(4 Νοεμβρίου 1959)
Ὁ κόσμος ἔχει φύγει ἀπὸ τὴν ἀθωότητα καὶ τὴν ἀγαθότητα. Ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, βαδίζουμε πρὸς τὴν καταστροφή. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυπηθεῖ. Ὁ Θεὸς αὐτὰ δὲν τὰ θέλει. Πρὶν πενῆντα χρόνια, ὁ κόσμος ἦταν πολὺ διαφορετικός. Ὅταν πῆγα στὸ μοναστήρι, ἤμουν ἑπτὰ ἐτῶν. Τότε ὑπῆρχε μεγάλη πίστη καὶ καρδιακὴ καθαρότητα. Σ’ ἕνα κελλὶ τῆς μονῆς ἦταν φυλαγμένα ὅλα τὰ χρήματα μὲ θύρα ἀνασφάλιστη. Ἀντὶ γιὰ θύρα ὑπῆρχε μία κουρτίνα. Ὁ ἡγούμενος μ’ ἔστελνε νὰ φέρω ὅσα χρήματα χρειαζόταν, ὡς μικρότερο. Ὅλοι οἱ μοναχοὶ γνώριζαν ποῦ ἦσαν τοποθετημένα τὰ χρήματα. Ὅλοι ἦσαν ἀφοσιωμένοι στὸν Θεὸ καὶ δὲν τοὺς ἐντυπωσίαζαν διόλου τὰ χρήματα.
