Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Καθρέπτης της κοινωνίας μας

δαιμονισμεν. ιστΤοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ἡ σημερινὴ περικοπὴ εἶνε εἰ­κόνα τῆς συγχρόνου ἀνθρωπότητος. Διότι οἱ ἐκδηλώσεις τοῦ δυστυχισμένου ποὺ θεράπευσε ὁ Χριστὸς στὴ χώρα τῶν Γαδα­ρηνῶν, τὰ σημάδια ποὺ ἐμφάνιζε ὁ δαιμονιζό­μενος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, τὰ ἴδια αὐ­τὰ σημάδια ἐμφανίζουν σήμερα περισσότερο ἢ λιγώτερο καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας. Ποιές ἦταν οἱ ἐκδηλώσεις τοῦ δαιμονιζομένου;

Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ κατελήφθη ἀπὸ τὸ πονη­ρὸ πνεῦμα, τὸ πρῶτο σημεῖο ποὺ ἐξεδή­λωσε ἦ­ταν – ποιό; Ἀκοῦστε, γυναῖκες καὶ ἄντρες· ὅ­τι ἔσχιζε τὰ ῥοῦχα του κ᾽ ἔβγαινε γυμνός, ὅ­πως τὸν γέννησε ἡ μάνα του, χωρὶς νὰ ντρέπεται.
Τὸ δεύτερο σημεῖο εἶνε, ὅτι δὲν ἔμενε στὸ σπίτι του· λὲς καὶ εἶχαν βελόνες οἱ καρέκλες, λὲς καὶ ἦταν φυλακὴ τὸ σπίτι, ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ, μέρα – νύχτα ἔμενε ἔξω.
Τὸ τρίτο σημάδι. Ἀφοῦ δὲν ἦταν στὸ σπίτι, ποῦ ἔμενε; Στὸ νεκροταφεῖο, στὰ μνήματα, μέσ᾽ στὰ κόκκαλα, τὴ βρωμιὰ καὶ ἀκαθαρσία.
Τὸ τέταρτο, ὅτι τὸν ἔπιαναν, τὸν ἔδεναν μὲ σχοινιὰ καὶ ἁλυσίδες, ἀλλ᾽ ὅπως κ᾽ ἕνα μικρὸ παιδὶ σπάει μιὰ κλωστή, ἔτσι ἔσπαζε τὶς ἁλυσίδες καὶ «ἠλαύνετο» στὶς ἐρημιές (Λουκ. 8,29).
Πέμπτον, ὅτι αὐτὸ τὸ κακὸ ἦταν πολυχρόνιο.
Ἕκτον, ὅτι καμμία δύναμι δὲν μπόρεσε νὰ δαμάσῃ τὸ δαιμόνιο, κι αὐτὸς ἦταν ὁ τρομο­κράτης τῆς περιοχῆς· ἄνθρωπος δὲν τολμοῦ­σε νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ μέρος του. Μία μόνο δύ­ναμις τὸν ἐλευθέρωσε, ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.

* * *

Αὐτές, ἀγαπητοί μου, ἦταν οἱ ἀπαίσιες ἐκδη­λώσεις τοῦ δαιμονιζομένου. Ἀλλὰ οἱ ἴδιες ἐκ­δηλώσεις παρατηροῦνται καὶ σήμερα. Εἶπα, ὅ­τι τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ εἶ­­νε ἡ εἰκόνα τῆς ση­μερινῆς ἀνθρωπότητος. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέ­νε σπουδαῖοι συγγραφεῖς. Μπορεῖ κάποιοι καφ­φενόβιοι, ποὺ δαπα­νοῦν τὸ χρόνο τους παίζον­τας χαρτιά, νὰ εἰρωνεύωνται, ὅτι τὸ Εὐ­αγγέλιο ἦταν γιὰ «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»· ἂς μάθουν λοιπόν, ὅτι τὸ σημε­ρινὸ εὐαγγέλιο τὸ διά­βασε κ᾽ ἕνας μεγάλος ῾Ρῶσος λογοτέχνης, ὁ Ντο­στογιέφσκυ, ἐμπνεύσθηκε ἀπ᾽ αὐτὸ καὶ ἔγραψε τὸ ἔργο «Οἱ δαιμονισμένοι», μετα­φρασμέ­νο καὶ σ᾽ ἄλλες γλῶσσες. Γι᾽ αὐτὸ εἶπα ὅτι τὰ σημάδια τοῦ δαιμονιζομένου τοῦ σημερινοῦ εὐαγγε­λίου, τὰ ἴδια ἔχει καὶ ἡ ἐποχή μας.
Τὸ πρῶτο ἦταν ὅτι ἐκεῖνος ἔσχιζε τὰ ῥοῦ­χα του καὶ περπατοῦσε μὲ ἀναίδεια γυμνός. Καὶ σήμερα ὁ σατανᾶς σφυρίζει στ᾽ αὐτιὰ γυναικῶν ἀλλὰ καὶ ἀνδρῶν καὶ τί λέει· Σκίστε τὰ ροῦχα σας! Καὶ μὲ τὴν προσταγὴ τοῦ δαιμονι­­­κοῦ πνεύματος τῆς μόδας ἡ Ἑλληνίδα, ποὺ τὴν διέκρινε πάντα ἡ ντροπὴ καὶ ἡ σεμνότητα, πετάει τὰ ροῦχα της –πάει καὶ ἡ ὡραία Μακε­δονικὴ στολή– καὶ παρουσιάζεται δημο­σί­ως γυμνή, ξετσίπωτη στὸ δρόμο. Ὁ γυμνισμὸς εἶ­­νε ἐκδήλωσις δαιμονισμοῦ.
Τὸ δεύτερο σημάδι εἶνε ὅτι ὅπως ὁ δαιμο­νιζόμενος ἔτσι καὶ οἱ πολλοὶ σήμερα δὲν μαζεύονται στὸ σπίτι. Ἄλλοτε, στὸν εὐλογημένο τό­πο μας, τὸ σπίτι ἦταν τὸ πιὸ ἀγαπημένο μέρος· ἐκεῖ ζοῦσαν τὶς πιὸ ὄμορφες ὧρες ἄν­τρας γυναίκα καὶ παιδιά· μεσημέρι καὶ βρά­δυ ἦταν ὅλοι στὸ τραπέζι· ὅπως τὰ πουλιὰ γυ­­ρί­ζουν στὴ φωλιά, ἔτσι τὰ παιδιὰ γύρι­ζαν στὸ σπίτι. Τώρα; Πάρτε κιμωλία καὶ γράψτε· τὸ σπίτι –ὑπὸ τὴν ἐ­πήρεια τοῦ δαιμονικοῦ πνεύματος καὶ κατὰ τὰ ἀμερικανι­κὰ καὶ εὐρωπαϊ­κὰ πρότυπα– τὸ σπίτι ἴσον· ξενοδοχεῖο ὕ­πνου καὶ φαγητοῦ. Μόνος τρώει ὁ πατέρας, μόνη ἡ μάνα. Βραδιάζει; τὰ παιδιά, ἀγόρια – κορίτσια, ἀντὶ νὰ μαζεύωνται, βγαίνουν. Γυρίζουν πρωινὲς ὧρες καὶ ποιός τολμάει νὰ τοὺς πῇ λέξι; Μοῦ ἔλεγε φίλος ἀνώ­τερος ἀστυνομι­κός, ὅτι σὲ νυχτερινὴ περιπο­λία εἶ­δε στὴ σκάλα ἑνὸς σπιτιοῦ ν᾽ ἀνέβαιναν στὶς τρεῖς ἡ ὥρα δυὸ κορίτσια καὶ τὶς ὑποδεχόταν ἡ «μαμά», γιατὶ φοβοῦνταν τὸν πατέρα μὴν ἀντιληφθῇ τὴν ἀπουσία τους. Ἡ ἴδια ἡ μάνα προαγωγὸς στὴ διαφθορά!
Τὸ τρίτο σημάδι εἶνε· ποῦ ἀρέσκονται νὰ συχνάζουν; Δὲν ἀγαποῦν σήμερα τὸ σπίτι, ὅ­πως δὲν τὸ ἀγαποῦσε καὶ ὁ δαιμονισμένος. Τί ἀ­γαποῦσε ἐκεῖνος; τὸ νεκροταφεῖο· ποῦ ἀρεσκόταν; στὰ μνήματα. Κοιμᾶται ἕνας λογικὸς ἄνθρωπος στὸ νεκροταφεῖο; Καὶ ὅμως ἐκεῖ­νος κοιμόταν μέσ᾽ στὰ κόκκαλα καὶ τὰ κρανία. Καὶ οἱ νέοι σήμερα ἀντὶ γιὰ τὸ πατρικό τους προτιμοῦν τὰ μνήματα. Καὶ μακάρι νὰ πήγαιναν στὰ μνήματα τῶν παππούδων τους, γιατὶ ἐ­κεῖ θὰ φιλοσοφοῦσαν, «ματαιότητης ματαιο­τήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκλ. 1,2· 12,8). Δὲν πη­γαίνουν ἐκεῖ· σὲ ἄλλα μνήματα πηγαίνουν γε­μᾶτα ἠθικὴ ἀκαθαρσία καὶ ἀποσύνθεσι. Τέτοια μνήματα εἶνε τὰ ποικίλα κέντρα διασκεδά­σεως (ταβέρνες, ντισκοτέκς, οἶκοι ἀνοχῆς, χαρτοπαικτικὲς λέσχες, καζίνο κ.τ.λ.).
Τὸ ἕνα λοιπὸν γυμνισμὸς καὶ ἀδιαντροπιά, τὸ δεύτερο ὅτι ἐγκαταλείψαμε τὴν οἰκογε­νειακὴ ζωή, τὸ τρίτο ὅτι συχνάζουμε σὲ κέν­τρα διασκεδάσεων. Τὸ τέταρτο· ὅπως ἐκεῖ­νος ἔ­σπαζε τὰ δεσμά, κατὰ παρόμοιο τρόπο οἱ ἄν­θρωποι σήμερα σπάζουν δεσμοὺς ποὺ συγ­κρατοῦν σὲ ὑγιᾶ πλαίσια τὴν κοινωνικὴ ζωή. Ἡ κοινωνία ἔ­χει ἱεροὺς δεσμούς. Δὲν εἶ­νε τοῦ παρόντος νὰ τοὺς ἀπαριθμήσω καὶ νὰ τοὺς πα­ρουσιάσω ἐδῶ· εἶνε δεσμὰ ἱερά, ποὺ χωρὶς αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος θὰ ἦ­ταν θηρίο. Ἐξ αὐτῶν ὁ ἁγιώτερος δεσμὸς εἶνε ὁ γάμος. Ὁ γάμος εἶ­νε δεσμά, ὅπως δείχνουν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ συμβολικὴ χειρονομία τὴν ὥρα ποὺ τε­λεῖ­ται στὴν ἐκκλησία τὸ μυστήριο· τὰ ἑνωμένα χέρια τοῦ ζεύγους! εἶνε δεσμὰ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἱερὸς καὶ ἰσόβιος δεσμός, ποὺ δὲν κατώρθωσαν νὰ τὸν θραύσουν αἰῶνες διαφθορᾶς, ὁ δεσμὸς ποὺ τὸν ἁγίασαν πρόγονοί μας, μάρτυρες καὶ ὁμολογηταί, ὁ δεσμὸς αὐτὸς γίνεται κομμάτια μὲ τὰ διαζύγια. Ἦρθε χθὲς στὸ γραφεῖο μου ἕνα ζευγάρι πού, ἐνῷ εἶνε νεόνυμφοι (τὸν Ἰ­ούλιο ἔκαναν τὸ γάμο τους), βρίσκονται κιόλας σὲ διάστασι καὶ ζητοῦν νὰ χωρίσουν! Βρὲ παιδιά, λέω, οὔτε τρεῖς μῆνες δὲν βάσταξε ὁ δεσμός σας;… Ἀφιέρωσα ὥρα πολλὴ προσπα­θώντας νὰ πείσω τὸ ἀντρόγυνο αὐτὸ ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐπανασυνδεθοῦν· στάθηκε ἀ­δύ­νατον. Ὑπάρχει δαιμόνιο, δαιμόνιο φοβερό, ποὺ ὅπως τότε ἔσπαζε ἁλυσίδες, ἔτσι τώρα σπάει τὰ ἱερὰ δεσμὰ ποὺ κρατοῦν τὴν οἰκογένεια.
Πέμπτον εἶνε, ὅτι καὶ σήμερα τὰ πάθη δὲν ἐνοχλοῦν φευγαλέα καὶ στιγμιαῖα· κα­θὼς δὲν συναντοῦν γενναία ἀντίστασι, ἐπανέρχονται, χρονίζουν καὶ γιγαντώνονται.
Τέλος καὶ τὸ ἕκτο σημάδι, ἡ τρομοκρατία ποὺ προκαλεῖ ὁ πονηρός, χαρακτηρίζει τὴν ἐ­ποχή μας. Καὶ σήμερα ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαι­μονικοῦ πνεύματος συχνὰ κυριαρχεῖ τρόμος καὶ ἐγκλήματα πρωτοφανῆ, εἰδεχθῆ, σημειώνονται, καὶ δημιουργοῦν φρίκη σὲ ὅλους.

* * *

Καὶ λοιπόν; ν᾽ ἀπελπιστοῦμε; Ὄχι, ἀγαπητοί μου. Γιατὶ ὑπάρχει, ὅπως εἴδαμε, μία δύναμις ποὺ νικᾷ τὸ κακό. Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ δύναμις; τὸ κράτος; οἱ νόμοι; τὰ δικαστήρια; Καὶ αὐ­τὰ βεβαίως συντελοῦν· δὲν ἀπορρίπτον­ται. Ἀλλ᾽ ὅταν ἡ κοινωνία διαφθαρῇ καὶ ἡ σῆ­ψι φτάσῃ ὣς τὸ κόκκαλο, ὅταν ἐξαντληθοῦν τὰ ἀνθρώπινα μέσα, τότε μόνο μία ἐλπίδα μένει· αὐτὴ ποὺ εἴδαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο.
Ἂν ἤμουν ζωγράφος, θὰ ζωγράφιζα δύο εἰ­κόνες. Στὴ μία εἰκόνα ὁ ἄνθρωπος δαιμονισμένος, μακριὰ ἀ­πὸ τὸ Χριστό· σχίζει τὰ ῥοῦ­χα του, ἐπαναστατεῖ στὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα του· μισεῖ τὴν κοινωνία, τὴν πολιτεία, τοὺς νόμους· σπάει τὰ πάντα καὶ σὰν ἄλογο ἀχαλίνωτο ὁρ­μάει στὸ γκρεμό· ἀπαίσιο θέαμα. Καὶ στὴν ἄλ­λη εἰκόνα, ὁ ἄνθρωπος ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὰ δαιμόνια, κοντὰ στὸ Χριστό. Εἴδατε πῶς τὸν περιγράφει τὸ εὐαγγέλιο; Φόρεσε τὰ ροῦχα του καὶ «ἱματισμένος καὶ σωφρο­νῶν» καθόταν στὰ πόδια τοῦ Κυρίου (Λουκ. 8,35). Μόλις ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα, ἐπέστρεψε στὸ σπίτι καὶ ντύθηκε, τὸ στόμα του δὲν ἔβγαζε πλέον λόγια ἀπρεπῆ, τὰ χέρια του δὲν ἀπειλοῦσαν μὲ λιθάρια τοὺς ἀνθρώπους, δὲν κρατοῦσε ὅπλα νὰ φονεύσῃ· ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος. Τί ῥιζικὴ μεταβολή!
Ὦ Χριστέ, λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, καμμία δύναμι στὸν κόσμο δὲν εἶνε σὰν τὴ δική του. Ἔσὺ παίρνεις τὸν δαιμονισμένο ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ ἄγριο θηρίο τὸν ἐξημερώνεις· παίρνεις τὸ λύκο καὶ τὸν κάνεις ἀρνί, παίρνεις τὸ κορά­κι καὶ τὸ κάνεις περιστέρι, παίρνεις τὴν τίγρι καὶ τὴν κάνεις ἔλαφο. Δόξα τῷ ὀνόματί σου, δόξα τῇ δυνάμει σου!
Πρέπει κανεὶς νά ᾽χῃ χάσει τὰ λογικά του, νά ᾽χῃ ξερριζώσει ἀπὸ μέσα του κάθε αἴσθημα ἀγαθότητος καὶ καλωσύνης, νά ᾽νε πολὺ χυ­δαῖος, γιὰ νὰ μὴ μπορῇ ν᾽ ἀγαπήσῃ τὸ Χριστό.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ἂς γίνῃ, ἀδελφοί μου, ἕνας καθρέπτης, στὸν ὁποῖο ὁ καθένας μας ἂς δῇ τὴν εἰκόνα του. Ἂς πλησιάσῃ καὶ ἂς μιμηθῇ τὸ Χριστό, γιὰ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἔννοια ποὺ ἐννοοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι ὅταν ἔ­λεγαν· «῏Η χαρίεν ἔστ᾽ ἄνθρωπος, ἂν ἄνθρωπος ᾖ» (Μένανδρος· Πόθεν καὶ διατί σ. 216)· πόσο ὡραῖος εἶνε ὁ ἄνθρωπος ὅταν εἶνε πράγματι ἄνθρωπος!
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος