Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Ὑπερηφανευτηκες; Θα πεσης.

Αγιος Δημητριος

Ἑορτολόγιο

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2760

τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγ. Δημητρίου
Δευτέρα 26 Ὀκτωβρίου 2026

Ὑπερηφανευτηκες; Θα πεσης.

«Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Παρ. 3,34 = Ἰακ. 4,6. Α΄ Πέτρ. 5,5)

Οἱ Δημήτριοι, ἀγαπητοί μου, ὅσοι φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου ποὺ ἑορτάζει σήμερα, ἔχουν ἆραγε καμμιὰ ὁμοιότη­τα, καμμιὰ σχέσι πνευματική, μὲ τὸν ἅγιο; Ὅ­λοι γενικὰ ὅσοι φέρουμε ὀνόματα χριστιανι­κὰ πρέπει νὰ τὰ τιμοῦμε. Διαφορετικά…

Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος εἶχε ἕνα στρατιώτη ποὺ λεγόταν ἐπίσης Ἀλέξανδρος. Ὅσο ὅμως αὐτὸς ἦταν γενναῖος, τόσο ἐκεῖνος ἦταν δειλός. Καὶ μιὰ μέρα τὸν καλεῖ καὶ τοῦ λέει· Μὲ τὴ δειλία σου ἀτιμάζεις τ᾽ ὄνομά μου· λοιπὸν ἤ θ᾽ ἀλλάξῃς ὄνομα, ἤ ν᾽ ἀλλάξῃς διαγωγή.
Τὸ ἴδιο, ἀδελφοί μου, λέει σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ ὁ μέγας βασιλεύς μας, ὁ Χριστός· Ἤ θ᾽ ἀλ­λά­ξετε διαγωγή, ἢ ν᾽ ἀλλάξετε ὄνομα.

Λοιπὸν τί ἦταν ὁ ἅγιος Δημήτριος; Στρατιωτικός. Ἔζησε στὴ Θεσσαλονίκη σὲ ἐποχὴ ποὺ ἐπικρα­τοῦσε εἰδωλολα­τρία καὶ αὐτοκράτορας ἦ­ταν ἕνα θηρίο ἀνήμερο, ἕνας τύραννος. Τὸ αἷ­­μα χυνό­ταν ποτάμι. Ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦ­ταν ἀ­ξιωματικὸς τῆς ἀπέραντης ῾Ρωμα­ϊκῆς Αὐ­­τοκρατορίας καταταγμένος στὶς ἀ­ήττητες λεγεῶνες ποὺ εἶχε τότε ἡ ῾Ρώμη.Σύντομα διακρίθηκε καὶ προβιβάστηκε στὰ ἀ­ξιώματα· ἔγινε ἑκατόν­ταρχος, χιλίαρχος, τα­ξίαρ­χος, στρατηγὸς καὶ δούκας ἀκόμη. Ξεχώ­ριζε γιὰ τὸ παράστημα καὶ τὸ ἦθος του, τὴν εὐ­­φυ­ΐα, τὴ μαχητικότητα καὶ τὴν ἀν­δρεία του. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κυρίως τὸν χαρακτήριζε καὶ τὸν ἔκανε νὰ λάμπῃ ἦ­ταν ἡ πίστι του. Πίστευε ποῦ; Ὄχι στὰ εἴ­­δωλα, στοὺς ψεύτικους θεοὺς τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ στὴ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία, στὸν Κύρι­ον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ τὸ ἔδειχνε ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔρ­γα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ διδασκαλία του.
Γύρω του εἶχε σχηματιστῆ στὴ Θεσ­­σαλονίκη ἕνας κύκλος μαθητῶν, νέων ἀφωσιωμένων στὸ Χριστό. Μιὰ τέτοια ἱεραποστολικὴ δρᾶσι ἦταν δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀ­πα­ρατήρητη; Σύντομα προκάλεσε τὴν περι­έρ­γεια, τὸ φθόνο καὶ τὴν ἀντίδρασι τῶν ἐ­χθρῶν τῆς πίστεώς μας. Ὁ ἅγιος Δημήτριος καταγγέλθηκε στὸν διοικητὴ τῆς πόλεως, συν­­ελήφθη καὶ ὡ­δηγήθηκε ἐνώπιόν του. –Εἶνε ἀ­λήθεια ὅτι πιστεύεις στὸ Χριστό; δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω πῶς ἕνας βαθμοφόρος μας, ποὺ ἡ ῾Ρώμη τὸν τίμησε μὲ τέτοιο ἀξίω­μα, εἶνε δυνα­τὸν νὰ πιστεύῃ στὸ Χριστό. Τότε ὁ ἅγιος ἀ­διστάκτως καὶ μ᾽ ὅλη τὴν καρδιά του εἶ­πε· –Ναί, εἶμαι Χριστιανός!… Ἀμέσως τὸν καθαί­ρεσαν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ βαθμό του καὶ τὸν ἔρριξαν σὲ μιὰ σκοτεινὴ φυλακή.
Ἔμεινε ἐκεῖ γιὰ ἕνα διάστημα. Κάτι ὅμως συνέβη καὶ συντόμευσε τὸ τέλος του. Τὶς ἡ­μέρες ἐκεῖνες ἦρθε στὴ Θεσσαλονίκη ὁ αὐ­τοκράτορας Διοκλητιανός. Ὅλη ἡ πόλις τὸν ὑ­­πο­δέχθηκε, τὰ «ζήτω» ἔφτασαν ὣς τὸν οὐ­ρα­νό. Πρὸς τιμήν του διωργανώθηκαν καὶ ἀ­θλητικοὶ ἀγῶ­νες στὸ μεγάλο στάδιο. Μεταξὺ τῶν ἀθλητῶν ἐξεῖχε ἕνας εἰ­δωλολάτρης γίγαν­τας, ψηλὸς καὶ πολὺ δυνατός, ὁ Λυ­αῖος. Ἦταν ἕνα βουνὸ ἀπὸ σάρκες καὶ κόκκαλα. Κάθε μέρα ὁ κήρυκας φώναζε στὸ στάδιο· Ποιός θέλει ν᾽ ἀντιμετωπίσῃ τὸ μεγάλο ἀ­θλητή μας, τὸν ἀτρόμητο Λυαῖο;… Μὰ ποιός τολμοῦσε νὰ τὰ βάλῃ μαζί του; Μιὰ μέρα, δυὸ μέ­ρες, τρεῖς μέρες, τέσσερις μέρες, αὐ­τὸ ἀκουγόταν καὶ κανείς δὲν ἐμφανιζόταν ν᾽ ἀντιπαραταχθῇ στὸ καύχημα αὐτὸ τῶν εἰδωλολατρῶν.
Τότε ἕνας νεαρός, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὁ Νέστορας, ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμα κλεί­­σει τὰ εἴκοσι χρόνια καὶ δὲν εἶχε ἀσκηθῆ σὲ τέτοιους ἀ­γῶνες, αἰσθάνθηκε μέσα του τὴν παρόρμησι νὰ τολμήσῃ. Πῆγε στὴ φυλα­κὴ στὸν ἅγιο Δημήτριο, τοῦ εἶπε τὸ λογισμό του καὶ ζήτησε τὴν εὐχή του. Ὁ ἅγιος Δημήτριος τὸν σταύρωσε –μεγάλη ἡ δύναμις τοῦ τιμίου σταυροῦ!– καὶ τοῦ εἶπε· Νὰ πᾷς· ἀ­γωνίσου γιὰ τὴν πίστι σου, «καὶ τὸν Λυαῖον νική­σεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Γεμᾶ­τος πίστι στὸ Χριστό, θάρρος καὶ ἐλπίδα πηγαίνει ὁ Νέστορας στὸ στάδιο. Κι ὅταν ὁ κήρυ­κας φώναξε, Ποιός θέλει ν᾽ ἀντιμετωπίσῃ τὸν Λυαῖο; τό­τε ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Ἐγώ! –Ποιός μίλησε; κοιτάζουν, καὶ βλέπουν ἕνα νεαρὸ δεκα­οχτὼ ἐτῶν νὰ βγαίνῃ στὴ μέση. Κάγχασαν οἱ εἰδωλολάτρες, κάγχασε κι ὁ βασιλιᾶς. –Τί, αὐτὸς θὰ πολεμήσῃ μὲ τὸ Λυαῖο; Ἦταν σὰν ἕ­να σκυλάκι νὰ τὰ βάζῃ μ᾽ ἕνα λιον­τάρι.
Καὶ ὅμως! Οἱ δυὸ μονομάχοι παρατάχθηκαν. Ὁ Λυαῖος μὲ περιφρονητικὸ βλέμ­μα εἶ­πε· –Σὲ λυπᾶμαι, σκυλιὰ καὶ ὄρ­νια θὰ φᾶ­νε τὶς σάρκες σου. Ὁ Νέστορας δὲν μίλησε. Ὅταν ἦ­ταν ἕ­τοιμος, ὥρμησε φωνάζον­τας· –Θεὲ τοῦ Δημη­­τρίου, βοήθει μοι! Θεέ, ποὺ σὲ πιστεύει ὁ Δημήτριος, βο­ήθα με. Σὰν βέλος – σαΐ­τα πέφτει πάνω στὸ Λυαῖο καὶ πρὶν ἐκεῖνος προλά­βῃ νὰ πιάσῃ τὸ σπαθὶ ἢ τὸ δόρυ του, τὸν χτυπάει κατάκαρδα μὲ τὸ μικρὸ σπαθί του. Ἕνας γδοῦ­πος ἀκούστηκε κι ὁ Λυαῖος βρέθηκε πεσμένος κατὰ γῆς!
Νεκρὸς ὁ Λυαῖος καὶ νικητὴς ὁ Νέστορας; Τὴν ἀπορία καὶ ἔκπληξι τῶν εἰδωλολατρῶν δι­αδέχθηκε ἀγανάκτησι καὶ θυμός. Πολλοὶ εἶ­παν πὼς ὁ Νέστορας νίκησε κάνον­τας μάγια. Τίποτα τέτοιο. Ἡ μόνη δύναμίς του ἦταν ὁ σταυ­ρὸς τοῦ Κυρίου, ἡ πίστι στὸ Χριστό.
Τὴ συνέχεια τὴν ξέρετε. Ὁ Νέστορας, ἀν­­τὶ ὡς νικητὴς νὰ στεφανωθῇ, δὲν πρόλαβε νὰ χα­ρῇ τὴ νίκη του· τὸν ἅρ­παξαν καὶ τὸν θανάτωσαν ἐπὶ τόπου· τὸ στάδιο βάφτη­κε μὲ τὸ μαρτυρικό του αἷμα. Ἔπειτα ἕνα ἀπόσπασμα πηγαίνει στὴ φυλακή (ἡ ὁποία ἦ­ταν ἐκεῖ ποὺ σήμερα εἶνε ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου). Κυκλώνουν τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ βυθίζουν στὴν πλευρά του τὶς λόγχες τους. Ἔτσι ἡ ἁ­γία ψυχή του πέταξε στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ εἶνε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους, καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰ­ησοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖ ποὺ χύθηκε τὸ αἷμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀνέβλυσε μύρο, φάρμακο ψυ­­χῆς καὶ σώματος. Ἔγινε ὁ πολι­οῦχος τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐπάνω στὸν τάφο του χτίστηκε λαμ­πρὸς ναός, ποὺ συγκέντρωνε πλή­­θη προσ­κυνη­τῶν ἀπ᾽ ὅλα τὰ Βαλκάνια. Δυσ­τυχῶς ὁ να­ὸς ἐκεῖνος –κα­κὸ σημάδι ποὺ δὲν τὸ προσέξαμε– τὸ 1917 κάηκε σὲ μεγάλη πυρκαϊὰ ποὺ ξέσπασε. Ὁ σημερινὸς ναὸς χτίστηκε πάνω στὰ ἐρείπια ἐκείνου σὲ νεώτερα χρόνια.
Αὐτά, ἀδελφοί μου, μὲ συντομία εἶνε ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

* * *

Ἂς προσέξουμε τώρα τὰ ἑξῆς.
� Τί ἦταν ὁ ἅγιος Δημήτριος; καλόγερος, ἀ­σκητὴς σὲ σπηλιὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους; Ὄχι βέ­βαια. Ἀξιωματικὸς ἦ­ταν, μέσα στὴν κοινωνία ἔζησε. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμ­πό­δισε νὰ γί­νῃ ἅγιος καὶ μάρτυρας. Μπορεῖ λοιπὸν νὰ γί­νῃ κανεὶς ἅγιος, ὅποιο κι ἂν εἶνε τὸ ἐπάγγελμά του· καὶ στρατιωτικός, καὶ δάσκαλος, καὶ καθηγητής, καὶ γιατρός, καὶ τεχνίτης, καὶ ἐρ­γάτης, καὶ βοσκός, καὶ γεωργός. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε νὰ κάνῃ μόνο παπᾶδες καὶ καλογέρους· ἦρθε γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία.
� Εἴδαμε ἀκόμη ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν ἔκρυβε τὴν πίστι του. Ὅταν τὸν ῥώτησαν ἂν εἶ­­­νε Χριστιανός, ὡμολόγησε ἐνώπιον ὅλων ὅ­τι εἶνε, κι αὐτὸ τοῦ κόστισε τὴ ζωή. Κ᾽ ἐμεῖς λοιπὸν μὴ ντρεπώμαστε νὰ ὁμολογοῦμε τὴ χριστι­ανικὴ πίστι μας. Νὰ μὴ μᾶς πιά­νῃ φόβος καὶ τρόμος. Μπαίνεις στ᾽ αὐτοκίνητο, στὸ τραῖ­νο, στὸ ἀεροπλάνο, ἢ κάθεται στὸ τραπέ­ζι μὲ φίλους; κάνε τὸ σταυρό σου. Ἐκεῖ καταν­τήσαμε, νὰ μὴ τολμοῦμε νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας, ἀλλὰ νὰ φοβώμαστε τὰ σχόλια καὶ τὶς εἰρωνεῖες ἑνὸς ἀπίστου καὶ διεφθαρμένου κόσμου. Καταντήσαμε κρυπτοχριστιανοί.
[Ποιοί εἶνε οἱ κρυπτοχριστιανοί; Αὐτὲς τὶς μέρες ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος 35-40 ἐ­τῶν ἀπὸ πολὺ μακριά. Ἑλ­ληνικὰ δὲν ἤξερε, εἶ­χε κ᾽ ἕνα διερμηνέα. –Ἀπὸ ποῦ ἔρ­χεσαι; λέω. –Ἀπὸ τὴν Τουρκιά, μέσα ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα. –Τοῦρ­κος εἶσαι; –Τοῦρκος ἀπ᾽ ἔξω, στὰ χαρτιά· στὴν καρδιὰ Χριστιανός, καὶ ἄρ­χισε νὰ κλαίῃ. –Πιστεύεις στὸ Χριστό; –Πιστεύω στὸ Χριστό· κ᾽ ἐγώ, καὶ ἡ μάνα μου, καὶ ἄλλοι. –Πόσοι εἶστε; –Πεντακόσοι, χίλιοι… (Ἀκοῦτε; ὅ­ταν δηλαδὴ ἔ­γινε ἐ­κείνη ἡ μεγάλη καταστρο­φὴ δὲν ἔ­φυγαν ὅ­λοι· ἔμειναν καὶ πολλοὶ ἐκεῖ, σὰν σπόρος, σὰν προζύμι). –Τί θέλεις τώρα; –Νὰ μὲ βαπτί­σῃς καὶ νὰ μᾶς στεφανώ­σῃς μὲ τὴ γυναῖκα μου. Ἐγὼ δίσταζα. –Καλά, λέω. Ἀνοίγω τὸ Εὐ­αγγέλιο καὶ γράφει ὅτι σὰν Χριστια­νὸς πρέπει νὰ ὁμολογήσῃς τὸ Χριστό, νὰ μὴν τὸν κρύ­ψῃς (βλ. Ματθ. 10,32-33). –Ἔχεις δίκιο· ἀλ­λὰ ἂν πῶ ὅτι εἶ­μαι Χριστιανός, μὲ σκότωσαν, θὰ μὲ φάῃ τὸ σκο­τάδι. Εἶνε ἀδύνατον. Τί νὰ κάνω; Σκέφτηκα σκέφτη­κα, καὶ τοῦ λέω· –Καλὰ μὴ φανερώ­νεσαι· ἀλλὰ ἂν σὲ κατα­δώσουν καὶ σὲ καλέσουν στὸ ἀστυνομικὸ τμῆμα, τί θὰ πῇς; Σκέφτηκε, βούρκωσαν τὰ μάτια του καὶ λέει· –Θὰ πῶ ὅτι εἶμαι Χριστιανός, καὶ ἂς μὲ κόψουν… Πόσοι τέτοιοι εἶ­νε! Αὐτοὶ λέγον­ται Κρυπτοχριστιανοί· καὶ εἶνε ἕνα μεγάλο ζήτημα· αὐτοὶ θὰ πᾶνε στὸν παράδεισο; Ἐὰν ὁ ἅ­γιος Δη­μήτριος καὶ ὁ ἅγιος Νέστορας δὲν ὡ­μολογοῦ­σαν, θὰ ὑπῆρχε σήμερα Χριστιανοσύνη; Γι᾽ αὐτὸ λέμε ὅτι πρέπει νά ᾽χουμε θάρρος καὶ νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστι μας παν­τοῦ.]
� Ἕνα λοιπὸν ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε, ὅτι, ὁποιοδή­ποτε ἐπάγγελμα καὶ νὰ ἔ­χῃς, μπορεῖς ν᾽ ἁγιάσῃς· τὸ δεύτερο, ὅπου κι ἂν στέκεσαι, κάνε ἀτρόμητα τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου σταυροῦ. Τὸ τρίτο ποιό εἶ­νε; Ὁ Λυαῖος, ὅπως εἴπαμε, ἦταν ὁ πρῶ­τος ἀ­θλη­τής, ὁ ἄσσος, τὸ καύχημα. Καὶ γι᾽ αὐ­τὸ ὑ­περηφανευό­ταν ὁ ἴδιος, ὑπερηφανευόταν ὁ αὐτοκράτορας, ὑπερηφα­νεύον­ταν ὅλοι γι᾽ αὐ­τόν. Τὸν θεωροῦ­σαν ἀκατάβλητο. Μὰ τὸ ἀ­­ποτέλεσμα ποιό ἦταν· ἕνα παιδὶ νὰ τὸν ῥί­ξῃ κάτω, νὰ γί­νῃ τὸ θαῦμα αὐτό. Κι αὐτὸ τί δείχνει; ὅτι ὁ Κύριος «ὑπερη­φάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Παρ. 3,34 = Ἰακ. 4,6. Α΄ Πέτρ. 5,5). Ὑ­περηφανεύτηκες; θὰ πέ­σῃς. Ταπεινώθηκες; θὰ ὑψωθῇς. Αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος.
–Παλιὰ παραδείγματα αὐτά, θὰ μοῦ πῆτε.
Παλιὰ τὰ θεωρεῖτε; Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς πῶ μερικὰ νεώτερα; Ἀκοῦστε καὶ τελειώνω.
• Τὸ 1912 στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν στρατηγὸς ἕνας Τοῦρ­­κος, ὁ Ἐτὲμ πασᾶς. Ἦταν ἐγωιστής. Τί εἶνε ἡ Ἑλλάδα; ἔ­λεγε· ἂν τολμήσῃ νὰ ξεμυτίσῃ ἀπὸ τὰ σύνορα, ἐγὼ σὲ μιὰ ᾽βδομάδα θὰ εἶμαι στὴν Ἀθήνα καὶ θὰ πιῶ τὸν καφφέ μου στὴν πλατεῖα Συντάγματος. Αὐτὰ ἔλεγε καὶ ὑπερηφανευόταν. Καὶ ὅμως ἡ Ἑλ­λάδα, μὲ τὴν πίστι καὶ τὴν ὁμόνοια τότε τῶν παιδιῶν της, στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, ξεκίνησε ἀπὸ τὴ Μελούνα, καὶ πρὶν περάσῃ μήνας, διάβηκε τὸν Ἀξιὸ καὶ τέτοια ἅγια μέρα –θαῦμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου– οἱ φαν­τάροι καὶ τὸ εὐζωνικό μας μπῆκαν μέσα στὴ Θεσσαλονίκη! Ἦταν θαῦμα αὐτό. Ἤμουν μικρὸ παιδὶ πέντε χρονῶν, μόλις ποὺ τὸ θυμᾶμαι. Στὸ μικρό μου χωριό, ποὺ ἔλειπαν στρατιῶ­τες στὸ μέτωπο πενήντα – ἑξήντα ἄντρες, ὅλη τὴ νύχτα δὲν κοιμηθήκαμε. Καὶ τὶς πρωινὲς ὧ­ρες ἀ­κοῦμε νὰ χτυποῦν οἱ καμπάνες σὰν νά ᾽νε Ἀνάστασι. ῾Ρωτοῦσα· –Τί γίνεται, μάνα; γιατί χτυποῦν οἱ καμπάνες; Λαμ­πρὴ ἔχουμε; –Σὰν Λαμπρή, παιδί μου, ἔχουμε· πήραμε τὴ Θεσσαλονίκη! Ποιό μάτι δὲν δάκρυσε; Ποιός τὸ πίστευε; Τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μιὰ φούχτα στρατιῶτες ὅ­πως ἤμασταν, κατώρθωσε νὰ μπῇ καὶ νὰ καταλύσῃ τὰ τζαμιά, ποὺ πεντακόσα χρόνια ὁ Τοῦρκος ἰμάμης καὶ οἱ χότζηδες διαλαλοῦσαν τὰ Κοράνια καὶ τὸν Ἀλλάχ. Ἐπάνω ἐκεῖ ἀκούστηκε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Μικρὸ θαῦ­μα εἶν᾽ αὐτό; Ὅσοι εἶνε πάνω ἀπὸ ἑβδομήντα ἐτῶν τὸ θυμοῦνται τὸ θαῦμα αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ ἅγιος Δημήτριος τὴν ἅγια αὐ­τὴ ἡμέρα καὶ ἡ Εὐρώπη καὶ ὁ κόσμος ὅλος θαύμα­σαν, πῶς ἡ μικρὴ Ἑλλάδα δι­έψευσε τὸν Ἐτὲμ πασᾶ· ἀντὶ αὐτὸς νὰ πιῇ τὸν καφφέ του, τριάντα χιλιάδες αἰχμάλωτοι στρατιῶ­τες κατέβηκαν καὶ παρέλασαν μέσα στὴν Ἀθήνα.
• Θέλετε ἄλλο θαῦμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου; Αὐτὸ εἶνε νεώτερο, ἔγινε τὸ 1940. Ἄλλος πάλι κίνδυνος τότε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, ἄλλος Λυαῖος τὴν ἀπειλοῦσε. Ἀλλάξτε τὸ ὄ­νομα, σβῆστε τὸ λέξι Λυαῖος καὶ γράψτε Μουσσολίνι. Ἦταν ὁ δικτάτορας κυβερνήτης τῆς Ἰταλίας. Ἀπειλοῦσε κι αὐτός, ὅτι θὰ πιῇ τὸν καφφέ του μέσ᾽ στὴν Ἀθήνα. Ἀνέβαινε στὴ ῾Ρώμη ἐπάνω στὸ παλάτσο καὶ τί ἔλεγε· Ἑλλάδα, θὰ σὲ συν­τρίψω, θὰ σπάσω τὰ κόκκαλά σου, θὰ σὲ σβήσω ἀπὸ τὸ χάρ­τη. Ἔχω ἑκατομμύρια στρατιῶτες, χιλιάδες ἀεροπλάνα· σὲ μιὰ βδομάδα οἱ Ἀλπινισταί μου θὰ μποῦν στὴν Ἀθήνα, καὶ θὰ ὑψώσω τὴ σημαία μου στὴν Ἀκρόπολι… Ἦταν τόσο βέβαιος, ὥστε ἔκοψε καὶ ἀσημένια μετάλλια γιὰ νὰ τοὺς παρασημοφορήσῃ. Οἱ στρατιῶτες μας βρῆκαν ἔξω ἀπὸ τὸ Τεπελένι κάσσες ὁλόκληρες γεμᾶτες μ᾽ αὐτά, ὅπου ἔγραφαν· «Εἰς τοὺς νικητὰς τῆς Ἑλλάδος δόξα καὶ τιμή». Τί ἔ­γι­νε ὅμως; Ἕνας Νέστορας ἦταν ἡ πατρίδα μας· ἕνα μικρὸ κράτος μὲ λίγους στρατιῶτες, λίγα κανόνια, ἐλάχιστα ἀεροπλάνα, λίγα καραβάκια, ἐνῷ οἱ Ἰταλοὶ ἦταν πάνοπλοι. Ἐμεῖς τί εἴχαμε; Εἴχαμε καρδιά, εἴχαμε πίστι. Πιστεύαμε στὸ Θεό. Ὅταν ἔφευγαν οἱ στρατιῶτες μας ἀπὸ τὴ Θεσσα­λο­νίκη, ὅλοι περνοῦσαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Δημήτριο καὶ προσ­εύχονταν· Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει μοι. Ὅσοι ἔφευγαν ἀπὸ τὰ νησιὰ πήγαιναν στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Καὶ οἱ μανάδες καὶ οἱ πατεράδες καὶ ὅλοι μας προσευχόμασταν. Κ᾽ ἔτσι ἀνεβήκαμε στὰ ψηλὰ βου­νά, καὶ πήραμε τὴν Πίνδο καὶ τὴν ἑνώσαμε μὲ τὰ ἄστρα. Δὲν εἶνε θαῦμα αὐτό, ποὺ ἔγινε στὶς ἡμέρες τοῦ ἁγίου Δημητρίου; Θαύματα! ζωντανὴ εἶνε ἡ πίστι μας. Θ᾽ ἀκούσετε αὔριο τοὺς ῥήτορες νὰ λένε νὰ λένε. Ἕνα μόνο δὲν θυμοῦνται, τὸν Θεό, ποὺ ἔκανε τὰ θαύματα αὐτὰ τὰ μεγάλα. Ἀλλ᾽ ἂς κατεβῶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ βῆ­μα κι ἂς ἀνεβοῦν ἐδῶ οἱ μαχηταί μας τῆς Ἀλβανίας, αὐτοὶ πού ᾽νε πάνω ἀπὸ πενηνταπέντε – ἑξήντα ἐτῶν, ἂς ἔρ­θουν νὰ μᾶς ποῦν, πῶς ἔγινε· ὅτι ἐπάνω ἐκεῖ στὰ «κακοτράχαλα βουνά» μόνο ἡ πίστι στὸ Χριστὸ θαυματούργησε.

* * *

Αὐτὰ μᾶς θυμίζει σήμερα ὁ ἅγιος Δημήτρι­ος. Νὰ μισῇς τὴν ὑπερηφάνεια, θυμήσου ὅτι Κύριος «ὑπερηφάνοις ἀντι­τάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (ἔ.ἀ.). Στὶς σκληρὲς ἡ­μέρες ποὺ ζοῦμε τίποτα δὲν μᾶς σῴζει παρὰ μόνο τὸ θάρρος ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Χριστό.
Ὅσοι εἶνε ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες, ἂς γίνουν νέοι ἅγιοι Δημήτριοι. Ὅσοι εἶνε νέοι, ἂς γίνουν Νέστορες. Ὅ­σοι δειλιάζουν, ἂς πάρουν θάρρος καὶ πίστι. Ὅσοι εἶνε ταπεινοί, ἂς ταπεινωθοῦν περισσότερο. Ὅσοι εἶνε ὑπερή­φανοι ἂς ταπεινωθοῦν μπροστὰ στὸ Χριστό. Ἔτσι ὅλοι μὲ μιὰ ψυχὴ καὶ καρδιὰ ἂς ἑορτάσουμε τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Δοξάζοντας καὶ εὐαρεστώντας τὸ Θεό, ἂς τὸν παρακα­λέσουμε διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Δημητρίου νὰ εἰρηνεύῃ τὸν κόσμο. Ἐμεῖς ποὺ τὰ ζήσαμε, ποὺ οἱ πατεράδες μας ἔφυγαν στὸ μέτωπο κ᾽ ἐμεῖς μικρὰ παιδιὰ τρέμαμε, κλάψα­με καὶ πονέσαμε –ἐσεῖς δὲν ξέρετε τί θὰ πῇ πόλεμος–, ἐ­μεῖς ποὺ περάσαμε τὴ γενεά μας μέσα σὲ θύελλες καὶ ταραχές, ἐμεῖς ὅλοι γονατίζουμε καὶ παρακαλοῦμε τὸ Θεό, νὰ δώσῃ εἰρήνη στὸν τόπο μας, στὰ Βαλκάνια, στὴν ἀνθρω­πότητα, ὥστε ὁ κόσμος μὲ ἀγάπη, μὲ ὁμόνοια νὰ ἑορτάζῃ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ἑσπερινὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν παλαιὸ ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὸ Σάββατο 25-10-1969, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 11-9-2026.