Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

«Τό χρέος μας ἔναντι τῶν προσφύγων καί μεταναστῶν»

Τοῦ πρεσβυτέρου π. Ἀθανασίου Μηνᾶ

Ἐάν θέλουμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι, στήν ἐποχή αὐτή τῆς μετακίνησης λαῶν καί ἐθνῶν θά παρατηρήσουμε ὅτι στούς ἔχοντας τήν ἀνάγκη μας ἐμπερίστατους προσφέρουμε τήν μισή βοήθεια λέγοντάς τους τήν μισή ἀλήθεια, κρύβοντες ἀπ’αὐτούς τήν ἀξίωση τοῦ Χριστοῦ, πού λέει: «γίνεσθε τέλειοι, γίνεσθε ἅγιοι». Καί ἐξηγοῦμε: κατά τό καλῶς νοούμενον συμφέρον, ὅσοι σήμερα ἀσχολούμαστε μέ πρόσφυγες ἤ λαθρομετανάστες προσ­φέροντας κατά τό δυνατόν ἰατροφαρμακευτική περίθαλψη, στέγη, τροφή καί ἔνδυμα, τήν ἴδια ὥρα σιωποῦμε τελείως ἤ προσφέρουμε ἐλάχιστα καί πλημμελῶς τήν θεϊκή τροφή, πού εἶναι ὁ λόγος τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ: «δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», ὥστε νά ξαλαφρώσουν πραγματικά οἱ ψυχές ἀπό τόν πόνο καί τήν ἀγωνία τοῦ ξεριζωμοῦ, ἀφήνοντάς τους στήν πλάνη, στόν φανατισμό, στήν ἀλληλοεξόντωση καί στήν ἄγνοια σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν προσωπική τους αἰώνια σωτηρία, τήν χαρά καί ἀνάπαυση, μέ ἀποτέλεσμα ὁρατές τραγικές συνέπειες γιά ὅλους.

Αὐτήν ὅλην τήν ἀδιαφορίαν στά πνευματικά τήν ἑρμηνεύουμε ὡς μή ὤφειλε σάν δῆθεν κτύπημα στό ρατσισμό, σάν δῆθεν ἐνδιαφέρον γι’αὐτούς, ἐνῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πολλοί ἀπό ἐμᾶς εἴτε δέν ἔχουμε γνωρίσει τόν Χριστό ἀληθινά καί δέν ἔχουμε γευθεῖ τήν χρηστότητα τοῦ Κυρίου, εἴτε φοβόμαστε γιά τήν ζωή μας. Ἄν χρειαστεῖ νά πεθάνουμε, τουλάχιστον ὁ θάνατός μας ἄς γίνει εὐεργεσία γιά ὅλους αὐτούς πού ὑποφέρουν. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός καταδικάζει τήν δειλία: «τοῖς δὲ δειλοῖς καὶ ἀπίστοις καὶ ἐβδελυγμένοις καὶ φονεῦσι καὶ πόρνοις καὶ φαρμακοῖς καὶ εἰδωλολάτραις καὶ πᾶσι τοῖς ψευδέσι τὸ μέρος αὐτῶν ἐν τῇ λίμνῃ τῇ καιομένῃ ἐν πυρὶ καὶ θείῳ, ὅ ἐστιν ὁ θάνατος ὁ δεύτερος». Ἑπομένως, στήν προσφορά αὐτή πρός τούς πάσχοντας, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί», ὑστεροῦμε ὄχι τόσο στήν τροφή καί στό ἔνδυμα ὅσο στήν διδασκαλία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι ἡ ἐντολή δέν ὁλοκληρώνεται ἐκ μέρους μας μέ πίστη, ὑπομονή καί ἐλπίδα, ὥστε νά θερίσουμε ὅλοι ἀγαθούς καρπούς.

Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές ἀντιγράφουμε, ἀπό τό βιβλίο «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», πῶς ἐκφράζεται ἡ αὐθεντική ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μέσῳ τῶν Ἁγίων Του, καί ἐν προκειμένῳ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, καί ποιό θά ἔπρεπε νά εἶναι τό ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον μας γιά τίς τύχες αὐτῶν τῶν πονεμένων καί ἐμπερίστατων ἀνθρώπων, πού κατά ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐσκεμμένα ἐκδιώκονται βιαίως ἀπό τίς πατρίδες τους, μέ ἄτιμο τρόπο, γιά νά θεραπεύσουν στή συνέχεια οἱ ἀσεβεῖς τίς δικές τους ἀτιμίες καί τήν ἀθεράπευτη ἀσθένεια τῆς ψυχῆς τους τήν φιλαργυρία, ἥτις ἐστιν εἰδωλολατρία, μέ βάρβαρη ἐκμετάλλευση ψυχῶν καί σωμάτων:

“Τόν Μάϊο τοῦ 1989 ὁ Πατήρ Παΐσιος ἔκανε μία δεύτερη -μεγαλύτερη αὐτήν τήν φορά- περιοδεία στά Πομακοχώρια τῆς Θράκης… Σέ κάθε σπίτι πού πήγαινε μαζεύονταν καί ὅλοι οἱ γείτονες -ἀλλοῦ τριάντα, ἀλλοῦ πενῆντα μουσουλμάνοι-, γιά νά ἀκούσουν κάτι ἀπό τό στόμα του. Τούς ἔλεγε περίπου τά ἑξῆς: «Ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ ὅλους. Καί ἐσεῖς εἶστε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Ἕνας Μουσουλμάνος πού θά γίνη Χριστιανός μπορεῖ νά σωθῆ πιό εὔκολα ἀπό ἕναν πού ἦταν Χριστιανός ἀπό μικρός, γιατί ὁ Μουσουλμάνος δέν ξέρει τίποτε καί ἔρχεται στήν Ὀρθοδοξία καί τά μαθαίνει ὅλα ἀπό τήν ἀρχή, καί γίνεται καλύτερος. Ἐσεῖς, ἐάν ὁμολογήσετε τόν Χριστό, θά εἶστε σέ καλύτερη θέση ἀπό ἐμᾶς, γιατί ἐμεῖς τά ξέρουμε ὅλα καί δυστυχῶς δέν τά ἐφαρμόζουμε». Καθώς περπατοῦσε στά δρομάκια τῶν χωριῶν, ὁ κόσμος μαζευόταν γύρω του, κι ἐκεῖνος τούς κοίταζε μέ βλέμμα σπλαγχνικό, μοίραζε καραμέλες στά παιδάκια καί συζητοῦσε μέ ὅλους.

Μία Μουσουλμάνα, πού εἶχε ἀποφασίσει νά βαπτισθῆ Χριστιανή, τόν πλησίασε καί τόν ρώτησε: «Ἐγώ δέν ξέρω τίποτα. Τί νά λέω στήν προσευχή μου;». «Τί ξέρεις νά λές;» , τήν ρώτησε. «Ξέρω νά λέω “Κύριε ἐλέησον”», ἀπάντησε ἡ γυναίκα. «Αὐτό νά λές συνέχεια», τήν συμβούλεψε ὁ Ὅσιος.

Πῆγαν καί στό σπίτι μιᾶς δαιμονισμένης Μουσουλμάνας πού, μόλις εἶδε τόν Γέροντα, τόν πλησίασε καί μέ ὕφος ὑπεροπτικό τοῦ εἶπε: «Ἔχω δαιμόνια ἐγώ». «Καλά, καλά», τῆς εἶπε ὁ Ὅσιος καί μπῆκε μαζί της στό σπίτι, παίρνοντας καί ἕναν ἀπό τούς Πομάκους συνοδούς του. «Θέλεις νά γίνης καλά;» τήν ρώτησε. «Ναί», ἀπάντησε ἡ γυναίκα. Ἔβγαλε τότε τόν ξύλινο Σταυρό του καί, ψιθυρίζοντας τήν εὐχή, πῆγε νά τόν ἀκουμπήση στό μέτωπό της. Ἐκείνη τινάχθηκε ἀπότομα καί ἔσπρωξε τόν Ὅσιο μέ δύναμη. «Τό ταγκαλάκι εἶναι πολύ δυνατό», εἶπε ἐκεῖνος στόν Πομάκο, «πρέπει νά τήν συγκρατήσουμε». Κατάφεραν νά τήν ἀκινητοποιήσουν, καί ὁ Ὅσιος τήν σταύρωσε δύο φορές στό μέτωπο. Τότε ἡ γυναίκα ἔπεσε κάτω καί ἄρχισε νά φωνάζη: «Φύγετε, δέν σᾶς θέλω!». Ἀπό τό στόμα της ἔβγαιναν ἀφροί καί ἀφόρητη δυσωδία. Ὁ Πομάκος φοβήθηκε, ἀλλά ὁ Ὅσιος τόν καθησύχασε: «Βγαίνει, μή φοβᾶσαι. Πές της νά τόν διώξη». Μόλις ἐκείνη εἶπε: «Φύγε, σατανᾶ!», ὁ Ὅσιος ἀκούμπησε γιά τρίτη φορά τόν Σταυρό στό μέτωπό της. Τότε εἶδαν ἕνα δαιμόνιο νά φεύγη σάν μαῦρος σκύλος καί νά ἀφήνη τήν γυναίκα λιπόθυμη. Μόλις συνῆλθε, τούς εἶπε: «Δέν ἔχω μέσα μου τό βάρος πού εἶχα, ἀλλά καίγομαι. Μιά φωτιά βγῆκε ἀπό μέσα μου καί μέ ἔκαψε». Ἔπειτα ἡ γυναίκα στράφηκε στόν Πομάκο καί τόν ρώτησε στήν γλῶσσα της: «Πόσα χρήματα θά πληρώσω στόν παπά; Πήγαινα σέ μάγους καί χοτζάδες, καί μοῦ ἔπαιρναν πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές. Τώρα πόσα θά δώσω; Ἑκατόν πενῆντα χιλιάδες ἔχω. Φθάνουν;». Ὁ Πατήρ Παΐσιος κατάλαβε τί ἔλεγε καί εἶπε: «Πές της νά δώση μία εὐχή στόν καλόγερο, νά τόν δεχθῆ ὁ Θεός σέ μία ἀκρούλα στόν Παράδεισο». «Δέν θέλει χρήματα», εἶπε ὁ Πομάκος στήν γυναίκα. «Μόνον νά τοῦ πῆς νά ἔχη καλόν Παράδεισο».

Ὅταν βγῆκαν στήν αὐλή, ὅλοι ἔμειναν ἔκπληκτοι βλέποντας τήν γυναίκα τόσο ἀλλαγμένη. Τό πρόσωπό της δέν ἦταν πλέον ἀγριεμένο ἀλλά ἤρεμο. Κοίταζε τόν Πατέρα Παΐσιο μέ εὐγνωμοσύνη καί τόν ρωτοῦσε: «Τί νά κάνω τώρα; Τί νά κάνω;». «Νά διαβάζης τό Εὐαγγέλιο», τῆς εἶπε, «καί νά μή κοιτάζης φλιτζάνια, οὔτε νά λές τήν μοῖρα. Νά προσπαθῆς νά δουλεύης ὅσο περισσότερο μπορεῖς. Μέ τήν ἐργασία θά ξεκόψης ἀπό αὐτά. Ἅμα δέν δουλεύης καί ἀρχίσης πάλι τά ἴδια, θά τό ξαναπάθης».

Στούς συνοδούς του ὅμως ὁ Ὅσιος εἶπε: «Ἄν δέν βάλη τόν Σταυρό ἐπάνω της (δηλαδή ἄν δέν βαπτισθῆ), δέν πρόκειται νά γίνη καλά»”.