Νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται· συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου. Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; εὐχαριστῷ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν· ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοΐ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας. (Ρωμ. 7, 17-25)
Μετάφραση: Τώρα δεν πράττω εγώ το κακό, αλλά η αμαρτία, η οποία κατοικεί μέσα μου και με εξουσιάζει. Διότι γνωρίζω καλά ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή στην διεφθαρμένη ανθρώπινη φύση, το αγαθό· αυτό φαίνεται καθαρά και εκ του γεγονότος, ότι το να θέλω μεν το καλό είναι τούτο κοντά μου, το να πραγματοποιώ όμως το καλό δεν το βρίσκω κοντά μου και εύκολο. Διότι δεν πράττω το αγαθό, το οποίο εσωτερικώς με όλη μου τη θέληση επιθυμώ, αλλά το κακό, που δεν θέλω, αυτό πράττω. Εάν δε εγώ πράττω το κακό, που στην πραγματικότητα δεν το θέλω, αυτό σημαίνει ότι δεν το πραγματοποιώ πλέον εγώ, αλλ' η αμαρτία, που κατοικεί μέσα μου και η οποία με έχει κάνει δούλο της. Άρα βρίσκω το Νόμο του Θεού βοηθό και σύμφωνο με τη θέλησή μου, η οποία και θέλει να πράττω το καλό. Δεν μπορώ όμως να τηρήσω αυτόν, διότι υπάρχει κοντά μου και εντός μου το κακό, η δύναμη της αμαρτίας. Διότι ευχαριστούμαι και ευφραίνομαι στο νόμο του Θεού με όλη μου τη ψυχή, την καρδιά και το νου. Βλέπω όμως να κυριαρχεί στα μέλη μου άλλος νόμος, η δύναμη της αμαρτίας, που αντιστρατεύεται και μάχεται όσα ο νους μου και η συνείδησή μου υποδεικνύουν ως ορθά, και με υποδουλώνει στον νόμο της αμαρτίας, ο οποίος κυριαρχεί στην αμαρτωλή ανθρώπινή μου φύση. Δυστυχισμένος και ταλαιπωρημένος εγώ άνθρωπος! Ποιός θα με ελευθερώσει και θα με γλυτώσει από το σώμα αυτό, μέσα στο οποίο κυριαρχεί η αμαρτία και δια της αμαρτίας ο θάνατος; Ευχαριστώ τον Θεό, ο οποίος με ελευθέρωσε και με έσωσε δια του Ιησού Χριστού, του Κυρίου ημών. Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι εγώ δουλεύω σε δύο κυρίους· με τον νου και τη συνείδηση δουλεύω στο νόμο του Θεού, με τα μέλη όμως της σαρκός μου δουλεύω στο νόμο της αμαρτίας.