Ἑορτολόγιο
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2760
τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγ. Δημητρίου
Δευτέρα 26 Ὀκτωβρίου 2026
«Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Παρ. 3,34 = Ἰακ. 4,6. Α΄ Πέτρ. 5,5)
Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος εἶχε ἕνα στρατιώτη ποὺ λεγόταν ἐπίσης Ἀλέξανδρος. Ὅσο ὅμως αὐτὸς ἦταν γενναῖος, τόσο ἐκεῖνος ἦταν δειλός. Καὶ μιὰ μέρα τὸν καλεῖ καὶ τοῦ λέει· Μὲ τὴ δειλία σου ἀτιμάζεις τ᾽ ὄνομά μου· λοιπὸν ἤ θ᾽ ἀλλάξῃς ὄνομα, ἤ ν᾽ ἀλλάξῃς διαγωγή.
Τὸ ἴδιο, ἀδελφοί μου, λέει σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ ὁ μέγας βασιλεύς μας, ὁ Χριστός· Ἤ θ᾽ ἀλλάξετε διαγωγή, ἢ ν᾽ ἀλλάξετε ὄνομα.
Λοιπὸν τί ἦταν ὁ ἅγιος Δημήτριος; Στρατιωτικός. Ἔζησε στὴ Θεσσαλονίκη σὲ ἐποχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε εἰδωλολατρία καὶ αὐτοκράτορας ἦταν ἕνα θηρίο ἀνήμερο, ἕνας τύραννος. Τὸ αἷμα χυνόταν ποτάμι. Ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ἀξιωματικὸς τῆς ἀπέραντης ῾Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καταταγμένος στὶς ἀήττητες λεγεῶνες ποὺ εἶχε τότε ἡ ῾Ρώμη.Σύντομα διακρίθηκε καὶ προβιβάστηκε στὰ ἀξιώματα· ἔγινε ἑκατόνταρχος, χιλίαρχος, ταξίαρχος, στρατηγὸς καὶ δούκας ἀκόμη. Ξεχώριζε γιὰ τὸ παράστημα καὶ τὸ ἦθος του, τὴν εὐφυΐα, τὴ μαχητικότητα καὶ τὴν ἀνδρεία του. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κυρίως τὸν χαρακτήριζε καὶ τὸν ἔκανε νὰ λάμπῃ ἦταν ἡ πίστι του. Πίστευε ποῦ; Ὄχι στὰ εἴδωλα, στοὺς ψεύτικους θεοὺς τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ στὴ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία, στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ τὸ ἔδειχνε ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ διδασκαλία του.
Γύρω του εἶχε σχηματιστῆ στὴ Θεσσαλονίκη ἕνας κύκλος μαθητῶν, νέων ἀφωσιωμένων στὸ Χριστό. Μιὰ τέτοια ἱεραποστολικὴ δρᾶσι ἦταν δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητη; Σύντομα προκάλεσε τὴν περιέργεια, τὸ φθόνο καὶ τὴν ἀντίδρασι τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεώς μας. Ὁ ἅγιος Δημήτριος καταγγέλθηκε στὸν διοικητὴ τῆς πόλεως, συνελήφθη καὶ ὡδηγήθηκε ἐνώπιόν του. –Εἶνε ἀλήθεια ὅτι πιστεύεις στὸ Χριστό; δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω πῶς ἕνας βαθμοφόρος μας, ποὺ ἡ ῾Ρώμη τὸν τίμησε μὲ τέτοιο ἀξίωμα, εἶνε δυνατὸν νὰ πιστεύῃ στὸ Χριστό. Τότε ὁ ἅγιος ἀδιστάκτως καὶ μ᾽ ὅλη τὴν καρδιά του εἶπε· –Ναί, εἶμαι Χριστιανός!… Ἀμέσως τὸν καθαίρεσαν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ βαθμό του καὶ τὸν ἔρριξαν σὲ μιὰ σκοτεινὴ φυλακή.
Ἔμεινε ἐκεῖ γιὰ ἕνα διάστημα. Κάτι ὅμως συνέβη καὶ συντόμευσε τὸ τέλος του. Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἦρθε στὴ Θεσσαλονίκη ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανός. Ὅλη ἡ πόλις τὸν ὑποδέχθηκε, τὰ «ζήτω» ἔφτασαν ὣς τὸν οὐρανό. Πρὸς τιμήν του διωργανώθηκαν καὶ ἀθλητικοὶ ἀγῶνες στὸ μεγάλο στάδιο. Μεταξὺ τῶν ἀθλητῶν ἐξεῖχε ἕνας εἰδωλολάτρης γίγαντας, ψηλὸς καὶ πολὺ δυνατός, ὁ Λυαῖος. Ἦταν ἕνα βουνὸ ἀπὸ σάρκες καὶ κόκκαλα. Κάθε μέρα ὁ κήρυκας φώναζε στὸ στάδιο· Ποιός θέλει ν᾽ ἀντιμετωπίσῃ τὸ μεγάλο ἀθλητή μας, τὸν ἀτρόμητο Λυαῖο;… Μὰ ποιός τολμοῦσε νὰ τὰ βάλῃ μαζί του; Μιὰ μέρα, δυὸ μέρες, τρεῖς μέρες, τέσσερις μέρες, αὐτὸ ἀκουγόταν καὶ κανείς δὲν ἐμφανιζόταν ν᾽ ἀντιπαραταχθῇ στὸ καύχημα αὐτὸ τῶν εἰδωλολατρῶν.
Τότε ἕνας νεαρός, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὁ Νέστορας, ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμα κλείσει τὰ εἴκοσι χρόνια καὶ δὲν εἶχε ἀσκηθῆ σὲ τέτοιους ἀγῶνες, αἰσθάνθηκε μέσα του τὴν παρόρμησι νὰ τολμήσῃ. Πῆγε στὴ φυλακὴ στὸν ἅγιο Δημήτριο, τοῦ εἶπε τὸ λογισμό του καὶ ζήτησε τὴν εὐχή του. Ὁ ἅγιος Δημήτριος τὸν σταύρωσε –μεγάλη ἡ δύναμις τοῦ τιμίου σταυροῦ!– καὶ τοῦ εἶπε· Νὰ πᾷς· ἀγωνίσου γιὰ τὴν πίστι σου, «καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Γεμᾶτος πίστι στὸ Χριστό, θάρρος καὶ ἐλπίδα πηγαίνει ὁ Νέστορας στὸ στάδιο. Κι ὅταν ὁ κήρυκας φώναξε, Ποιός θέλει ν᾽ ἀντιμετωπίσῃ τὸν Λυαῖο; τότε ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Ἐγώ! –Ποιός μίλησε; κοιτάζουν, καὶ βλέπουν ἕνα νεαρὸ δεκαοχτὼ ἐτῶν νὰ βγαίνῃ στὴ μέση. Κάγχασαν οἱ εἰδωλολάτρες, κάγχασε κι ὁ βασιλιᾶς. –Τί, αὐτὸς θὰ πολεμήσῃ μὲ τὸ Λυαῖο; Ἦταν σὰν ἕνα σκυλάκι νὰ τὰ βάζῃ μ᾽ ἕνα λιοντάρι.
Καὶ ὅμως! Οἱ δυὸ μονομάχοι παρατάχθηκαν. Ὁ Λυαῖος μὲ περιφρονητικὸ βλέμμα εἶπε· –Σὲ λυπᾶμαι, σκυλιὰ καὶ ὄρνια θὰ φᾶνε τὶς σάρκες σου. Ὁ Νέστορας δὲν μίλησε. Ὅταν ἦταν ἕτοιμος, ὥρμησε φωνάζοντας· –Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει μοι! Θεέ, ποὺ σὲ πιστεύει ὁ Δημήτριος, βοήθα με. Σὰν βέλος – σαΐτα πέφτει πάνω στὸ Λυαῖο καὶ πρὶν ἐκεῖνος προλάβῃ νὰ πιάσῃ τὸ σπαθὶ ἢ τὸ δόρυ του, τὸν χτυπάει κατάκαρδα μὲ τὸ μικρὸ σπαθί του. Ἕνας γδοῦπος ἀκούστηκε κι ὁ Λυαῖος βρέθηκε πεσμένος κατὰ γῆς!
Νεκρὸς ὁ Λυαῖος καὶ νικητὴς ὁ Νέστορας; Τὴν ἀπορία καὶ ἔκπληξι τῶν εἰδωλολατρῶν διαδέχθηκε ἀγανάκτησι καὶ θυμός. Πολλοὶ εἶπαν πὼς ὁ Νέστορας νίκησε κάνοντας μάγια. Τίποτα τέτοιο. Ἡ μόνη δύναμίς του ἦταν ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου, ἡ πίστι στὸ Χριστό.
Τὴ συνέχεια τὴν ξέρετε. Ὁ Νέστορας, ἀντὶ ὡς νικητὴς νὰ στεφανωθῇ, δὲν πρόλαβε νὰ χαρῇ τὴ νίκη του· τὸν ἅρπαξαν καὶ τὸν θανάτωσαν ἐπὶ τόπου· τὸ στάδιο βάφτηκε μὲ τὸ μαρτυρικό του αἷμα. Ἔπειτα ἕνα ἀπόσπασμα πηγαίνει στὴ φυλακή (ἡ ὁποία ἦταν ἐκεῖ ποὺ σήμερα εἶνε ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου). Κυκλώνουν τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ βυθίζουν στὴν πλευρά του τὶς λόγχες τους. Ἔτσι ἡ ἁγία ψυχή του πέταξε στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ εἶνε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους, καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖ ποὺ χύθηκε τὸ αἷμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀνέβλυσε μύρο, φάρμακο ψυχῆς καὶ σώματος. Ἔγινε ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐπάνω στὸν τάφο του χτίστηκε λαμπρὸς ναός, ποὺ συγκέντρωνε πλήθη προσκυνητῶν ἀπ᾽ ὅλα τὰ Βαλκάνια. Δυστυχῶς ὁ ναὸς ἐκεῖνος –κακὸ σημάδι ποὺ δὲν τὸ προσέξαμε– τὸ 1917 κάηκε σὲ μεγάλη πυρκαϊὰ ποὺ ξέσπασε. Ὁ σημερινὸς ναὸς χτίστηκε πάνω στὰ ἐρείπια ἐκείνου σὲ νεώτερα χρόνια.
Αὐτά, ἀδελφοί μου, μὲ συντομία εἶνε ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
* * *
Ἂς προσέξουμε τώρα τὰ ἑξῆς.
� Τί ἦταν ὁ ἅγιος Δημήτριος; καλόγερος, ἀσκητὴς σὲ σπηλιὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους; Ὄχι βέβαια. Ἀξιωματικὸς ἦταν, μέσα στὴν κοινωνία ἔζησε. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ γίνῃ ἅγιος καὶ μάρτυρας. Μπορεῖ λοιπὸν νὰ γίνῃ κανεὶς ἅγιος, ὅποιο κι ἂν εἶνε τὸ ἐπάγγελμά του· καὶ στρατιωτικός, καὶ δάσκαλος, καὶ καθηγητής, καὶ γιατρός, καὶ τεχνίτης, καὶ ἐργάτης, καὶ βοσκός, καὶ γεωργός. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε νὰ κάνῃ μόνο παπᾶδες καὶ καλογέρους· ἦρθε γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία.
� Εἴδαμε ἀκόμη ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν ἔκρυβε τὴν πίστι του. Ὅταν τὸν ῥώτησαν ἂν εἶνε Χριστιανός, ὡμολόγησε ἐνώπιον ὅλων ὅτι εἶνε, κι αὐτὸ τοῦ κόστισε τὴ ζωή. Κ᾽ ἐμεῖς λοιπὸν μὴ ντρεπώμαστε νὰ ὁμολογοῦμε τὴ χριστιανικὴ πίστι μας. Νὰ μὴ μᾶς πιάνῃ φόβος καὶ τρόμος. Μπαίνεις στ᾽ αὐτοκίνητο, στὸ τραῖνο, στὸ ἀεροπλάνο, ἢ κάθεται στὸ τραπέζι μὲ φίλους; κάνε τὸ σταυρό σου. Ἐκεῖ καταντήσαμε, νὰ μὴ τολμοῦμε νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας, ἀλλὰ νὰ φοβώμαστε τὰ σχόλια καὶ τὶς εἰρωνεῖες ἑνὸς ἀπίστου καὶ διεφθαρμένου κόσμου. Καταντήσαμε κρυπτοχριστιανοί.
[Ποιοί εἶνε οἱ κρυπτοχριστιανοί; Αὐτὲς τὶς μέρες ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος 35-40 ἐτῶν ἀπὸ πολὺ μακριά. Ἑλληνικὰ δὲν ἤξερε, εἶχε κ᾽ ἕνα διερμηνέα. –Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι; λέω. –Ἀπὸ τὴν Τουρκιά, μέσα ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα. –Τοῦρκος εἶσαι; –Τοῦρκος ἀπ᾽ ἔξω, στὰ χαρτιά· στὴν καρδιὰ Χριστιανός, καὶ ἄρχισε νὰ κλαίῃ. –Πιστεύεις στὸ Χριστό; –Πιστεύω στὸ Χριστό· κ᾽ ἐγώ, καὶ ἡ μάνα μου, καὶ ἄλλοι. –Πόσοι εἶστε; –Πεντακόσοι, χίλιοι… (Ἀκοῦτε; ὅταν δηλαδὴ ἔγινε ἐκείνη ἡ μεγάλη καταστροφὴ δὲν ἔφυγαν ὅλοι· ἔμειναν καὶ πολλοὶ ἐκεῖ, σὰν σπόρος, σὰν προζύμι). –Τί θέλεις τώρα; –Νὰ μὲ βαπτίσῃς καὶ νὰ μᾶς στεφανώσῃς μὲ τὴ γυναῖκα μου. Ἐγὼ δίσταζα. –Καλά, λέω. Ἀνοίγω τὸ Εὐαγγέλιο καὶ γράφει ὅτι σὰν Χριστιανὸς πρέπει νὰ ὁμολογήσῃς τὸ Χριστό, νὰ μὴν τὸν κρύψῃς (βλ. Ματθ. 10,32-33). –Ἔχεις δίκιο· ἀλλὰ ἂν πῶ ὅτι εἶμαι Χριστιανός, μὲ σκότωσαν, θὰ μὲ φάῃ τὸ σκοτάδι. Εἶνε ἀδύνατον. Τί νὰ κάνω; Σκέφτηκα σκέφτηκα, καὶ τοῦ λέω· –Καλὰ μὴ φανερώνεσαι· ἀλλὰ ἂν σὲ καταδώσουν καὶ σὲ καλέσουν στὸ ἀστυνομικὸ τμῆμα, τί θὰ πῇς; Σκέφτηκε, βούρκωσαν τὰ μάτια του καὶ λέει· –Θὰ πῶ ὅτι εἶμαι Χριστιανός, καὶ ἂς μὲ κόψουν… Πόσοι τέτοιοι εἶνε! Αὐτοὶ λέγονται Κρυπτοχριστιανοί· καὶ εἶνε ἕνα μεγάλο ζήτημα· αὐτοὶ θὰ πᾶνε στὸν παράδεισο; Ἐὰν ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ ὁ ἅγιος Νέστορας δὲν ὡμολογοῦσαν, θὰ ὑπῆρχε σήμερα Χριστιανοσύνη; Γι᾽ αὐτὸ λέμε ὅτι πρέπει νά ᾽χουμε θάρρος καὶ νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστι μας παντοῦ.]
� Ἕνα λοιπὸν ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε, ὅτι, ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα καὶ νὰ ἔχῃς, μπορεῖς ν᾽ ἁγιάσῃς· τὸ δεύτερο, ὅπου κι ἂν στέκεσαι, κάνε ἀτρόμητα τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου σταυροῦ. Τὸ τρίτο ποιό εἶνε; Ὁ Λυαῖος, ὅπως εἴπαμε, ἦταν ὁ πρῶτος ἀθλητής, ὁ ἄσσος, τὸ καύχημα. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ὑπερηφανευόταν ὁ ἴδιος, ὑπερηφανευόταν ὁ αὐτοκράτορας, ὑπερηφανεύονταν ὅλοι γι᾽ αὐτόν. Τὸν θεωροῦσαν ἀκατάβλητο. Μὰ τὸ ἀποτέλεσμα ποιό ἦταν· ἕνα παιδὶ νὰ τὸν ῥίξῃ κάτω, νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα αὐτό. Κι αὐτὸ τί δείχνει; ὅτι ὁ Κύριος «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Παρ. 3,34 = Ἰακ. 4,6. Α΄ Πέτρ. 5,5). Ὑπερηφανεύτηκες; θὰ πέσῃς. Ταπεινώθηκες; θὰ ὑψωθῇς. Αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος.
–Παλιὰ παραδείγματα αὐτά, θὰ μοῦ πῆτε.
Παλιὰ τὰ θεωρεῖτε; Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς πῶ μερικὰ νεώτερα; Ἀκοῦστε καὶ τελειώνω.
• Τὸ 1912 στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν στρατηγὸς ἕνας Τοῦρκος, ὁ Ἐτὲμ πασᾶς. Ἦταν ἐγωιστής. Τί εἶνε ἡ Ἑλλάδα; ἔλεγε· ἂν τολμήσῃ νὰ ξεμυτίσῃ ἀπὸ τὰ σύνορα, ἐγὼ σὲ μιὰ ᾽βδομάδα θὰ εἶμαι στὴν Ἀθήνα καὶ θὰ πιῶ τὸν καφφέ μου στὴν πλατεῖα Συντάγματος. Αὐτὰ ἔλεγε καὶ ὑπερηφανευόταν. Καὶ ὅμως ἡ Ἑλλάδα, μὲ τὴν πίστι καὶ τὴν ὁμόνοια τότε τῶν παιδιῶν της, στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, ξεκίνησε ἀπὸ τὴ Μελούνα, καὶ πρὶν περάσῃ μήνας, διάβηκε τὸν Ἀξιὸ καὶ τέτοια ἅγια μέρα –θαῦμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου– οἱ φαντάροι καὶ τὸ εὐζωνικό μας μπῆκαν μέσα στὴ Θεσσαλονίκη! Ἦταν θαῦμα αὐτό. Ἤμουν μικρὸ παιδὶ πέντε χρονῶν, μόλις ποὺ τὸ θυμᾶμαι. Στὸ μικρό μου χωριό, ποὺ ἔλειπαν στρατιῶτες στὸ μέτωπο πενήντα – ἑξήντα ἄντρες, ὅλη τὴ νύχτα δὲν κοιμηθήκαμε. Καὶ τὶς πρωινὲς ὧρες ἀκοῦμε νὰ χτυποῦν οἱ καμπάνες σὰν νά ᾽νε Ἀνάστασι. ῾Ρωτοῦσα· –Τί γίνεται, μάνα; γιατί χτυποῦν οἱ καμπάνες; Λαμπρὴ ἔχουμε; –Σὰν Λαμπρή, παιδί μου, ἔχουμε· πήραμε τὴ Θεσσαλονίκη! Ποιό μάτι δὲν δάκρυσε; Ποιός τὸ πίστευε; Τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μιὰ φούχτα στρατιῶτες ὅπως ἤμασταν, κατώρθωσε νὰ μπῇ καὶ νὰ καταλύσῃ τὰ τζαμιά, ποὺ πεντακόσα χρόνια ὁ Τοῦρκος ἰμάμης καὶ οἱ χότζηδες διαλαλοῦσαν τὰ Κοράνια καὶ τὸν Ἀλλάχ. Ἐπάνω ἐκεῖ ἀκούστηκε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Μικρὸ θαῦμα εἶν᾽ αὐτό; Ὅσοι εἶνε πάνω ἀπὸ ἑβδομήντα ἐτῶν τὸ θυμοῦνται τὸ θαῦμα αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ ἅγιος Δημήτριος τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα καὶ ἡ Εὐρώπη καὶ ὁ κόσμος ὅλος θαύμασαν, πῶς ἡ μικρὴ Ἑλλάδα διέψευσε τὸν Ἐτὲμ πασᾶ· ἀντὶ αὐτὸς νὰ πιῇ τὸν καφφέ του, τριάντα χιλιάδες αἰχμάλωτοι στρατιῶτες κατέβηκαν καὶ παρέλασαν μέσα στὴν Ἀθήνα.
• Θέλετε ἄλλο θαῦμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου; Αὐτὸ εἶνε νεώτερο, ἔγινε τὸ 1940. Ἄλλος πάλι κίνδυνος τότε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, ἄλλος Λυαῖος τὴν ἀπειλοῦσε. Ἀλλάξτε τὸ ὄνομα, σβῆστε τὸ λέξι Λυαῖος καὶ γράψτε Μουσσολίνι. Ἦταν ὁ δικτάτορας κυβερνήτης τῆς Ἰταλίας. Ἀπειλοῦσε κι αὐτός, ὅτι θὰ πιῇ τὸν καφφέ του μέσ᾽ στὴν Ἀθήνα. Ἀνέβαινε στὴ ῾Ρώμη ἐπάνω στὸ παλάτσο καὶ τί ἔλεγε· Ἑλλάδα, θὰ σὲ συντρίψω, θὰ σπάσω τὰ κόκκαλά σου, θὰ σὲ σβήσω ἀπὸ τὸ χάρτη. Ἔχω ἑκατομμύρια στρατιῶτες, χιλιάδες ἀεροπλάνα· σὲ μιὰ βδομάδα οἱ Ἀλπινισταί μου θὰ μποῦν στὴν Ἀθήνα, καὶ θὰ ὑψώσω τὴ σημαία μου στὴν Ἀκρόπολι… Ἦταν τόσο βέβαιος, ὥστε ἔκοψε καὶ ἀσημένια μετάλλια γιὰ νὰ τοὺς παρασημοφορήσῃ. Οἱ στρατιῶτες μας βρῆκαν ἔξω ἀπὸ τὸ Τεπελένι κάσσες ὁλόκληρες γεμᾶτες μ᾽ αὐτά, ὅπου ἔγραφαν· «Εἰς τοὺς νικητὰς τῆς Ἑλλάδος δόξα καὶ τιμή». Τί ἔγινε ὅμως; Ἕνας Νέστορας ἦταν ἡ πατρίδα μας· ἕνα μικρὸ κράτος μὲ λίγους στρατιῶτες, λίγα κανόνια, ἐλάχιστα ἀεροπλάνα, λίγα καραβάκια, ἐνῷ οἱ Ἰταλοὶ ἦταν πάνοπλοι. Ἐμεῖς τί εἴχαμε; Εἴχαμε καρδιά, εἴχαμε πίστι. Πιστεύαμε στὸ Θεό. Ὅταν ἔφευγαν οἱ στρατιῶτες μας ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ὅλοι περνοῦσαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Δημήτριο καὶ προσεύχονταν· Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει μοι. Ὅσοι ἔφευγαν ἀπὸ τὰ νησιὰ πήγαιναν στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Καὶ οἱ μανάδες καὶ οἱ πατεράδες καὶ ὅλοι μας προσευχόμασταν. Κ᾽ ἔτσι ἀνεβήκαμε στὰ ψηλὰ βουνά, καὶ πήραμε τὴν Πίνδο καὶ τὴν ἑνώσαμε μὲ τὰ ἄστρα. Δὲν εἶνε θαῦμα αὐτό, ποὺ ἔγινε στὶς ἡμέρες τοῦ ἁγίου Δημητρίου; Θαύματα! ζωντανὴ εἶνε ἡ πίστι μας. Θ᾽ ἀκούσετε αὔριο τοὺς ῥήτορες νὰ λένε νὰ λένε. Ἕνα μόνο δὲν θυμοῦνται, τὸν Θεό, ποὺ ἔκανε τὰ θαύματα αὐτὰ τὰ μεγάλα. Ἀλλ᾽ ἂς κατεβῶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ βῆμα κι ἂς ἀνεβοῦν ἐδῶ οἱ μαχηταί μας τῆς Ἀλβανίας, αὐτοὶ πού ᾽νε πάνω ἀπὸ πενηνταπέντε – ἑξήντα ἐτῶν, ἂς ἔρθουν νὰ μᾶς ποῦν, πῶς ἔγινε· ὅτι ἐπάνω ἐκεῖ στὰ «κακοτράχαλα βουνά» μόνο ἡ πίστι στὸ Χριστὸ θαυματούργησε.
* * *
Αὐτὰ μᾶς θυμίζει σήμερα ὁ ἅγιος Δημήτριος. Νὰ μισῇς τὴν ὑπερηφάνεια, θυμήσου ὅτι Κύριος «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (ἔ.ἀ.). Στὶς σκληρὲς ἡμέρες ποὺ ζοῦμε τίποτα δὲν μᾶς σῴζει παρὰ μόνο τὸ θάρρος ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Χριστό.
Ὅσοι εἶνε ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες, ἂς γίνουν νέοι ἅγιοι Δημήτριοι. Ὅσοι εἶνε νέοι, ἂς γίνουν Νέστορες. Ὅσοι δειλιάζουν, ἂς πάρουν θάρρος καὶ πίστι. Ὅσοι εἶνε ταπεινοί, ἂς ταπεινωθοῦν περισσότερο. Ὅσοι εἶνε ὑπερήφανοι ἂς ταπεινωθοῦν μπροστὰ στὸ Χριστό. Ἔτσι ὅλοι μὲ μιὰ ψυχὴ καὶ καρδιὰ ἂς ἑορτάσουμε τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Δοξάζοντας καὶ εὐαρεστώντας τὸ Θεό, ἂς τὸν παρακαλέσουμε διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Δημητρίου νὰ εἰρηνεύῃ τὸν κόσμο. Ἐμεῖς ποὺ τὰ ζήσαμε, ποὺ οἱ πατεράδες μας ἔφυγαν στὸ μέτωπο κ᾽ ἐμεῖς μικρὰ παιδιὰ τρέμαμε, κλάψαμε καὶ πονέσαμε –ἐσεῖς δὲν ξέρετε τί θὰ πῇ πόλεμος–, ἐμεῖς ποὺ περάσαμε τὴ γενεά μας μέσα σὲ θύελλες καὶ ταραχές, ἐμεῖς ὅλοι γονατίζουμε καὶ παρακαλοῦμε τὸ Θεό, νὰ δώσῃ εἰρήνη στὸν τόπο μας, στὰ Βαλκάνια, στὴν ἀνθρωπότητα, ὥστε ὁ κόσμος μὲ ἀγάπη, μὲ ὁμόνοια νὰ ἑορτάζῃ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ἑσπερινὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν παλαιὸ ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὸ Σάββατο 25-10-1969, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 11-9-2026.
