Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

Οι άνθρωποι δεν θέλουν να μετανοήσουν

 

Οι πρωτόπλαστοι δεν τήρησαν την εντολή του Θεού και εξέπεσαν. Η πτώση τους έφερε σε δύσκολη θέση. Έσπευσαν αμέσως να κρύψουν τον εαυτό τους και το παράπτωμά τους από τον Θεό. Και όταν ο Θεός έφερε σε φως εκείνο το οποίο αυτοί προσπάθησαν να αποκρύψουν, τότε ολίσθησαν σε μεγαλύτερο παράπτωμα.

Και πριν προχωρήσω, θα ήθελα σ’ αυτό το σημείο να προσθέσω μερικά, που νομίζω ότι είναι απαραίτητα.

Όταν έπεσαν, όταν αμάρτησαν οι πρωτόπλαστοι, θα μπορούσαν να αντιδράσουν με έναν από τους εξής τρεις τρόπους.

Να συναισθανθούν ότι αμάρτησαν, να μετανοήσουν και να ζητήσουν συγγνώμη από τον Θεό, να πουν ήμαρτον. Όπως λένε οι πατέρες, θα τους συγχωρούσε ο Θεός, και θα έμεναν στον παράδεισο. Δεν το έκαναν αυτό, που ήταν το καλύτερο ή, μάλλον, που ήταν το μόνο καλό.

Ο δεύτερος τρόπος ήταν ακριβώς αυτό που έκαναν εκείνοι. Δηλαδή, συναισθάνθηκαν τι κακό έγινε και γι’ αυτό κρύφτηκαν, αλλά, όταν τους κάλεσε ο Θεός, αντί να μετανοήσουν, δικαιολογήθηκαν. Όπως διαβάζουμε στην αγία Γραφή, ο Αδάμ για την αμαρτία τους δικαιολόγησε τον εαυτό του ρίχνοντας το φταίξιμο στην Εύα, και η Εύα δικαιολόγησε τον εαυτό της ρίχνοντας το φταίξιμο στον όφι (Γεν. 3:1-13).

Ο τρίτος τρόπος ήταν να αδιαφορήσουν, να μην τους νοιάζει και πολύ που έπεσαν, που δεν υπακούουν πλέον στον Θεό – και κατά κάποιον τρόπο υπακούουν στον εαυτό τους – και αρχίζουν μια καινούργια ζωή. Αυτό δηλαδή που παθαίνει ο σημερινός άνθρωπος. Με τον τρίτο αυτόν τρόπο θα ήταν μάλλον αδύνατον να αντιδράσουν οι πρωτόπλαστοι, που γνώριζαν πρώτη φορά την κατάσταση της αμαρτίας.

Και θα παρακαλούσα αυτό το σημείο να το προσέξουμε. Ο σημερινός άνθρωπος δεν είναι ότι αμαρτάνει και δεν μετανοεί. Ο σημερινός άνθρωπος δεν αισθάνεται καν ότι αμαρτάνει. Και καταβάλλεται μια προσπάθεια σε παγκόσμια κλίμακα να μην υπάρχει καν η έννοια της αμαρτίας. Ούτε λόγος να γίνεται ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε αμαρτία, ότι η ανθρωπότητα δεν είναι εντάξει με τον Θεό, ότι πρέπει να το συναισθανθεί αυτό, να μετανοήσει και να επιστρέψει στον Θεό.

Εάν προσέξουμε την καθημερινή μας ζωή, θα δούμε ότι λίγο πολύ σε όλους υπάρχει η τάση αυτή: όχι απλώς να αμαρτάνουν, αλλά, ει δυνατόν, να αθωώνουν τον εαυτό τους, ει δυνατόν, να μην αισθάνονται ενοχή, να μην αισθάνονται τύψεις, και πολλές φορές μάλιστα να κάνει κανείς την αμαρτία και να νομίζει ότι κάνει και θεάρεστο έργο.

Μετά από αυτή τη συμπλήρωση, να προχωρήσω.

Οι πρωτόπλαστοι λοιπόν δικαιολογήθηκαν και έτσι ολίσθησαν σε μεγαλύτερο παράπτωμα. Ο Θεός ήλθε μάλλον με διαθέσεις να τους συγχωρήσει, εάν ομολογούσαν την αμαρτία τους με ειλικρινή μετάνοια. Πλην όμως αυτοί δικαιολογήθηκαν. Και ίσως απώλεσαν τον παράδεισο όχι τόσο για την πτώση τους, όσο για το ότι δεν μετενόησαν.

Αν έλεγε αυτή τη μια λέξη – το ήμαρτον – με συναίσθηση ο Αδάμ, θα γλίτωνε από όλα τα βάσανα που ακολούθησαν, και που είναι και δικά μας βάσανα. Και βέβαια, σ’ αυτή την περίπτωση όλοι σκεπτόμαστε: «Τι κακό μας έκανε ο Αδάμ!» Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ο Αδάμ θα δοκιμαζόταν, αλλά, καθώς θα ερχόμασταν κι εμείς στην ύπαρξη, ένας-ένας θα δοκιμαζόμασταν όλοι μας. Τι θα κάναμε;

Τώρα που ήλθε ο Χριστός και μας έσωσε – πραγματικά μας έσωσε από την αμαρτία – πόσοι από μας μένουμε πιστοί στο θέλημά του; Ή, όταν αμαρτάνουμε, πόσοι από μας αμέσως λέμε το ήμαρτον, αμέσως εξομολογούμαστε την αμαρτία, αμέσως μετανοούμε, αμέσως επιστρέφουμε στον Θεό εξ όλης καρδίας; Λίγο πολύ όλοι, εκτός από εξαιρέσεις, αντί να κάνουμε αυτό, προσπαθούμε να δικαιολογηθούμε.

Εδώ έχει την πηγή και την αιτία του το δράμα όλων των ανθρώπων: στην ανταρσία και στην απομάκρυνσή τους από τον Θεό. Και το κακό είναι ότι δεν θέλουν να παραδεχθούν το σφάλμα τους, δεν θέλουν να μετανοήσουν. Οτιδήποτε άλλο δεν δυσκολεύονται να το κάνουν· να μετανοήσουν όμως δεν θέλουν. Δεν έχουν καμία διάθεση να μετανοήσουν.

Όλοι μας θα το έχουμε προσέξει αυτό, ότι δεν είναι δύσκολο να κάνουμε μετάνοιες, να κάνουμε προσευχές, να κάνουμε ελεημοσύνες, να δώσουμε και χρήματα, να κάνουμε και πολλά άλλα· αν θέλετε, και θυσίες. Όλα τα άλλα, επειδή είναι έξω από μας, ευχαρίστως τα κάνουμε· δεν δυσκολευόμαστε πολύ.

Για τη μετάνοια δυσκολευόμαστε. Γιατί; Διότι εκείνος ο οποίος θα μετανοήσει, ταπεινώνεται ενώπιον του Θεού. Σ’ αυτόν ισοπεδώνεται το εγώ, παύει να υπάρχει το εγώ, και αυτό είναι που ο άνθρωπος θέλει να ξεφύγει, από το οποίο θέλει να γλιτώσει· και προκειμένου να το γλιτώσει αυτό, ευχαρίστως κάνει πολλά άλλα.

Οι άνθρωποι λοιπόν δεν θέλουν να μετανοήσουν· δεν έχουν καμία διάθεση για μετάνοια. Και αν ακόμη τα πράγματα τους αναγκάσουν να παραδεχθούν το σφάλμα τους, θα προσπαθήσουν να το δικαιολογήσουν με χίλιους δυο τρόπους, για να αθωώσουν τον εαυτό τους.

 Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Αδάμ, πού ει;», Δ’ έκδ., Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2013, σελ. 30.