ὡς «προοδευτικούς» καὶ συγχρονισμένους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τοὺς Πατέρας ὡς «ξεπερασμένους»;

Δὲν ἀναπαυόμεθα οὔτε μὲ τοὺς πρώτους, οὔτε μὲ τοὺς δευτέρους. «Τὰ πρόβατα οἴδασι τῶν ποιμένων τὴν φωνήν, ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσι».

Οἱ θεοφόροι Πατέρες μας δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν «σύνεσιν τῶν συνετῶν, οὔτε ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν». Ἡ χάρις τῆς θεολογίας των καὶ τὸ θαῦμα τῆς καινῆς βιοτῆς των εἶναι σκάνδαλον καὶ μωρία διὰ πᾶσαν νόθον θεολογίαν καὶ νόθον τρόπον ζωῆς.

Καὶ ἐνῶ εἶναι θλιβερὸν τὸ γεγονός, ὅτι έγράφη μία, ὡς ἡ κρινομένη, θεολογική πραγματεία, ἐκφραζομένη ὡς ἐκφράζεται διὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας μας, εἶναι συγχρόνως παρήγορος ἡ σαφῶς δι᾿ αὐτῆς γινομένη διαπίστωσις τῆς καταρρεύσεως τῆς ψευδοῦς πίστεως καὶ τῆς φαινομενικῆς πνευματικότητος, ἡ ὁποία ἐπέρχεται διὰ τοῦ πλησιασμοῦ καὶ μόνον τῆς πυρφόρου Θεολογίας τῶν Ἁγίων μας.

Διαρρηγνύονται τὰ εἴδωλα, τὰ συστήματα καὶ σχήματα μιᾶς πεποιημένης θεολογίας, ἀναμε-τρώμενα μὲ τὴν ζῶσαν θεολογίαν καὶ διαστελλόμενα εἰς τὴν ἀφόρητον δι᾿ αὐτὰ ἀποφατικὴν δοκιμασίαν καὶ ἔκφρασιν: «Ρημάτων σου ὁ φθόγγος ὥσπερ τις οὐράνιος ἦχος φερόμενος, τὰς ἀθέους φρένας κατεβρόντησε λόγῳ τῆς χάριτος καὶ δογμάτων θείαις μαρμαρυγαῖς ταῖς φανωτάταις, τῶν πιστῶν τὰς καρδίας ἐλάμπρυνεν» (ἀκολουθία ἁγίου Διονυσίου ᾿Αρεοπαγίτου).

Σκανδαλίζονται καὶ παραλύονται αἱ πιε[τι]στικαί μας ἀντιλήψεις περὶ ἁγιότητος, ὡς «βελτιώσεως τοῦ χαρακτῆρος», παραβαλλόμεναι μὲ τὰς παναγίας ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας, τῶν συλλαμβανόντων τὸν Χριστὸν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν «ὡς φῶς ἐνυποστάτως καὶ οὐσιωδῶς, ὁρώμενον ἀοράτως καὶ κατανοούμενον ἀκατανοήτως, μὲ μορφὴν ἄμορφον καὶ ἰδέαν ἀνείδεον».


12. Δὲν εἶναι ὄντως ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μυωπικῆς μας λογικῆς κρίνομεν ὡς τοιοῦτον· οὔτε ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀρχίσωμεν τὴν θεολογίαν μας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ κατακρίνωμεν τὴν Ἀλήθειαν. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας μας, «τὰ μεγάλα στοιχεῖα, τὰ τὴν πίστιν ὥσπερ κτίσιν συνιστῶντα». Αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἐσκοτισμένοι καὶ ψευδεῖς. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἅγιοι, εἶναι ἀλήθεια καὶ φῶς. Αὐτοὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν ἐκεῖ ὅπου θέλομεν νὰ φθάσωμεν καὶ μόνοι μας, μὲ τὴν κρίσιν μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν.

«Τοῦτ᾽ ἔστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν. Καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός εἰσιν θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ... κἂν περιέλθῃ τις μίαν γοῦν αὐτῶν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολὺς» (Συγγράμματα ἁγ. Γρηγορίου, τόμ. Β΄ σελ. 483).

Ἡ ἁμαρτία, εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν, εἶναι μία· ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους Του. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρνηθῶμεν τὸν Πατέρα μας τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τοὺς Πατέρας μας τοὺς ἐν τῇ Ἐκκλησία Του. Τότε θὰ αἰσθανθῶμεν ἄποροι καὶ ἀπερριμένοι, ὡς ἀπωρφανισθέντα βρέφη, ἔκθετα εἰς τὸ ψῦχος καὶ τὸ σκότος τῆς κολάσεως. Μακρὰν ἀπὸ τὴν θέρμην τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποί Του. Μακρὰν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀληθείας, ποὺ εἶναι πάλιν ὁ Ἴδιος καὶ οἱ ἰδικοί Του.


13. «Κύριε μὴ μᾶς ἐγκαταλείψῃς μόνους εἰς τοὺς διαλογισμούς μας, εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ὁδοῦ τῆς ζωῆς καὶ τῆς γνώσεως ποὺ εἶσαι Εσύ.

Ὅλοι εἴμεθα κατ' εἰκόνα ἰδικήν Σου πλασμένοι, ἀσχέτως ἂν ἀποστατήσωμεν ἀπὸ Σέ. Ὅλοι εἴμεθα ἀδελφοὶ τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ Σου, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν πιστεύωμεν εἰς Αὐτόν» (ἅγ. Νικόδημος).

Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις, ἐλπὶς καὶ πίστις μας, μέσα εἰς τὴν ἀδυναμίαν, ἀπελπισίαν ἢ ἀπιστίαν μας.

Ὅλοι ἐρχόμεθα πρὸς Σέ. Ὅλους σωστικῶς ἕλκεις πρὸς Σέ. Ὅλοι μόνον Ἐσὲ ποθοῦμεν, ἀσχέτως ἂν δὲν τὸ ἀντιλαμβανώμεθα καὶ ἀντιστρατευώμεθα εἰς Σέ. Δῶσε ὥστε σήμερον ἰδιαιτέρως οἱ πιστεύοντες εἰς Σέ, τὴν ἀλήθειάν Σου τὴν μίαν καὶ σωτήριον νὰ ἐνσαρκώνουν ἀψευδῶς διὰ νὰ ἀποκαλύπτουν ἀπλανῶς εἰς τὸν κόσμον, ὅτι τοὺς ἀνθρώπους ἠγάπησας, καθὼς τὸν Υἱόν Σου τὸν Μονογενῆ. Καὶ Αὐτὸν ἀπέστειλας Σωτῆρα τοῦ κόσμου.

Τότε καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ Δύσει «θὰ ἐμπλησθῇ ἡ σύμπασα τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον». Διότι ὡς Ὀρθόδοξοι αἰσθανόμεθα ὅτι δὲν ἀνήκομεν ἁπλῶς εἰς τὴν Ἀνατολὴν τοπικῶς, οὔτε μαχόμεθα τὴν Δύσιν τοπικῶς. Ἀνήκομεν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ ἀκτίστου καὶ ἀνεσπέρου θείου Φωτός, ἡ Ὁποία σώζει Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν.

Δι’ αὐτὸ εἰς τὸ ἑξῆς, τὸ μυστήριον τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας «μηδαμῶς ψαυέτω ἡ χεὶρ ἡμῶν τῶν ἀμυήτων, χείλη δὲ πιστῶν» τὴν Θεοτόκον ᾿Εκκλησίαν – τὴν γεννῶσαν τοὺς κατὰ χάριν Θεοὺς - ἀσιγήτως ὑμνείτω, διότι μόνον ἐν Αὐτῇ καὶ διὰ τῶν Ἀγίων Της, ἀπλανῶς ὁδηγούμεθα εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν γνῶσιν νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

[Π. Παπαδημητρίου: Τὸ ἄρθρο γράφηκε τό 1975. Πλέον ὁ μῦθος τῶν Δυτικῶν γιὰ τὸν «ψευδο-Διονύσιο» ἔχει καταρριφθεῖ. Βλ. γιὰ παράδειγμα: ΣΤ΄ Θεολογικό Συνέδριο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου (2020), «Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, βίος, ἔργο καί θεολογία»].

Ψηφιοποίηση: Π. Παπαδημητρίου, 24/1/2026. Τό πρωτότυπο εἶναι διαθέσιμο στό Ἁγιορείτικη Βιβλιοθήκη – Athos Library, καὶ ἐπισυνάπτεται ἐδῶ.

 

[PDF, Academia], [PDF, Analogion]