Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ

 

Ψυχοφελή

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

    ΚΑΤΑ ΤΗΝ Υπαπαντή του Χριστού επήρε το βρέφος στας αγκάλας του ο θεοδόχος Συμεών και είπε: «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα…». Και κατόπι γύρισε κ’ είπε στη μητέρα του παιδιού : «Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. β’ 34). Λέγοντας «σημείον αντιλεγόμε­νον» ήθελε να πει πως ο Χριστός θάτανε στον κόσμο ένα πρόσωπο που θα χώριζε τους ανθρώπους σε δυο μέρη, σε εκείνους που θα τον λατρεύανε για Θεό, και στους άλλους που θα τον πολεμούσανε, σε εκείνους που θα τον παραδεχόντανε και σε εκείνους που θα τον αρνιόντανε. Γύρω στον Χριστό θα αντιμαχόντανε οι άνθρωποι όπως το βλέπουμε έως τα σήμερα.

Το ίδιο θα μπορούσε να ειπεί κανένας πως γίνεται και με το Βυζάντιο, δηλαδή με τον κόσμο που έκανε όσο μπορούσε σύστημα της ζωής του τη διδασκαλία του Χριστού παρ’ όλες τις ατέλειες που φανερωθήκανε σ’ αυτό και που προέρχονται από την ανθρώπινη αδυναμία. Το Βυζάντιο στάθηκε αληθινά «σημείον αντιλεγόμενον» μέσα στην ιστορία, ένα πράγμα που βρίσκεται έξω από τον τύπο που έχουνε τα συστήματα της ανθρώπινης κοι­νωνίας. Το Βυζάντιο για άλλους ήτανε πολύ σπουδαίο όχι μονάχα στη θρησκευτική ζωή, αλλά και στην κοσμική, ένας παραμυθένιος κόσμος, ενώ για άλλους πάλι ήτανε η παρα­μόρφωση του αρχαίου κόσμου. Αυτοί όμως που το θεωρήσανε σαν παρακμή της αρχαιότητος, το κρίνανε με κάποια μέτρα που είναι αταίριαστα μ’ αυτό που κρίνανε.

Το Βυζάν­τιο ήτανε ένα φαινόμενο στο έπακρο ιδιόρρυθμο, κι αυτοί το κρίνανε με τα ίδια μέτρα που κρίνεται ο αρχαίος κόσμος, ο οποίος είχε ολότελα διαφορετικόν χαρακτήρα και παράλογα παίρνανε το Βυζάντιο για απλή συνέχεια και παραμόρφωσή του. Όση διαφορά έχει ο Χριστιανισμός από την ειδωλολατρεία, άλλη τόση διαφορά χωρίζει το Βυζάντιο από την αρχαία Ελλάδα. Οι άνθρωποι που ζούσανε στο Βυζάντιο, μ’ όλον ότι πολλοί απ’ αυτούς βαστούσανε από το ίδιο αρχαίο ελληνικό αίμα κ’ είχανε την ελληνική παιδεία, ήτανε όμως ολότελα άλλοι, «άνθρωποι καινοί», «λαλούντες γλώσσαις καιναίς». Ο Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης δεν έμοιαζε καθόλου με τον Σωκράτη, ούτε ο Συμεών, ο δια Χριστόν σαλός, με τον Διογένη τον κυνικό, ούτε ο άγιος Δημήτριος με τον Πελοπίδα. Η ανθρώπινη ζωή θε­μελιώθηκε απάνω σε άλλη βάση. Κ’ η τέχνη του Βυζαντίου, με όλα τα εξωτερικά που δανείσθηκε από την αρχαία, είναι ολότελα διαφορετική στην ουσία της. Έφθασε σε κάποια πνευματικότητα που δεν γνώρισε άλλη φορά ο κόσμος. Ενώ η αρχαία τέχνη ήτανε βασισμένη απάνω στο μέτρο και στις αναλογίες, η τέχνη των Βυζαντινών δεν γνώριζε τέ­τοιο μέτρο, γιατί ζητούσε να βρει έκφραση για πράγματα που δεν χωρούνε στα τυπικά μέτρα όπου περιορίζεται η απόδοση του φυσικού κόσμου, ας είναι κ’ η πιο παθητική και ενθουσιώδης.

Λοιπόν, το Βυζάντιο είναι ένα μεγάλο πράγμα. Είναι ο καιρός και ο τόπος που ζούσανε οι άνθρωποι με τον πόθο του υπερφυσικού, της αιωνιότητες. Γι’ αυτό έχει αυτή την παράξενη και μυστηριώδη ιδιορρυθμία, την οποία δεν την θέλουνε οι άνθρωποι που οι πόθοι τους δεν βγαίνουνε έξω από το μέτρο κι από τον ορθό λόγο, δηλαδή που είναι κολ­λημένοι στην κοινοτοπία των υλικών συγκινήσεων. Οι Βυζαντινοί πιστεύανε στα μυστήρια και στην αλήθεια που απεκάλυψε ο Χριστός, ήγουν στον θαυμαστό κόσμο που βρίσκεται πέρα από ό,τι πιάνουνε οι αισθήσεις και το μυαλό, ενώ ο αρχαίος σταματούσε ως εκεί. Ο Σωκράτης έκανε ένα πράγμα τη λογική του με τον Θεό, και δεν πίστευε διόλου σε ό,τι δεν παραδεχότανε το μυαλό του, δηλαδή στο θαύμα. Για τούτο ο αρχαίος άνθρωπος με όλα που έλεγε για την ελευθερία, ήτανε δούλος της λογικής που είναι η τελευταία ανάγκη.

Ενώ ο χριστιανός του Βυζαντίου με όλο που η ζωή του δεν έχει τα φανταχτερά ξεφω­νητά της ελευθερίας, στο βάθος νοιώθει ίσια-ίσια την αληθινή πνευματική ελευθερία κατά τον Παύλο που λέγει: «ου δε το Πνεύμα Κυρίου εκεί ελευθερία» (Β’ Κορινθ. γ’ 17). Ένας Βυζαντινός άγιος, ο Ιωάννης της Κλίμακος, γράφει: «Ο βυθός των δογμάτων είναι βαθύς, αλλά ο νους του χριστιανού πηδά χωρίς κίνδυνο μέσα σ’ αυτόν». Ενώ ο βαθυστό­χαστος Παρμενίδης κ’ οι όμοιοί του δεν θα τολμούσανε να πηδήσουνε μέσα σ’ αυτή την άβυσσο, γιατί ήτανε αλυσοδεμένοι από τον ορθόν λόγον.

Η αρχαιότητα είναι, η βασιλεία του λογικού, ενώ το Βυζάντιον είναι η Βασιλεία της πίστεως, της πνευματικής μέθης και της αθανασίας. Αυτό φαίνεται καθαρώτατα στην τέχνη του καθενός από αυτούς τους δύο κό­σμους : Όπως ο Σωκράτης δεν θα ένοιωθε τα αντιλογικά μυστήρια που κήρυττε ο απόστολος Παύλος μ’ όλον ότι έλεγε πως πιστεύει στον ένα Θεό, άλλο τόσο κι ο Πραξιτέλης κ’ ο Απελής δεν θάνοιωθαν μιαν βυζαντινή εικόνα, γιατί δεν είναι φτιαγμένη πάνω στον υλικόν κανόνα.

Πέρα από τις «αναλογίες» κι από την κοινοτοπία της σαρκικής ωραιότητος δεν ήτανε σε θέση να νοιώσουνε τίποτα οι αρχαίοι. Τα πιο θαυμαστά μωσαϊκά της αγίας Σοφίας η της Ραβέννας, τα πιο εκφραστικά σχήματα στις τοιχογραφίες του Μυστρά, ακόμα και πρωτότυπα δράματα που τύπωσε ο Θεοτοκόπουλος στα έργα του, θα ήτανε για τους αρχαίους τερατώδη και άτεχνα βαναυσουργήματα, «διαφθείροντα την δρασιν». Ο Χριστιανισμός ελέπτυνε τον «διονυσιακόν και απολλώνειον» άνθρωπον, τον έστρεψε προς το βάθος του εαυτού του, του έδωσε «πνευματικόν οφθαλμόν και πνευματικόν ους» για να ερευνά τις αβύσσους του πνεύματος και για να ακροάζεται τα «θεία απηχήματα». Να γιατί ο άνθρωπος του Βυζαντίου είναι άλλος από τον αρχαίο, και δεν πρέπει να κρίνεται με το ίδιο μέτρο.

Το Βυζάντιο πρωτοάνοιξε την «πύλην την κεκλεισμένην» και μπόρεσε κ’ είδε ο άν­θρωπος εκείνα τα θαυμάσια, που είπε ο Χριστός, πως δε μπορέσανε να τα δούνε οι σοφοί κ’ οι συνετοί της αρχαιότητος. Η Κωνσταντινούπολη είναι «η Σιών η αγία, μήτηρ των εκκλησιών, Θεού κατοικητήριον». Η αμαρτία και τα πάθη που ανάψανε με τόση έξαψη μέσα στα τείχη της, φωτίσανε με την άγρια φλόγα τους πιο πολύ τον ηλιοστάλακτον θρό­νον της αγιότητος, κ’ η βαρετά μυρουδιά της ακολασίας σκεπάσθηκε από την πάντερπνον οσμήν της πνευματικής ευωδίας. Πολλοί αρχαίοι μιλήσανε για τη ματαιότητα του κόσμου, αλλά κανένας δε την πίστεψε αληθινά, ώστε να την αφήσει, εκτός από τον Διογένη, που κι αυτός καμώθηκε ψεύτικα πως την σιχάθηκε, μόνο και μόνο για να θρέψει τη ματαιοδοξία του. Κ’ έγινε «κύων», δηλαδή χειρότερος απ’ ό,τι ήτανε.

Και βέβαια ένας αρχαίος που είχε για Θεούς όλα τα πάθη της σαρκός ή τη λογική του, πως θα μπορούσε να χωρισθεί από τη ματαιότητα του κόσμου που αυτή ήτανε η ίδια η θρησκεία του ; Και να καταφύγει που; Στην έρημο; Πως να την υποφέρει χωρίς ταπείνωση, χωρίς ελπίδα ; Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος έλεγε πως οι εθνικοί, οι ειδωλολάτρες, ήτανε «οι μη έχοντες ελπίδα». Ενώ στο Βυζάντιο ο βασιλιάς κατέβαινε από τον θρόνο και πήγαινε στην έρημο ντυ­μένος παληόρασα από γιδότριχα και χαιρότανε γιατί «ηλευθερώθη από της δουλείας της φθοράς». Κ’ η έρημος «εξήνθησεν ωσεί κρίνον». Γιατί «τοις ερημικοίς ζωή μακαρία εστί, θεϊκώ έρωτι πτερουμένοις».

Όλα αυτά τα «καινά και αλλόκοτα» γινήκανε, γιατί η πίστη μετατόπισε τον άνθρωπο και τους πόθους του από εκεί που βρισκόντανε πριν να φανερωθεί το Ευαγγέλιο. Οι αρχαίοι Έλληνες με όλη τη δύναμη και την λεπτή λειτουργία του μυαλού τους, και μ’ όλη την ευαισθησία τους δεν μπορέσανε να δούνε καθαρά πέρα από τα τείχη της επίγειας πολιτείας, γιατί δεν είχε έρθει ακόμα Εκείνος που είπε στους ανθρώπους: «Εγώ ήλθα στον κόσμο για να δούνε όσοι δεν βλέπουνε. Χωρίς εμένα δεν ειμπορείτε να κάνετε τίποτα».

 Γι’ αυτό οι αρχαίοι είχανε κάποια θολή ιδέα για τον Θεό και για μιαν άλλη ζωή. Στις ψυχές του Βυζαντίου η θρησκεία του Χριστού έφερνε την αληθινή πίστη, κ’ η μέλλουσα ζωή ήτανε καθαρή μπροστά τους κ’ ολοένα τα μάτια τους είναι γυρισμένα κατά εκείνη την Άνω Ιερουσαλήμ. Και όσα θαυμαστά έργα κάνανε με τις τέ­χνες, κι όσες γιορτές πανηγυρίζανε, όλα ήτανε απλή προδιατύπωση της μέλλουσας μακαριότητος. Ο άνθρωπος κ’ οι ελπίδες του τραβούσανε με βεβαιότητα προς την αιωνιότητα.

Το Βυζάντιο το σκέπαζε εκείνη η φωτεινή νεφέλη που σκέπασε τους τρεις αποστόλους κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ. Η αγιότης, η οσιότης, η μακαριότης γινήκανε πραγματικότητες της ζωής, δεν ήτανε όπως πριν κάποια ηθικά σύμβολα.

Και οι λέξεις της Ελληνικής γλώσσας καθαγιασθήκανε κι αυτές από τα άγια νοήματα που εκφράζανε και πήρανε κάποια σημασία που δεν είχανε, σημασία μυστική, βαθειά, πνευματική. Ο άνθρωπος έγινε πιο εσωτερικός, κατέβηκε στον βυθό του εαυτού του, «έγνω εαυτόν» όχι όπως ήθελε η αρχαία φιλοσοφία με το ερευνητικό ψάξιμο των εγκάτων του, αλλά με τον θείον έρωτα που του έλεγε : «Υμείς ναός του Πνεύματός έστε».

 Με την τα­πείνωση έγινε πιο ευαίσθητος στον ψυχικό πόνο και στη συντριβή της καρδιάς, και βρήκε τη λύτρωση της συγγνώμης και της μετάνοιας. Δεν στέκεται πια σαν εγωιστής, ανδριάντας ασάλευτος και αυθάδης, αλλά πέφτει και σηκώνεται ολοένα. Ο άρχοντας καλογερεύει και γίνεται υποτακτικός του δούλου του, η πόρνη ξαναστολίζεται με τα άνθη της παρθενίας, ο δήμιος γονατίζει και ασπάζεται τα πόδια εκείνου που βασάνιζε.

Το Βυζάντιο είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι μέσα στο οποίο πέσανε και λυώσανε μυριάδες ψυχές, σαν λογής-λογής μεταλλεύματα, λογής λογής έθνη, κι από εκεί βγήκε χρυσάφι λαμπερό, μαζί με μαύρη σκουριά.

Αυτό το μάλαμα είναι το πιο καθαρό από κάθε χρυσάφι που βγήκε από χωνευτήρι. Κι απ’ αυτό γίνηκε η Επτάφωτος λυχνία που θα φωτίζει τον κόσμο στον αιώνα του αιώνος.

Φώτης Κόντογλους

 

 

«ΚΙΒΩΤΟΣ» ΕΠΙΣΤΑΣΙΑ Φ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ-Β.ΜΟΥΣΤΑΚΗ – ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΛ. & Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΕΤΟΣ Γ’ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1954 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛ. 35 – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

https://www.entaksis.gr/%cf%84%ce%bf-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%ce%bd/