ΙANOYAPIOY Κ’
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑ
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς ΖΑΧΑΡΙΑΣ ὁ μαρτυρήσας ἐν ταῖς
Παλαιαῖς Πάτραις τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὸ αψπβ’ (1782) ἔτος,
τὰ σκέλη σχισθεὶς τελειοῦται(¹).
Σκελῶν πλατυσμῷ ἐν πλάτει οἰκεῖς πόλου, ὦ Ζαχαρία, καὶ βραβεῖον λαμβάνεις.
Τῆς Ἄρτης ἀγλάισμα, καὶ Νεομάρτυς κλεινός, ἐν Πάτραις ὡς ἤθλησας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐδείχθης μακάριε, οὐ γὰρ τὸν τρώσοντα σέ, καθελῶν δι’ ἀγώνων, γέρας ἐδέξω θεῖον, Ἀθλητὰ Ζαχαρία, πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων ἠμῶν τῶν εὐφημούντων σε.
Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ὁ νέος ἀθλητὴς ἦτο ἔκ τινος χωρίου τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης, ἕνεκεν δὲ συμβεβηκότος τινὸς ἠρνήθη τὸν Χριστὸν καὶ ἔγινε Τοῦρκος. Ἔπειτα ἐπῆγεν εἰς τὰς Παλαιὰς Πάτρας, ἐπειδὴ δὲ ἦτο γουνοποιὸς τὴν τέχνην, ἤνοιξεν ἐργαστήριον εἰς τὸ ὁποῖον κατεσκεύαζε γουναρικά. Εἶχε κρυφίως τὸ βιβλίον τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία» καὶ ἀναγινώσκων αὐτὸ συχνάκις ἦλθεν εἰς ἄκραν μετάνοιαν, κλαίων πικρῶς διὰ τὸ κακόν, ὅπερ ἔπραξε. Δι’ ὃ παρεκάλει θερμῶς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ τύχῃ τῆς σωτηρίας του. Ὅθεν ἐρωτήσας ἕνα Χριστιανὸν φίλον του καὶ μαθὼν ὅτι ἦτο ἐκεῖ εἷς ἐνάρετος καὶ ἔμπειρος πνευματικός, ἐπῆγε διὰ νυκτὸς πρὸς αὐτὸν καὶ ἐξωμολογήθη τὴν ἁμαρτίαν του, συγχρόνως δὲ καὶ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἶχε, διὰ νὰ παρουσιασθῇ καὶ νὰ ὁμολογήσῃ τὸν Χριστόν, τὸν ὁποῖον ἠρνήθη. Ὁ δὲ πνευματικὸς εἶπεν εἰς αὐτόν· «Ἂν καὶ ὁ λογισμός σου κατέχει μεγάλως τὴν καρδίαν σου, ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὸν βάλωμεν παρευθὺς εἰς πρᾶξιν, διότι πολλάκις ὁ διάβολος συνηθίζει νὰ πλανᾷ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ δεξιά, προβάλλων εἰς αὐτοὺς καλοὺς λογισμούς. Ὅθεν ἂς δοκιμάσωμεν, τέκνον, τὸν λογισμόν σου, ἐὰν εἶναι ἐκ Θεοῦ· πήγαινε λοιπὸν εἰς τὸ ἐργαστήριόν σου καὶ μένε κλεισμένος τεσσαράκοντα ἡμέρας προσευχόμενος, νηστεύων καὶ κάμνων ἀνάγνωσιν εἰς τὸ βιβλίον, ὅπερ εἶπες ὅτι ἔχεις· θὰ κάμνω δὲ καὶ ἐγὼ τὰ ἴδια εἰς τὸ κελλίον μου δι’ ἀγάπην σου· καὶ μετὰ ταῦτα ἐλθὲ νὰ ἀνταμώσωμεν πάλιν».
Δέχεται μετὰ χαρᾶς ὁ Ζαχαρίας τὴν συμβουλὴν τοῦ πνευματικοῦ· κλείεται εἰς τὸ ἐργαστήριόν του καὶ ἀρχίζει νὰ κάμνῃ προθύμως τὴν παραγγελίαν τοῦ πνευματικοῦ, ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποφέρῃ περισσότερον ἀπὸ εἴκοσιν ἡμέρας, διότι ἤναψε μία φλὸξ εἰς τὴν καρδίαν του, ἥτις τοῦ ἐπροξένει ἄκραν ἀγάπην πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ προθυμίαν ἀκράτητον διὰ νὰ θυσιάσῃ καὶ δέκα ζωὰς (ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ) διὰ τὸ ὄνομά του τὸ Ἅγιον. Ὅθεν πηγαίνει εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πίπτει εἰς τοὺς πόδας του μὲ θερμὰ δάκρυα καὶ τοῦ λέγει· «Εὐλόγησόν με, πάτερ, νὰ πηγαίνω εἰς τὸ μαρτύριον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὑποφέρω ἀπὸ τὴν φλόγα, ἥτις ἤναψεν εἰς τὴν καρδίαν μου». Ὁ πνευματικὸς τοῦ λέγει· «Δὲν ἦλθεν ὁ καιρὸς ἀκόμη». Ἐκεῖνος ἀποκρίνεται· «Ἦλθε, πνευματικέ, καὶ παρῆλθε καὶ ἁμαρτίαν ποιεῖς μεγάλην νὰ μὲ ἐμποδίζῃς». Τότε τοῦ εἶπεν ὁ πνευματικὸς νὰ ἐξομολογηθῇ ὅλας τὰς ἁμαρτίας, τὰς ὁποίας ἔπραξεν ὡς ἄνθρωπος εἰς ὅλην του τὴν ζωήν. Ὁ δὲ ἀναστὰς ἐστάθη μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ὄρθιος καὶ ἐξωμολογήθη μετὰ κατανύξεως ὅλα του τὰ ἁμαρτήματα, εὑρέθη ὅμως τόσον καθαρός, πλὴν τῆς ἀρνήσεως, ὥστε ἦτο ἄξιος καὶ διὰ ἱερωσύνην.
Ὁ πνευματικὸς πάλιν, ὡς πρακτικὸς καὶ φρόνιμος ἄνθρωπος, ἐστοχάσθη νὰ τοῦ κάμῃ καὶ ἄλλην δοκιμήν· διὸ προσέταξεν αὐτὸν νὰ καθίσῃ. Εἶτα ἤρχισε νὰ τοῦ λέγῃ· «Στοχάσου, τέκνον, καλῶς τί ἔχεις νὰ κάμῃς, διότι ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ πολέμου, ὅπου ἦλθον οἱ Ἀλβανοὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον (2), ἔμαθον εἰς τοὺς ἐντοπίους Τούρκους τόσους τρόπους διὰ νὰ παιδεύουν τοὺς Χριστιανούς, ὥστε κατὰ ἀλήθειαν ὅσα ἀκούομεν εἰς τοὺς Βίους τῶν παλαιῶν Μαρτύρων δὲν εἶναι τίποτε, συγκρινόμενα πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζουν οἱ ἐπάρατοι Ἀλβανοί· ὅθεν μὴ στοχασθῇς ὅτι, ἀφοῦ παρουσιασθῇς εἰς τοὺς ἐξουσιαστάς, ἔχουν νὰ σοῦ κόψουν τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συλλογισθῇς καλῶς ὅλα τὰ ἐναντία· πλὴν ἐγὼ σοῦ λέγω, τέκνον, νὰ ἀφήσῃς αὐτὸν τὸν λογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχεις, διὰ νὰ μὴ βάλῃς καὶ τὸν ἑαυτόν σου εἰς μεγαλυτέραν κόλασιν καὶ ἡμᾶς εἰς πειρασμοὺς καὶ κινδύνους. Δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὴν σωτηρίαν σου δι’ ἄλλου τρόπου ἀσφαλεστέρου, καὶ σοῦ ὑπόσχομαι νὰ εὕρῃς τὴν συγχώρησιν τῆς ἀρνήσεώς σου· διότι «οὐκ ἔστιν ἁμαρτία νικῶσα τὴν εὐσπλαγχίαν τοῦ Θεοῦ». Ὁ δὲ εὐλογημένος Ζαχαρίας ἐμειδία ἐν ὅσῳ ἔλεγε ταῦτα ὁ πνευματικός· ἔπειτα σκυθρωπάσας μικρὸν καὶ ἀναστενάξας ἐκ βάθους καρδίας, ἀπεκρίθη λέγων· «Θαυμάζω, πνευματικέ, εἰς τόσην φρόνησιν ὅπου ἔχεις καὶ νὰ μοῦ λαλῇς λόγια τῶν μωρῶν παιδίων· ἐγὼ ἔχω τὸν ἑαυτόν μου ἀφιερωμένον ὅλον εἰς τὸν Χριστόν μου καὶ τώρα πλέον δὲν ἀνήκω εἰς τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ εἰς τὸν Χριστόν, καὶ ἔχω τόσην δίψαν διὰ νὰ βασανισθῶ διὰ τὴν ἀγάπην του, ὥστε ἐπιθυμῶ νὰ λάβω ἂν ἦσαν ἀκόμη καὶ περισσότερα παιδευτήρια, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μοῦ εἶπες τῶν Ἀλβανῶν· σὲ παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοῦ δώσῃς τὴν εὐχήν σου νὰ πηγαίνω, διότι δὲν ὑποφέρω πλέον τὴν φλόγα, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι εἰς τὴν καρδίαν μου».
Τότε ὁ πνευματικός, δοξάσας τὸν Θεόν, ὅστις ἐνέπνευσεν εἰς τὸν Ἅγιον τὴν χάριν του, ἀνέγνωσε τὰς ἱλαστηρίους εὐχὰς κατὰ τὴν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ μυρώσας αὐτόν, τὸν ἐκοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Ἀφοῦ δὲ τὸν ἐνίσχυσε μὲ τὴν ἐπουράνιον τροφὴν καὶ τὸν καθώπλισε μὲ τὰ πνευματικὰ ἄρματα, ἔκαμαν ὁμοῦ παράκλησιν εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον· ἔπειτα εὐλογήσας αὐτὸν καὶ σφραγίσας μὲ τὸ σημεῖον τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἐξαπέστειλεν αὐτόν, παραγγείλας νὰ μὴ μεταχειρισθῇ ὕβρεις κατὰ τῆς θρησκείας τῶν Τούρκων, διότι εἶναι ἀνάγκη μόνον μὲ συντόμους λόγους νὰ κάμῃ τὴν ἄρνησιν ἐκείνης τῆς θρησκείας καὶ νὰ ὁμολογήσῃ τὸν ἑαυτόν του Χριστιανόν. Τότε ὁ Ἅγιος, ἀσπασάμενος τὴν δεξιὰν τοῦ πνευματικοῦ, ἐπῆγεν εἰς τὸ ἐργαστήριόν του· καὶ πρῶτον ἐπώλησεν ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα, τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον ἔδωκεν εἰς τοὺς πτωχούς, κρατήσας μόνον γρόσια πέντε καὶ ἥμισυ καὶ δύο παράδες· ἔπειτα πηγαίνει καὶ δίδει τὸ κλειδὶ τοῦ ἐργαστηρίου εἰς τὸν οἰκοκύρην ὁμοῦ μὲ τὸ ἐνοίκιον καὶ εὐθὺς δραμᾷ εἰς τὸν κριτὴν τῆς πόλεως, λέγων εἰς τοὺς Χριστιανούς, τοὺς ὁποίους συνήντα καθ’ ὁδόν· «Συγχωρήσατέ μοι, ἀδελφοί μου, καὶ ὁ Θεὸς συγχωρήσοι σας».
Οὕτω βαδίζων ὁ Ἅγιος πρὸς τὸ κριτήριον συνήντησε παιδίον πτωχόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε ζώνην καὶ εὐθὺς βγάζει ἓν μεταξωτὸν ζωνάρι, ὅπερ εἶχεν ἐζωσμένον καὶ τὸ δίδει εἰς αὐτό· δίδει δὲ καὶ ἕνα παρᾶν καὶ ἀγοράζει ὀλίγον σχοινίον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζώσθη· μετὰ ταῦτα ἀναβαίνει εἰς τὸν κριτὴν καὶ ἐμβαίνων εἰς τὸ δωμάτιόν του λέγει πρὸς αὐτόν· «Πολλὰ τὰ ἔτη σου, ἀφέντη μου». Ὁ δὲ κριτής, ἔχων αὐτὸν γνώριμον, διότι ἔρραπτε τὰς γούνας του, λέγει πρὸς αὐτόν· «Καὶ ποῦ εἶναι τὸ σελάμι σου, ζάβαλε Μεεμέτη; (ὅτι οὕτω τὸν ὠνόμαζον)· ἔλα ἐπάνω, κάθησε· εἰπέ μου, τὶ ἔπαθες;» Ὁ δὲ μακάριος Ζαχαρίας λέγει πρὸς αὐτὸν μετὰ παρρησίας πολλῆς καὶ ἀφοβίας· «Ἐγὼ Μεεμέτης δὲν εἶμαι, ἀλλὰ Ζαχαρίας· καὶ ἐπειδὴ ἐγελάσθηκα καὶ ἠρνήθην τὸν Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπίστευον ἀπὸ γεννήσεώς μου καὶ ἐδέχθην εἰς τὸ κριτήριόν σας τὴν ἰδικήν σας πίστιν, διὰ τοῦτο τώρα, ὅπου ἦλθον εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἐγνώρισα ὅτι ἐγελάσθην, ἦλθον πάλιν εἰς τὴν κρίσιν σας, νὰ ἀρνηθῶ τὴν πίστιν σας καὶ νὰ ἐνδυθῶ τὸν Χριστόν μου, τὸν ὁποῖον ἠρνήθην· ὅθεν σὲ παρακαλῶ, λάβε ταῦτα τὰ ἄσπρα καὶ στεῖλε τὸν μουζούρην σου εἰς τὸν χαρατζῆν νὰ μοῦ πάρῃ ἕνα χαρατζοχάρτι, διὰ νὰ γνωρίζωμαι καὶ ἐγώ, ὅτι εἶμαι ραγιᾶς τοῦ πολυχρονίου βασιλέως μας, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀδελφοί μου Χριστιανοί».
Βλέπων τὴν παρρησίαν τοῦ Μάρτυρος ὁ κριτὴς προσεπάθησε διὰ κολακευτικῶν λόγων νὰ ἑλκύσῃ πρὸς ἑαυτὸν τὸν Μάρτυρα καὶ τοῦ λέγει· «Παιδί μου, Μεεμὲτ πασᾶ, ἂν σοῦ συνέβη καμμία συμφορὰ καὶ ἔχασες τὸν νοῦν σου, ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ συνάξω τοὺς ἀγάδες καὶ νὰ σοῦ κάμω ἀρκετὴν βοήθειαν, μόνον φανέρωσέ μου τὴν καρδίαν σου». Ὁ Μάρτυς ἀπεκρίθη· «Ἐγώ, ἐφέντη μου, ἐπώλησα ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ τὰ ἔδωκα ἐλεημοσύνην καὶ δὲν ἔχω χρείαν διὰ ἄσπρα». Ὁ κριτὴς τοῦ λέγει· «Ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ εἶσαι μεθυσμένος». Ὁ Μάρτυς ἀποκρίνεται· «Νὰ μοῦ δώσῃ ὁ Χριστὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας μου πίστευσόν μοι, ὅτι ἔχω τρεῖς ἡμέρας ὅπου δὲν ἔβαλα εἰς τὸ στόμα μου οὔτε ἄρτον ξηρόν, οὔτε ὕδωρ, οὔτε τὸν συνηθισμένον καφέν· ἄλλη δὲν εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν κάμνω τοῦτο, παρὰ ἐκείνη ποὺ σοῦ εἶπα εἰς τὴν ἀρχήν· ὅθεν λάβε τὰ ἄσπρα, τὰ ὁποῖα ἔβαλα ἐπάνω εἰς τὸ ταμεῖόν σου, διὰ νὰ στείλῃς νὰ πάρῃς τὸ χαρατζοχάρτι μου». Τότε βλέπων ὁ κριτὴς τὸ ἀμετάθετον τῆς γνώμης του τὸν ἔστειλε μὲ ἕνα τζοχαντάρην εἰς τὸν ἐξουσιαστὴν τῆς πολιτείας, γράψας πρὸς αὐτὸν πᾶσαν τὴν ὑπόθεσιν. Παρασταθεὶς δὲ καὶ ἐκεῖ ὁ Μάρτυς εἶπεν ἀπαραλλάκτως τὰ αὐτά, ὅσα εἶπε καὶ εἰς τὸν κριτήν.
Τότε ὁ ἐξουσιαστὴς ἐσύναξε τοὺς ἀγάδες καὶ τοὺς εἶπε τὴν ὑπόθεσιν, οὗτοι δὲ ἀπεφάσισαν νὰ τὸν βάλουν εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τρεῖς φορὰς τὴν ἡμέραν νὰ τὸν βγάζουν εἰς τὴν αὐλὴν καὶ νὰ τὸν ραβδίζουν σκληρῶς, ἕως ὅτου ἢ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν πίστιν των ἢ νὰ ξεψυχήσῃ βασανιζόμενος· εἶπον δὲ νὰ μὴ χυθῇ αἷμα ἀπὸ αὐτόν, μήπως ὁρμήσουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ πάρουν τὰ αἱματωμένα χώματα καὶ οὕτω γίνῃ ταραχὴ καὶ ἐπανάστασις, διότι οὗτοι φυσικὰ ἔμελλον νὰ τοὺς ἐμποδίσωσιν εἰς τοῦτο καὶ νὰ ὑβρίσωσι τοὺς Χριστιανούς. Οὕτως εἶπον καὶ οὕτως ἔκαμον. Ὁ δὲ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ραβδιζόμενος καὶ μὲ λίθους βαρυτάτους κτυπώμενος εἰς τὴν κοιλίαν καὶ εἰς τὸ στῆθος, ἵστατο εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ στερεὸς καὶ ἀσάλευτος. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ χαίρων καὶ εὐφραινόμενος ἔλεγεν ἀκαταπαύστως μυστικὰ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἀρνητήν σου καὶ βοήθησόν μοι». Ἐν μιᾷ δὲ τῶν ἡμερῶν, πρὸς τὸ ἑσπέρας, τόσον τὸν ἐβασάνισαν τὸν εὐλογημένον, ὥστε πλέον δὲν ἠδύνατο νὰ λέγῃ τὴν εὐχήν, ἀλλὰ μόνον τοὺς ὀφθαλμούς του ἐσήκωνεν εἰς τοὺς οὐρανούς, ἐνῷ ἐραβδίζετο ἀσπλάγχνως.
Τότε ὁ λεγόμενος Μπουλούμπασης, ὅστις εἶναι ὁ πρῶτος τῶν στρατιωτῶν τοῦ ἐξουσιαστοῦ, ἐπρόσταξε τὸν δεσμοφύλακα νὰ βασανισθῇ τὴν νύκτα τὸν Μάρτυρα πολὺ ἕως οὗ νὰ ἀποθάνῃ, διὰ νὰ μὴ παιδεύωνται καὶ αὐτοὶ βασανίζοντες αὐτὸν τόσας ἡμέρας. Ὁ δὲ δεσμοφύλαξ, παραλαβὼν τὸν Ἅγιον, ἐτάνυσε πολὺ τοὺς πόδας του εἰς τὸ ξύλον· ἔπειτα ἀνέβη εἰς τὸν κράββατον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑψηλὰ καὶ ἐκάθισε διὰ νὰ δειπνήσῃ. Τότε ὁ Μάρτυς ἐπόνεσε πολὺ καὶ ἐξεφώνησεν «Ὤχ!», ἐκεῖνος δὲ ἀπὸ ἐπάνω τοῦ λέγει· «Τώρα, ἄπιστε, νὰ πίω ὅλον τὸ κρασὶ καὶ νὰ κατεβῶ νὰ σὲ κόψω ἀπὸ ἁρμὸν εἰς ἁρμόν». Ὁ Μάρτυς τοῦ λέγει· «Ἐὰν εἶσαι παλληκάρι, μὴ λέγῃς λόγους μόνον, ἀλλ’ εὐθὺς κάμε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπες, διὰ νὰ σοῦ γνωρίζω καὶ χάριν». Ἐκεῖνος δὲ θυμωθεὶς ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Μάρτυρος κατέβη καὶ ἐτράβηξε πολὺ τοὺς πόδας τοῦ Ἁγίου εἰς τὸ ξύλον καὶ τοὺς ἐτάνυσε μὲ ὑπερβολὴν καὶ ἀνέβη πάλιν νὰ ἀποδειπνήσῃ, φοβερίζων νὰ τοῦ κάμῃ ὕστερον καὶ ἄλλα φρικτὰ βασανιστήρια. Ὁ δὲ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, κάμνων ὀλίγον νὰ σαλεύσῃ, ἐσχίσθησαν παρευθὺς τὰ σκέλη του· τότε ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς ὅλον του τὸ σῶμα καὶ εἰπὼν δυνατὰ «Κύριε, εἰς χεῖράς σου παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου», παρέδωκε τὴν ἁγίαν του ψυχὴν εἰς χεῖρας Θεοῦ κομισάμενος τὸν ἄφθαρτον τοῦ μαρτυρίου στέφανον. Παρευθὺς δέ, ὢ τοῦ θαύματος! ἐγέμισεν ὅλη ἡ φυλακὴ ἀπὸ ἄρρητον εὐωδίαν τοσοῦτον, ὥστε ὁ ἐπάρατος δεσμοφύλαξ ἀπὸ τὴν ἐντροπὴν του ἀνεχώρησε τῆς φυλακῆς, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε καὶ ἐπῆγεν εἰς ἄλλο μέρος καὶ ἐκοιμήθη.
Τὸ πρωῒ ἔμαθον οἱ Χριστιανοὶ ὅτι ἐτελείωσεν ὁ Ἅγιος τὸ Μαρτύριον καὶ ἐπλήσθησαν χαρᾶς, δοξάσαντες τὸν Θεόν. Ὁ Ἀρχιερεὺς ἔστειλε πρὸς τὸν ἐξουσιαστὴν ζητῶν τὸ ἅγιον λείψανον διὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσῃ· ὁ δὲ εἶπεν· «Οὗτος οὔτε ἀπὸ σᾶς εἶναι, οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς, ἐπειδὴ καὶ τὰς δύο θρησκείας ἐνέπαιξεν· ὅθεν δὲν εἶναι ἄξιος ταφῆς». Καὶ παρευθὺς προστάζει δύο στρατιώτας καὶ ἔδεσαν ἀπὸ τοὺς πόδας τὸ ἅγιον λείψανον καὶ σύροντες αὐτὸ ἐπῆγαν καὶ τὸ ἔρριψαν εἰς ἕνα ξηροπήγαδον κατὰ τὴν ἐνορίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ δὲ Ἅγιος, συρόμενος ὕπτιος εἰς τοὺς δρόμους, πάντοτε εὑρίσκετο μὲ τὰς ἀγκάλας ἀνοικτάς· καὶ πάλιν ριφθεὶς εἰς τὸ ξηροπήγαδον εὑρέθη εἰς τὰ γόνατα ὄρθιος. Τὴν ἀκόλουθον νύκτα εἶδον οἱ Χριστιανοὶ φῶς ἐπάνω εἰς τὸ φρέαρ· ὅθεν ἔτρεχον μὲ φωνὰς διὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἅγιον καὶ νὰ τὸν θεωροῦν. Ταῦτα μαθόντες οἱ Ἀγαρηνοὶ ἔστειλαν ἀνθρώπους, οἵτινες κόψαντες χόρτα πολλὰ τὰ ἔρριψαν ἐντὸς τοῦ φρέατος· ἔπειτα ἔσυρον χώματα καὶ τὸ ἐγέμισαν καὶ οὕτως ἔμεινεν ἐκεῖ σφαλισμένος ὁ Ἅγιος, οὗ ταῖς ἱκεσίαις ἐλεήσαι καὶ σώσαι ἡμᾶς ὁ Κύριος. Ἀμήν.
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
- Τὸ Μαρτύριον αὐτοῦ ἐλήφθη ἐκ τοῦ «Νέου Μαρτυρολογίου», καταχωρίζεται δὲ διασκευασμένον κατὰ τὴν φράσιν.
- Ἐνταῦθα ἐννοεῖ ὁ συγγραφεὺς τὰς καταστροφὰς ποὺ ὑπέστη ἡ Πελοπόννησος ἀπὸ τοὺς Ἀλβανούς, ὅταν, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1769, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἔστειλεν εἰς Πελοπόννησον στίφη Τουρκαλβανῶν διὰ νὰ ὑποτάξῃ τοὺς Ἐπαναστάτας. Οἱ Τουρκαλβανοὶ αὐτοὶ ἐπροξένησαν τόσας καταστροφὰς καὶ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν σχεδὸν τόσον καταπίεζον ἀδιακρίτως Χριστιανοὺς καὶ Τούρκους, ὥστε ἐστάλη ἐναντίον των ὁ Τοῦρκος ναύαρχος Γαζῆ-Χασὰν-πασᾶς μὲ τὸν Ἕλληνα διερμηνέα τοῦ στόλου Νικόλαον Μαυρογένην, ὁ ὁποῖος μετὰ σκληροὺς ἀγῶνας κατώρθωσε νὰ ἐξοντώσῃ τοὺς Ἀλβανούς, βοηθούμενος καὶ ἀπὸ Ἕλληνας ἀρματωλούς, καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Πελοπόννησον ἀπὸ τὴν φοβερὰν ἐκείνην μάστιγα.
Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΟΙΝΟΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ, ΑΘΗΝΑΙ 1999
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!