Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Η ζυγαριά


«Και έλεγε τω Ιησού, μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου. και είπεν αυτώ ο Ιησούς• αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». (Λουκ. 23, 42, 43).
Μετάφραση Παν. Τρεμπέλα: Και έλεγε ο ληστής στον Ιησού. Ενθυμήσου με, Κύριε, όταν θα επανέλθης με την δόξα και δύναμη της βασιλείας σου και ανάστησέ με, δια να απολαύσω και εγώ αυτήν. Και είπε σε αυτόν ο Ιησούς. Αλήθεια σου λέγω, σήμερα από την στιγμή που θα αποθάνουμε, θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο.
Πόση ώρα χρειάσθηκε ο ληστής να μετανοήση, για να του πη ο Κύριος ότι σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο; Ελάχιστη. Όση χρειάσθηκε να πη: «Ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; και ημείς μεν δικαίως• άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν• ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε». (Λουκ. 23, 40, 41).

Ναι μόνο μια ειλικρινής μετάνοια χρειάζεται ανεξαρτήτως χρονικής διάρκειας.
Πόσο χρειάσθηκε ο άσωτος της παραβολής να πη το «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου» (Λουκ. ιε 21).
Τι χρειάζεται λοιπόν;
Αποφασιστικότης
• Όταν βασίλευε ο ευσεβής αυτοκράτορας Μαυρίκιος (6ος αι.), ζούσε στην περιοχή της Θράκης ένας αρχιληστής. Αυτός είχε τρομοκρατήσει τόσο πολύ τους κατοίκους, ώστε οι δρόμοι κατάντησαν αδιάβατοι. Πολλοί στρατιώτες προσπάθησαν να τον συλλάβουν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Το έμαθε ο Μαυρίκιος και αποφάσισε να στείλει στον αρχιληστή τα προσωπικά του φυλαχτά. Αυτή η βασιλική χειρονομία, μαζί με όσα καλά του μήνυσε, έφεραν το ληστή, με τη συνέργεια και του Θεού, σε ντροπή και μετάνοια. Άφησε την παλιά του ζωή, κατέβηκε από τα βουνά και πρόσπεσε στα πόδια του βασιλιά μετανοημένος. Δεν πέρασαν πολλές μέρες, και ο ληστής αρρώστησε με πυρετό. Τον δέχθηκαν και τον περιέθαλψαν στο νοσοκομείο του Αγίου Σαμψών. Μία νύχτα ένιωσε να βαραίνει και βλέποντας ότι φεύγει απ’ αυτή τη ζωή, εξομολογήθηκε με δάκρυα στο Θεό τα αμαρτήματά του, ζητώντας άφεση και λέγοντας:
«Δεν σου ζητάω, Φιλάνθρωπε τίποτ’ άλλο: Μόνο ελέησέ με το ληστή, όπως ελέησες και άλλους σαν κι εμένα. Δέξου τούτο το κλάμα της τελευταίας μου ώρας, όπως δέχθηκες και του αποστόλου σου Πέτρου. Πότισε με τα δάκρυά μου το σπόγγο της ευσπλαγχνίας Σου, και σβήσε μ’ αυτό τις αμαρτίες μου…».
Τον άκουγαν τη νύχτα εκείνη οι άρρωστοι από τα πλαϊνά κρεβάτια να λέει και να ξαναλέει τα λόγια αυτά ώρα πολλή, σφογγίζοντας με το μαντήλι τα δάκρυά του, ώσπου παρέδωσε το πνευ­μα. Την ώρα εκείνη, ο αρχίατρος του νοσοκομείου, ενώ κοιμόταν στο σπίτι του, βλέπει σε όνειρο πολλούς δαίμονες να πλησιάζουν στο κρεβάτι του ληστή με τα χαρτιά των αμαρτιών του. Ύστερα βλέπει και δύο φωτεινούς άνδρες.
Οι δαίμονες έφεραν ζυγαριά κι έβαλαν στον ένα δίσκο της τα χαρτιά με τις αμαρτίες του. Ο δίσκος αυτός κατέβηκε πολύ χαμηλά, ενώ ο άλλος ανέβηκε στα ύψη.
«Εμείς δεν έχουμε να βάλουμε τίποτα», είπαν μεταξύ τους οι δύο άγγελοι. «Τι θα πούμε; Δεν έχει ούτε δέκα μέρες, που έπαψε τους φόνους και τις ληστείες. Τι καλό ζητάμε να βρούμε σ’ αυτόν;».
Ενώ μιλούσαν έτσι, έψαχναν στο κρεβάτι μήπως βρουν κάτι καλό. Κάποια στιγμή, ο ένας άγγελος βρήκε το μαντήλι του ληστή, με το οποίο σφόγγιζε τα δάκρυά του.
«Κοίτα λέει τότε στον άλλο άγγελο, αυτό είναι το μαντήλι των δακρύων του. Ας το βάλουμε στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς μαζί με τη φιλανθρωπία του Θεού, και κάτι μπορεί να γίνει».
Μόλις το τοποθέτησαν στον υψωμένο δίσκο, εκείνος βάρυνε περισσότερο από τον άλλο και τα χαρτιά σκορπίστηκαν.
«Νίκησε η φιλανθρωπία του Κυρίου μας! Φώναξαν τότε με μία φωνή οι άγγελοι. Και παίρνοντας την ψυχή του ληστή, την ανέβασαν στον ουρανό, ενώ οι δαίμονες έφυγαν ντροπιασμένοι».
Αυτά είδε ο γιατρός στον ύπνο του και μόλις ξύπνησε έτρεξε στο νοσοκομείο, όπου βρήκε το ληστή νεκρό. Το σώμα του ήταν ζεστό και πάνω στα μάτια του ήταν απλωμένο το μαντήλι του, μουσκεμένο στα δάκρυα. Αφού από τους άλλους ασθενείς πληροφορήθηκε όλα τα σχετικά με τις τελευταίες του στιγμές πήρε το μαντήλι του και πήγε στο Μαυρίκιο. Του το έδειξε κι αφού διηγήθηκε όλη την υπόθεση του είπε:
-Ας δοξάσουμε το Θεό, ευσεβέστατε βασιλιά. Είχαμε ακούσει για το ληστή, που σώθηκε με τη μετάνοια από τον σταυρωμένο βασιλιά. Και τώρα γνωρίσαμε ένα άλλο ληστή, που σώθηκε πάλι με τη μετάνοια, στα χρόνια της δικής σου βασιλείας.