Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Περὶ ἀοργησίας

 ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:

«Πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ’ ὑμῶν σὺν πάσῃ κακίᾳ. Γίνεσθε δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ὑμῖν» (Ἐφεσ. δ΄ 30, 31). (: Κάθε ἐσωτερικὴ δυσαρέσκεια καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ παράφορος κραυγὴ καὶ ὕβρις κατὰ τοῦ πλησίον ἂς σηκωθῇ καὶ ἂς ἐξορισθῇ μακρὰν ἀπὸ σᾶς, καθὼς καὶ κάθε κακεντρέχεια. Γίνεσθε ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον εὐεργετικοί, μὲ πονετικὴν καρδίαν, συγχωρούμενοι μεταξύ σας καθὼς καὶ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Χριστοῦ σᾶς συνεχώρησε).

Ὄχι λοιπόν, ὄχι ὀργή. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ Χρυσορρήμων Ἅγιος Ἰωάννης στὴν Δ΄ Ὁμιλία του «ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ».

«Ὅταν σὲ λυπήση ἕνας φίλος, ἢ σὲ ἐξοργίση κάποιος ἀπ’ τοὺς συγγενεῖς, σκέψου τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανες στὸ Θεὸ κι ὅτι μὲ τὴν ἐπιείκειά σου πρὸς ἐκεῖνον κάνεις τὸ δικαστήριο ἐκεῖνο πιὸ ἐπιεικὲς ἐναντίον σου, ἀφοῦ λέγει: «Συγχωρεῖστε καὶ θὰ συγχωρηθεῖτε» (Λουκ. 6, 37), κι ἀμέσως θὰ φύγη τὸ πάθος. Ἐπιπλέον σκέψου καὶ τοῦτο, ἂν ποτὲ ἐξαγριωθῆς καὶ συνεκράτησες τὸν ἑαυτό σου, κι ἂν ἄλλοτε παρασύρθηκες ἀπ’ τὸ πάθος. Σύγκρινε καὶ τὶς δύο περιπτώσεις καὶ θὰ διορθωθῆς πολὺ ἀπ’ αὐτό».

Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος συμβουλεύει:

– «Ὀργὴ σημαίνει νὰ διατηρῆς συνεχῶς μέσα σου κάποιο μῖσος, νὰ ἐνθυμῆσαι δηλαδὴ τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔγινε. Ὄργη σημαίνει νὰ ἐπιθυμῆς νὰ ἐκδικηθῆς αὐτὸν ποὺ σὲ παρώξυνε.

– Θυμὸς σημαίνει εὐμετάβλητη καὶ εὐέξαπτη συμπεριφορὰ καὶ ἀσχημοσύνη τῆς ψυχῆς.

– Μία ἀπότομη κίνησις ἑνὸς μύλου μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ νὰ συντρίψη περισσότερο καρπὸ καὶ σιτάρι τῆς ψυχῆς ἀπ’ ὅ,τι ἡ σιγανὴ κίνησις ἑνὸς ἄλλου μύλου μία ὁλόκληρη ἡμέρα.

– Ἕνα ἀπότομο φούντωμα τῆς φωτιᾶς ἀπὸ σφοδρὸ ἄνεμο μπορεῖ νὰ κάψη καὶ νὰ ἀφανίση τὸν ἀγρὸ τῆς καρδιᾶς περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἡ μικρὴ φωτιὰ ποὺ καίει ἀργά.

  • Ὁ Ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντὸνσκ μᾶς λέγει:

«Τὸ μῖσος εἶναι μία μακροχρόνια ὀργή: ὅταν ἡ ὀργὴ δὲν ὑποχωρήση γρήγορα, μεταβάλλεται σὲ μῖσος. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος μᾶς συμβουλεύει καὶ μᾶς προτρέπει νὰ διώχνουμε τὴν ὀργὴ πολὺ γρήγορα: «Ἡ δύση τοῦ ἥλιου ἂς μὴ σᾶς βρίσκη ἀκόμα ὀργισμένους. Μὴ δίνετε μὲ τὴ συμπεριφορά σας χῶρο νὰ δρᾶ ὁ διάβολος» (Ἐφ. 4: 26 – 27)…

Εἶναι ἄθλιο καὶ ἀνόητο τὸ ἁμάρτημα τοῦ μίσους. Τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα, ἐπιτέλους, δίνουν κάποια εὐχαρίστηση σ’ αὐτὸν ποὺ τὰ κάνει. Ὁ κλέφτης κλέβει γιὰ ν’ ἀποκτήση ὅ,τι ἐπιθυμεῖ. Ὁ φιλήδονος πορνεύει γιὰ νὰ ἱκανοποιήση τὴ σάρκα του. Ἀλλὰ ἐκεῖ­νος ποὺ μισεῖ δὲν ἔχει τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ἁμαρτάνει καὶ αὐτοβασανίζεται, παρανομεῖ καὶ λιώνει, ἐκδικεῖται καὶ ὑποφέρει ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν ἐκδίκηση. Τὸ μῖσος του εἶναι ἡ τιμωρία του καὶ ὁ βασανισμός του.

Ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ κοίταζε κανεὶς μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μισεῖ, δὲν θὰ ἔβλεπε τίποτ’ ἄλλο παρὰ τὰ ἴδια τὰ βασανιστήρια τοῦ ᾅδη. Ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ γιατί μαραζώνουν ὅσοι μισοῦν. Τὸ μῖσος σὰν δηλητήριο τοὺς κατατρώει».

  • Στὸ Γεροντικό διαβάζουμε:

α. Διηγήθηκε ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης, ὅτι ὁ Ἀββᾶς Ἀνοὺβ καὶ ὁ Ἀββᾶς Ποιμὴν καὶ οἱ λοιποὶ ἀδελφοί τους, τέκνα ὄντας μιᾶς μητέρας, ἔγιναν μοναχοὶ στὴ Σκήτη. Καὶ ὅταν ἦλθαν οἱ Μάζικοι καὶ τὴν ἐρήμωσαν γιὰ πρώτη φορά, ἔφυγαν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πῆγαν σ’ ἕνα τόπο, ὅπου τὸν ἔλεγαν Τερενοῦθι, ἕως ὅτου ἐξετάσουν πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ μείνουν. Καὶ ἔμειναν ἐκεῖ, σὲ παλαιὸ ἱερό, λίγες μέρες. Εἶπε δὲ ὁ Ἀββᾶς Ἀνοὺβ στὸν Ἀββᾶ Ποιμένα: «Κάμε μου τὴ χάρη, σὺ καὶ οἱ ἀδελφοί σου, ὁ καθένας ἂς ἡσυχάση μόνος του καὶ ἂς μὴ συναντηθοῦμε μεταξὺ μας αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα». Καὶ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν: «Ὅπως θέλεις θὰ κάμουμε». Καὶ ἔκαμαν ἔτσι. Βρισκόταν δὲ ἐκεῖ, στὸ ἱερὸ αὐτό, ἕνα λίθιvo ἄγαλμα. Καὶ σηκωνόταν ὁ Ἀββᾶς Ἀνοὺβ κάθε πρωὶ καὶ πετροβολοῦσε τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγάλματος. Τὸ δὲ βράδυ τοῦ ἔλεγε: «Συγχώρεσέ με». Καὶ πέρασε τὴν ἑβδομάδα, ἔτσι κάνοντας. Τὸ Σάββατο, συν­αντήθηκαν μεταξύ τους. Καὶ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ποιμὴν στὸν Ἀββᾶ Ἀνούβ: «Σὲ εἶδα, Ἀββᾶ, αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα, νὰ λιθοβολῆς τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγάλματος καὶ πάλι μετάνοια νὰ τοῦ βάνης. Κάνει τέτοια πράγματα πιστὸς ἄνθρωπος;». Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ γέρων: «Καὶ αὐτὸ γιὰ σᾶς τὸ ἔπραξα. Ὅταν μὲ εἴδατε νὰ λιθοβολῶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγάλματος, μίλησε καθόλου ἤ ὠργίσθηκε;». Καὶ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν: «ὄχι». «Καὶ πάλι, ὅταν τοῦ ἔβαλα μετάνοια, μήπως ταράχθηκε καὶ εἶπε: «Δὲν σὲ συγχωρῶ;». Καὶ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν: «ὄχι». Καὶ λέγει τότε ὁ γέρων: «Καὶ ἐμεῖς λοιπὸν ἑφτὰ ἀδελφοὶ εἴμαστε. “Ἄν θέλετε νὰ μείνουμε μαζί, ἂς γίνουμε σὰν τὸ ἄγαλμα ἐκεῖνο, ὅπου εἴτε ὑβρισθῆ εἴτε δοξασθῆ, δὲν ταράζεται. Καὶ ἂν δὲν θέλετε νὰ γίνη ἔτσι, νά, τέσσερις πύλες εἶναι στὸ ἱερό, ὁ καθένας ὅπου θέλει ἂς φύγη». Καὶ ἔπεσαν στὸ ἔδαφος, λέγοντας στὸν Ἀββᾶ Ἀνούβ: «Θὰ κάμουμε ὅπως θέλεις, πάτερ, καὶ θὰ συμμορφωθοῦμε στὰ λόγια σου». Εἶπε δὲ ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν: «Ἐμείναμε μαζὶ ὅλο μας τὸν καιρό, κάνοντας ὅπως μᾶς εἶπε ὁ γέρων. Ἐκεῖνος ὥρισε ἕνα ἀπὸ μᾶς ὡς οἰκονόμο. Καὶ καθετὶ ὅπου μᾶς παρέθετε, τρώγαμε. Καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ πῆ κάποιος ἀπὸ μᾶς: Φέρε μας κάτι ἄλλο. Ἤ νὰ πῆ: Δὲν θέλω νὰ τὸ φάω αὐτό. Καὶ περνούσαμε ὅλο τὸν καιρό μας μὲ ἀνάπαυση καὶ εἰρήνη».