ΕΟΡΤΑΖΕΙ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΟΣ
Ο ΚΡΙΘΟΦΑΓΟΣ
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ΜΑΚΕΔΟΝΙΟΣ ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Μονῶν ἀπείρων πατρικῆς σῆς οἰκίας, Μακεδόνιος, Χριστέ, λαμβάνει μίαν.
Ὁ ἐν Ἁγίοις πατέρας μας Μακεδόνιος χρησιμοποιοῦσε ὡς παλαίστρα καὶ ἀγωνιστήριο τὶς κορυφὲς τῶν ὀρέων, διότι ἐκεῖ εἶχε τὴν ἄσκηση καὶ τὴν κατοικία του. Πότε ἡσύχαζε σὲ τοῦτον τὸν τόπο καὶ πότε σὲ ἐκεῖνον, μεταβαίνοντας ἄλλοτε στὴ Φοινίκη, ἄλλοτε στὴ Συρία καὶ ἄλλοτε στὴ Κιλικία· πραγματοποιοῦσε δὲ τὶς μετακινήσεις αὐτὲς γιὰ νὰ ἀποφεύγει τὶς ἐνοχλήσεις ποὺ τοῦ προξενοῦσαν ὅσοι προσέτρεχαν σὲ αὐτόν.
Διῆλθε λοιπὸν ὁ μακάριος σαράντα πέντε ἔτη χωρὶς νὰ ἔχει πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του σκηνὴ ἢ καλύβα ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη στέγη, ἀλλὰ στεκόταν ἐντὸς ἑνὸς βαθιοῦ λάκκου, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ὀνομαζόταν καὶ Γούβας· διότι κατὰ τὴ συριακὴ διάλεκτο, Γούβα ὀνομάζεται ὁ λάκκος. Ὅταν δὲ ἔγινε γέροντας, πείσθηκε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὸν παρακαλοῦσαν καὶ κατασκεύασε μία καλύβα· ἀκολούθως δὲ χρησιμοποιοῦσε ὡς κατοικία μικρά τινα κελλιά, ὄχι δικά του, ἀλλὰ ξένα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο διήνυσε ἀκόμη εἴκοσι πέντε ἔτη· ὥστε τὰ συνολικὰ ἔτη τῆς ζωῆς του ἀνέρχονται σὲ ἑβδομήντα.
Ἐπειδὴ δὲ τρεφόταν μόνο μὲ κριθάρι καὶ νερὸ γιὰ διάστημα σαράντα ἐτῶν, ὁ ἀοίδιμος ἔπεσε ἀργότερα σὲ ἀσθένεια, γι’ αὐτὸ καὶ στὸ ἑξῆς ζοῦσε μὲ ἕνα μικρὸ κομμάτι ψωμιοῦ καὶ μὲ ποτὸ ἁπλοῦ ὕδατος. Ζώντας μὲ τέτοια θαυμαστή ἄσκηση, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα, δηλαδὴ νὰ διώχνει δαιμόνια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ θεραπεύει διάφορα πάθη καὶ ἀσθένειες καὶ νὰ ἐκτελεῖ πολλὰ ἄλλα παράδοξα θαύματα.
Σὲ τοῦτον τὸν Ὅσιο ἔφεραν κάποτε μία γυναίκα, ἡ ὁποία μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου ἔτρωγε καθ’ ὑπερβολήν, διότι κατανάλωνε καθημερινὰ τριάντα κατοικίδιες ὄρνιθες καὶ δὲν χόρταινε, ἀλλὰ πεινοῦσε ἀκόμη. Παρακαλοῦσαν λοιπὸν τὸν Ὅσιο οἱ συγγενεῖς τῆς γυναίκας νὰ τὴν εὐσπλαγχνισθεῖ καὶ νὰ τὴν θεραπεύσει, καθὼς ἐκείνη εἶχε ξοδέψει ὅλη τὴν περιουσία της στὴ διατροφή της. Τότε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τὴν σπλαγχνίσθηκε, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ ἔπειτα, βάζοντας τὴ δεξιά του χεῖρα σὲ νερὸ καὶ σφραγίζοντάς το μὲ τὴ σωτήρια σφραγίδα τοῦ Σταυροῦ, διέταξε τὴν πάσχουσα γυναίκα νὰ τὸ πιεῖ· καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἔκανε νὰ τρώει κατὰ φύσιν καὶ νὰ ἀρκεῖται σὲ μισὴ ὄρνιθα μόνο.
Ἄλλοτε πάλι πῆγε κάποιος στρατηγὸς στὸ ὄρος ἐκεῖνο ὅπου κατοικοῦσε ὁ Ὅσιος, γιὰ νὰ κυνηγήσει. Βλέποντας ἀπὸ μακριὰ τὸν Ὅσιο καὶ μαθαίνοντας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους του ποιὸς εἶναι, πήδηξε ἀμέσως κάτω ἀπὸ τὸ ἄλογό του καὶ πλησιάζοντας τὸν χαιρέτησε· ἔπειτα τὸν ρώτησε τί κάνει ἐκεῖ στὸ ὄρος. Ὁ δὲ Ὅσιος τὸν ἀντηρώτησε: «Καὶ σὺ τί ἀνέβηκες ἐδῶ νὰ πράξεις;» Ὁ στρατηγὸς ἀποκρίθηκε: «Ἦλθα γιὰ νὰ κυνηγήσω»· καὶ ἀνταπεκρίθη ὁ γέρων: «Καὶ ἐγὼ κυνηγῶ τὸν δικό μου Θεὸ καὶ ἀγαπῶ νὰ Τὸν λάβω καὶ ποθῶ νὰ Τὸν δῶ καὶ δὲν θέλω νὰ ἀφήσω τοῦτο τὸ καλὸ κυνήγι». Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ στρατηγὸς θαύμασε καὶ ἀνεχώρησε ὠφελημένος.
Οὗτος ὁ Ὅσιος ἤλεγξε τοὺς στρατιῶτες ποὺ ἔστειλε ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος γιὰ νὰ θανατώσουν ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι γκρέμισαν στὴν Ἀντιόχεια τοὺς ἀνδριάντες τῆς συζύγου του. Διότι, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος, σταμάτησε τοὺς δύο ἀπεσταλμένους στρατηγοὺς στὸ μέσο τῆς ἀγορᾶς. Ἐκεῖνοι, μόλις ἔμαθαν ποιὸς εἶναι, πήδηξαν ἀμέσως ἀπὸ τὰ ἄλογά τους καὶ ἀσπάζονταν τὰ χέρια καὶ τὰ γόνατά του. Ὁ δὲ τοὺς εἶπε νὰ ποῦν στὸν βασιλέα ὅτι, ὡς ἄνθρωπος ποὺ εἶναι, δὲν πρέπει νὰ ὀργίζεται ἀμέτρως κατὰ τῶν ὁμοίων του ἀνθρώπων καὶ ἀντὶ γιὰ τὶς δικές του ἄψυχες εἰκόνες νὰ παραδίδει στὸ θάνατο τὶς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐνῷ μάλιστα σὲ ἐμᾶς εἶναι εὔκολο πάλι νὰ ἀναπλάσουμε τὶς χάλκινες εἰκόνες, γιὰ τὸν βασιλέα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρει τὰ σφαγιασθέντα σώματα στὴ ζωὴ· καὶ τί λέω σώματα; οὔτε μία τρίχα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευάσει. Αὐτὰ τὰ εἶπε στὴ συριακὴ γλώσσα· οἱ δὲ στρατηγοί, ἀφοῦ τὰ μετέφρασαν στὴν Ἑλληνική, τὰ ἀνέφεραν στὸν βασιλέα.
Οὗτος ὁ Ὅσιος Μακεδόνιος μὲ τὴν προσευχή του ἔκανε τὴ μητέρα τοῦ Θεοδωρήτου νὰ γεννήσει υἱόν, αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Θεοδώρητο, διότι προηγουμένως ἦταν στείρα καὶ ἄτεκνη· γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε Θεοδώρητος ὁ υἱός της αὐτός, ὡς δωρημένος ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐπειδὴ δὲ κάποτε ἡ μητέρα του κινδύνευε νὰ ἀποβάλει, ὅταν εἶχε στὴν κοιλιά της τὸν Θεοδώρητο, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ Ὅσιος τῆς ἔδωσε νερὸ εὐλογημένο ἀπὸ τὸν ἴδιο, τὸ ἔπιε καὶ ἔτσι λυτρώθηκε ἀπὸ τὸν κίνδυνο. Ἀφοῦ λοιπὸν δούλεψε γνήσια τὸν Θεὸ ὁ ἀοίδιμος ἐπὶ ἑβδομήκοντα ἔτη, ἀπῆλθε πρὸς τὸν Κύριο, τὸ δὲ ἅγιο λείψανό του κατατέθηκε μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν Ὁσίων Ἀφραάτου καὶ Θεοδοσίου.
Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΟΙΝΟΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!