«Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄν καὶ ἦταν Θεὸς, κένωσε τὸν ἑαυτό του λαμβάνοντας μορφὴ δούλου γενόμενος ὅμοιος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους».
(Φιλ. β΄5-7)
Καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Τὸ "ἐνανθρωπήσαντα", μπῆκε στὸ Σύμβολο καὶ ἐναντίον τῶν βλασφήμων ποὺ λένε ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἔλαβε ψυχή, καὶ φλυαροῦν ὅτι ἀντὶ γιὰ ψυχὴ ἦταν ἀρκετὴ σ΄ Αὐτὸν ἡ θεότητα. Ἀλλὰ ἐάν, δὲν προσέλαβε μαζὶ μὲ τὸ σῶμα καὶ νοερὴ ψυχή, δὲν λάβαμε τὴν ἀφθαρσία οὔτε ἀνακαινισθήκαμε ὁλόκληροι καὶ μένουμε ἀθεράπευτοι. Ὅμως αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε εἶναι ὅτι, ὅπως ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας πλασθήκαμε ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ διπλοὶ καὶ πήραμε σῶμα μαζὶ καὶ ψυχή, παρομοίως ἀναπλασθήκαμε στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Λόγο, ὁ Ὁποῖος ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, μὲ σῶμα καὶ ψυχή.
Ἁγίου Συμεὼν Θεσσαλονίκης
