Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Τους νεκρους αυτους ποιος θα τους ἀναστηση; Ὁ λογος του Θεου!

Φωτ. π. Αυγουστ. 1η

Ἀνεξάρτητα – αὐτοτελῆ – διαχρονικὰ – βασικὰ
Ἑσπερινὲς ὁμιλίες γενικοῦ ἀκροατηρίου καὶ διαχρονικοῦ ἐνδιαφέροντος
1969 Τοὺς νεκροὺς αὐτοὺς ποιός θὰ τοὺς ἀναστήσῃ; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ!

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2756
Σάββατο ἑσπέρας 17 Ὀκτωβρίου 2026

Τους νεκρους αυτους ποιος θα τους ἀναστηση; Ὁ λογος του Θεου!

«Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Λουκ. 21,33)

Δοξάζω, ἀγαπητοί μου, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰ­η­σοῦν Χριστόν, ποὺ μᾶς ἀξιώνει καὶ πάλι νὰ κηρύττουμε τὸν λόγο του.
Συγκίνησις καταλαμβάνει τὴν ψυχή μου. Αἰσθάνομαι τὴν εὐθύνη, ποὺ ἔχω ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, τῶν Χριστιανῶν μας. Ἂς ζητήσουμε ὅλοι τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἐὰν δὲν φωτίσῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, τότε ὄχι ἕνα, ὄχι δέκα, ἀλλὰ καὶ χίλια κηρύγμα­τα ν᾽ ἀ­κούσετε, δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ὠφέλεια· ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ θὰ μπαίνουν, ἀπὸ τὸ ἄλλο θὰ βγαίνουν.

Ἔτσι ἦταν στὴν ἀρχὴ καὶ οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Τρία χρό­­νια τοὺς εἶχε κοντά του, τοὺς δίδασκε τὰ σπουδαιότερα λόγια ποὺ ἀ­κούστηκαν ἐπάνω στὴ Γῆ, μὰ δὲν τὸν ἔνιωθαν, δὲν τὸν καταλάβαιναν, τὸν πίκραιναν· ἕ­ως ὅτου ἦρθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο, ἄνοιξε τὶς καρδιές των, καὶ τότε κατάλαβαν τί τοὺς ἔλε­γε ὅσο τὸν εἶχαν μαζί τους. Καὶ ἂν οἱ μαθηταί, ποὺ ἦταν ἅγιοι ἄν­­θρωποι, εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν οὐράνια διδασκαλία, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς, ἀδελφοί μου;
Γι᾽ αὐτὸ βλέπετε στὴν Θεία Λειτουργία ὁ ἱερεύς, προτοῦ νὰ διαβά­­σῃ τὸ εὐαγγέλιο, διαβάζει μέσα στὸ ἱερὸ μιὰ εὐχὴ μυστικιά, ποὺ καλύτερα θὰ ἦταν νὰ τὴ διαβάσῃ φωναχτά. Τί λέει αὐτὴ ἡ εὐχή;

Παρακαλεῖ τὸ Θεό, νὰ φωτίσῃ τὰ πνεύματα τῶν πιστῶν· «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρω­πε Δέσποτα, τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον (=ἀ­μόλυντο, ἁγνὸ καὶ καθαρό) φῶς καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυ­γμά­των κα­τανόησιν». Θεέ μου, λέει, ποὺ μᾶς ἀξιώνεις ν᾽ ἀ­κούσουμε τὰ λόγια σου, λάμψε μέσα στὴν καρδιά μας τὸ φῶς τὸ οὐράνιο, τὸ ἁγνὸ καὶ καθαρό σου φῶς, καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια τῆς ψυ­χῆς μας, γιὰ νὰ μπορέσουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ κατανοήσουμε τὰ κηρύ­­­γμα­τα τοῦ Εὐαγγελίου σου. Τί ὄμορφο εἶνε νὰ βρίσκεται καν­εὶς πρωὶ – πρωὶ σ᾽ ἕνα βουνὸ καὶ νὰ βλέπῃ νὰ βγαίνῃ ὁ ἥ­λιος, νὰ διαλύῃ τὰ σκοτάδια καὶ νὰ φωτίζῃ ὅλη τὴ γῆ! Ὡραία ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου· μὰ πιὸ ὄμορφο εἶ­νε ν᾽ ἀνατέλλῃ ὁ πνευ­ματικὸς ἥλι­ος, ὁ Χριστός. Ὁ φυσι­κὸς ἥλιος φωτίζει τὰ σώ­ματα, τὴ νεκρὴ φύσι, ὁ Χριστὸς μὲ τὸ Εὐ­αγγέλιό του φωτίζει τὶς ψυχὲς τῶν ἀν­θρώπων. Ἀλλ᾽ ὅπως τὸν ἥλιο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν ἀπολαύσῃ ἔχοντας τὰ μάτια του κλειστά, ἔτσι δὲν μπορεῖ ν᾽ ἀπολαύσῃ καὶ τὸ οὐ­ράνιο φῶς τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς κλειστά. Λάμψε, Χριστέ, μέσ᾽ στὶς καρδιές μας τὸ ἀθάνατό σου φῶς.
Τὴν ὥρα αὐτὴ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅγιο τοῦ Θεοῦ ὅλοι· καὶ σεῖς οἱ ἀ­κροαταὶ καὶ ἐμεῖς οἱ κήρυκες. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἶνε λόγια ἀνθρώπου, δὲν λέμε λόγια δικά μας· λέμε λόγια τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησί­ας. Κ᾽ ἔπρεπε ὅλοι νὰ αἰ­σθα­νώμαστε εὐθύνη.
Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφτασε 80 χρονῶν καὶ ζώντας στὴν ἐρημιὰ εἶχε ἁγιάσει, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκε τὰ πρόβα­τα καὶ σκεπτόταν τὸν Κύριο, εἶδε πρά­γματα μεγάλα. Ἄκουσε φω­νὴ νὰ τοῦ ἀναθέτῃ· –Πήγαινε κάτω στὸ λαὸ νὰ κηρύξῃς, νὰ πῇς τὰ λόγια μου. –Θεέ μου, ἀ­παντᾷ αὐτός, δὲν μπορῶ, δὲν εἶμαι ἄξι­ος νὰ μιλήσω. Τὰ λόγια σου μπερδεύονται στὸ στόμα μου, εἶμαι βραδύγλωσσος καὶ ἰ­σχνόφωνος, μικρὴ κι ἀ­δύνατη ἡ φωνή μου. Ἄ­φησέ με ἐδῶ νὰ βόσκω, μὴ μοῦ ἀναθέτεις τέτοια μεγάλη ἀποστολή… Καὶ αὐτός, ποὺ ἀρ­νιόταν τό­­τε νὰ πάῃ κάτω στὴν πολιτεία νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἦταν κάποιος μικρὸς καὶ ἀσήμαντος· ἦταν ὁ Μωυσῆς (βλ. Ἔξ. κεφ. 3ο.). Τὸν ἴδιο μάλιστα φόβο εἶχαν καὶ οἱ ἄλλοι προ­φῆ­τες, ὁ Δαυΐδ, ὁ Ἠσαΐας, ὁ Ἰερεμί­ας, ὅ­λα τὰ μεγάλα ἐκεῖνα πνεύματα. Ἂν λοι­πὸν ἐ­κεῖνοι ἔνιωθαν αὐτὸ τὸ δέος, τὸν φόβο νὰ κηρύξουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, πόσο μᾶλ­λον ἐμεῖς;
Θά ᾽πρεπε, ἀδελφοὶ καὶ πνευματικὰ τέκνα μου, τὴν ὥρα αὐ­τὴ ἐδῶ στὸν ἄμβωνα νὰ μὴν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἐπίσκοπος Αὐ­γου­στῖνος· θά ᾽πρεπε νὰ εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα, ἄϋλα καὶ ἀθάνατα πνεύματα τῆς Ἐκκλησίας· ἕνας Χρυσόστομος, Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος. Τί λέω; θά ᾽πρεπε ἐδῶ νὰ βρίσκεται ἕνας ἄγγελος, ἀρχάγγελος, γιὰ νὰ κηρύ­ξῃ στὴν οἰ­κουμένη τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἄγγελος; Ναὶ ἄγγελος, γιατὶ αὐτὸς ἔχει ὕ­παρξι πεντακάθαρη καὶ γλῶσσα πύρινη. Ἀλλὰ ἀλλοίμονό μας! ἐὰν ἐδῶ ἦταν κάποιος ἄγ­γελος, θὰ ἦταν αὐστηρὸς αὐστηρότατος· πολὺ πιὸ αὐστηρὸς ἀπ᾽ ὅ,τι ἐμεῖς οἱ αὐστηροὶ λεγόμενοι ἱερο­κήρυκες. Τὸ στόμα του θὰ ἦ­ταν φωτιά, θά ᾽καιγε τοὺς μοι­χούς, τοὺς πόρνους, τοὺς βλαστήμους· δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πλησιάσῃ κανείς ἕναν ἄγγελο ποὺ θ᾽ ἄστραφτε καὶ θὰ βροντοῦσε ἐπάνω στοὺς δεσποτικοὺς θρόνους καὶ τοὺς ἄμ­βωνες. Μποροῦσε ὁ Θεός, τοῦ εἶνε εὔκολο, κάθε φορὰ ποὺ λειτουργοῦμε καὶ κηρύττουμε νά ᾽στελνε ἕναν ἄγγελο. Ὅ­πως ἔστειλε στὴν ἁγνὴ παρθένο Μαρία καὶ τῆς εἶπε τὸ «Χαῖ­ρε» (Λουκ. 1,28), ἔτσι μποροῦσαν νὰ κατεβαίνουν καὶ στὰ ἱερὰ θυσιαστήρια νὰ λειτουργοῦν ἄγγελοι κι ἀπὸ τοὺς ἄμβωνες νὰ μιλοῦν ἀρχάγγελοι. Μὰ δὲν τό ᾽κανε αὐτὸ ὁ Θεός. Γιατί δὲν τό ᾽κανε; Ἐξηγεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος·
Σὲ ἀνθρώπους ἔδωσε τὰ ἅγια μυστήρια καὶ τὴν ἐντολὴ νὰ κηρύττουν, σὲ ἁπλοϊκοὺς ψα­ρᾶ­δες. Μάζεψε ἀτελεῖς ἀν­θρώπους καὶ τοὺς ἔδωσε τὴ μεγάλη ἐντολὴ «Πορευθέν­τες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα», πηγαίνετε σ᾽ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορ­ρᾶ καὶ νότο, ὅπου ὑπάρχει καλύ­βα, θνητὸς ἁμαρτωλός, ὅ­που ὑπάρχει ἀν­θρω­πότης· κηρύξτε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ· διδά­­ξτε τους νὰ τηροῦν «πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑ­μῖν», καὶ βαπτίστε τους «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁ­­γίου Πνεύματος» (Μάρκ. 16,15. Ματθ. 28,19). Αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ἔδωσε στοὺς δώδεκα ἀποστόλους. Καὶ οἱ ἀπόστολοι πήραν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὸν οὐράνιο σπό­ρο, καὶ σὰν τὸ γεωργό (ποὺ τέτοια ἐποχὴ σπέρνει τὸ σπόρο μέσα στὴ γῆ καὶ βγαίνουν τὰ στάχυα), τὸν ἔσπειραν μὲ κόπους, δάκρυα καὶ αἵματα, καὶ μὲ τὸν μεγάλο πόθο τους «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν» (Ψαλμ. 18,5).
Καὶ μετὰ τοὺς ἀποστόλους οἱ μαθηταὶ τῶν ἀποστόλων, π.χ. ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὁ μαθητὴς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Κοντά του διδάχτηκε. Πῆρε μετὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἅπλωσε τὰ δίχτυα του σὰν ψαρᾶς μέσα στὴν οἰκουμένη, ἔφτασε μέχρι τὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Θήβα, καὶ κήρυξε. Καὶ μέχρι σήμερα κηρύττει διὰ τοῦ Εὐαγγελίου του. Τὸ Κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο εἶνε ὡ­ραιότατο, εἶνε σὰν ζωγραφιά. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅταν πᾶ­τε στὰ σπίτια σας, ἀνοῖξτε ἀπόψε νὰ διαβάσετε τὸν Λουκᾶ. Φρέσκο τὸ πνεῦμα του, ὡραία ἡ γλῶσ­σα του, γλαφυρὰ ἡ διατύ­πωσί του, ζωντανὲς οἱ εἰκόνες του. Βλέπεις μέσα ἐκεῖ ἕνα πνεῦ­μα καθάριο, πνεῦμα ποὺ τὸ φώτισε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Λουκᾶς διδάσκει μέχρι σήμερα μὲ τὰ γραπτὰ κείμενά του, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων.

* * *

Σὲ ἀνθρώπους λοιπὸν ἀνέθεσε ὁ Κύριος τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ ὅταν ὑπάρχουν αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν καὶ καρδιὲς νὰ αἰ­σθαν­θοῦν, τότε τὸ κήρυγμα κάνει θαύματα.
Θαύματα; Ναὶ θαύματα. Ἕνα ἀνέκδοτο ἢ μᾶλλον ὅραμα θὰ σᾶς διηγηθῶ καὶ τελειώνω.
Ἦταν ἕνας προφήτης. Καὶ μιὰ μέ­ρα τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ τὸν ὕψωσε ψηλὰ – ψηλά, ἐπάνω στὰ σύννεφα, καὶ τὸν πῆγε σ᾽ ἕνα κάμπο, σὰν τῆς Φλωρίνης, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Θρᾴκης, καὶ τὸν ἄφησε ἐκεῖ. Ὅταν αὐτὸς ἄνοιξε τὰ μάτια του τί νὰ δῇ; Ὁ κάμ­πος δὲν ἦταν γε­μᾶ­τος στάχυα, οὔτε ὑπῆρχαν θεριστάδες νὰ τὸν θερίσουν. Ἐκεῖ ἦταν ἕνας ἄλλος «θεριστής». Ὅπως ἡ μηχανὴ θερίζει τὰ στάχυα κίτρινα, τὰ κόβει καὶ πέφτουν, καὶ ἀπ᾽ αὐτὰ βγάζει καρπό, ἔτσι καὶ μέσ᾽ στὴν κοινωνία περνάει μιὰ ἄλλη θεριστικὴ μηχανὴ ποὺ θερίζει· περνάει τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου. Ἐκεῖ λοιπόν, στὸ μεγάλο κάμπο εἶχε περάσει τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου. Καὶ ἀνοίγοντας τὰ μάτια του ὁ προφή­της τί εἶδε; Ὁ μεγάλος κάμπος, ἀπὸ τὸ ἕ­να ἄκρο ὣς τὸ ἄλλο, ἦταν γεμᾶτος σκόρπια ὀστᾶ, κόκκαλα ἀνθρώπων, πλυμένα ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ ξερὰ ἀπὸ τὸν ἥλιο. Εἶδε καὶ ἔφριξε. Κ᾽ ἐκεῖ ἀκούει τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ νὰ τοῦ λέῃ· –«Υἱὲ ἀνθρώπου», κήρυξε στὰ κόκκαλα. –Θεέ μου, λέει, στὰ κόκκαλα, στοὺς νε­κροὺς νὰ μιλή­­σω; Στεῖλε με στοὺς ζωντανοὺς νὰ μιλήσω, νὰ μ᾽ ἀκούσουν. Τὰ κόκκαλα εἶνε δυνα­τὸν ν᾽ ἀκούσουν; Δὲν ἀκοῦνε οἱ νεκροί. Καὶ ὅμως ἐδῶ ὁ Θεὸς διατάζει· Μίλα στὰ κόκκαλα! λέει. Καὶ τότε ὁ προφήτης κηρύττει στὰ κόκκαλα· –Ὀστᾶ, κινηθῆτε, πλησιάστε, ταιριάξτε. Καὶ τότε ἔγινε σει­σμός. Ἑκατομμύρια κόκκαλα ἀ­κούγον­ται νὰ τρίζουν (γιατὶ ξέρετε, ὁ ἀνθρώπινος σκελετὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ 206 κόκκαλα, μικρὰ καὶ μεγάλα). Ἀκούει ὁ προφήτης νὰ τρίζουν τὰ κόκκαλα καὶ τὸν πιάνει φόβος. Τὸ κάθε κόκκαλο πήγαινε στὴ θέσι του, καὶ σὲ λίγο ὅλος ὁ κάμπος γέμισε ἀπὸ σκελετοὺς κανονικούς. Τότε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ τοῦ λέει· –Κήρυξε δεύτερη φορά. Κηρύττει πάλι· –Ὀστᾶ – νεκροί, ἀ­κοῦστε!… Καὶ πάνω στὰ κόκκαλα ἀνέβηκαν σάρκες, καὶ πάνω στὶς σάρκες νεῦρα, φλέβες μικρὲς καὶ μεγάλες· καὶ μέσα στὸ κορμὶ πνευμόνια, καρδιές, ἐγκέφαλος, καὶ πά­­νω ἀπ᾽ ὅλα δέρμα. Γέμισε τώρα ὁ κάμπος κορμιά, ἀκίνητα πτώματα. Τρίτη ἐν­τολὴ τέλος· –Κήρυξε τώρα στὰ πτώματα. Καὶ κηρύττει στὰ πτώματα· –Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Κ᾽ ἐκείνη τὴν ὥρα τί ἔγινε· ἄ­νοιξαν τὰ μάτια τους, ζωντάνεψαν ὅλοι, καὶ γέμισε ὁ κάμ­πος ἀ­πὸ μιλιοῦνια, ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων ἄνθρωποι.
Αὐτὸ ἦταν τὸ ὅραμα. Ἂν ἀγαπᾶτε τὴν ἁγία Γραφή, διαβά­στε τὸ βράδυ καὶ τὸ κεφάλαιο 37 ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ, νὰ τὸ δῆτε. Καὶ ξέρετε πότε διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία μας ἡ θαυμάσια αὐτὴ περικοπή; Τὸ Μέγα Σάββατο μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Τὴ διάβασε κάποτε καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ συγκινήθηκε. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα ταιριάζει σ᾽ ἐμᾶς, στὴν πατρίδα μας, κατὰ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο ποὺ λέει·
«Ἀπ᾽ τὰ κόκκαλα βγαλμένη – τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερὰ
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη – χαῖρε ὤ χαῖρε, λευτεριά».
Κόκκαλα ἦταν, νεκροταφεῖο, καὶ πάνω σ᾽ αὐτὰ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ· Ἑλλάς, ἀναστήσου. Ἔτσι βγῆκε καὶ ἡ λευτεριά μας.
Τώρα;… Θὰ κολαστοῦμε, ἀδέρφια μου. Ἐ­μέ­να μοῦ ᾽ρχεται νὰ σταματήσω, νὰ μὴν κηρύττω. Ποιός ἀκούει; Εὐκολώτερα θ᾽ ἀκούσῃ ἕνας νεκρός, νὰ σηκωθῇ ἀπ᾽ τὸν τάφο, παρὰ ἕ­νας ζωντανὸς βουτηγμένος στὴν ἀτιμία.
Ἐπανέρχομαι στὸ θέμα. Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἰεζεκιήλ; Ἔχει σημασία. Διδάσκει πρῶτον, ὅτι μιὰ μέρα οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀ­ναστη­θοῦν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν δυὸ λογιῶν νεκροί· αὐτοὶ πού ᾽νε στὸ νεκροταφεῖο, κ᾽ ἐμεῖς ποὺ περπατᾶμε. Ἐκείνους μὴν τοὺς κλαῖτε· κλάψτε ἐμᾶς. Θά ᾽ρθῃ καιρός –τὸ λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, κάτι βλέπω κ᾽ ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός– ποὺ θὰ πᾶμε στὰ μνήμα­τα καὶ θὰ ποῦμε· «Βγῆτε, σεῖς οἱ πεθαμένοι, νὰ μποῦ­με ἐμεῖς οἱ ζωντανοί». Ἔρχεται ἡ ὥρα! Θὰ πληρώσουμε μὲ τόκο καὶ ἐπιτό­κιο τὰ ὄργια ποὺ κάνουμε. Τὸ πρωὶ ἦρθε μιὰ γυναίκα καὶ μοῦ λέει· Πάτερ μου, χανόμαστε. Ἐδῶ στὸ βουνὸ ὑπάρχουν σπηλιές, ποὺ τὶς ἄνοιξαν οἱ στρατιῶτες μας στὸν πόλεμο σὰν κατα­φύγια. Δὲν σηκώνεσαι καμμιὰ βραδιὰ νὰ πᾷς μὲ τὴ μαγκούρα στὶς σπηλιὲς νὰ δῇς τί γίνεται; «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Ἐφ. 5,12). Ἂν ἤμουν κράτος, ὄχι ἐπίσκοπος, αὐτὰ μποροῦσαν νὰ λείψουν μέσα σὲ 24 ὧρες. Ἕνα ἄλλο κτηνάριο ἀπὸ ἕνα χωριὸ ἀτίμασε ἕνα κορίτσι λευκό, πάνλευκο. Κι ἀφοῦ ἔμεινε ἔγκυος, τὴν πῆγε σὲ κλινικὴ νὰ κά­νῃ ἔκτρωσι. Τὸν καλοῦμε τώρα μιά, δυό, τρεῖς, τέσ­σερις, πέντε φορὲς στὸν δεσπότη. Τί νὰ κάνω; Δὲν εἶμαι βλέ­πεις οὔτε εἰσαγγελέας οὔτε στρατηγός. Καὶ μόλις τὸν ἐκάλεσα στὴν πλατεῖα, ἄρχισε νὰ μὲ ὑβρίζῃ μὲ τὰ φοβερώτερα λόγια.
Νεκροὶ δὲν εἶνε μόνο αὐτοὶ πού ᾽νε στὰ μνήματα· εἶνε καὶ ἄλλοι, «ζωντανοί». Γιατί εἶνε νε­κροί; Ἐμένα ῥωτᾶτε; Διαβάστε στὸ Κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου (βλ. Λουκ. 15,11-32). Τί λέει; Τὴν ξέρετε· ὅτι ἕνας πατέρας εἶ­χε δυὸ παιδιά. Τοῦ μικρότερου τὰ μυα­λὰ πῆ­ραν ἀέρα. –Πατέρα, φεύγω. Δὲν πῆρε τὴν εὐ­χή του. Τράβηξε μακριά· ἔζησε μὲ διασκεδάσεις, γλέν­τια, γυναῖκες. Μετὰ μετανόησε, γύρισε πίσω. Ὁ πατέρας δὲν τὸν ἔδιωξε, ἄ­­­νοιξε τὴν ἀγκάλη καὶ τὸν δέχτηκε, ἄνοιξε τὸ σπίτι κ᾽ ἔκανε τραπέζι. Ὅταν ὁ ἄλλος γυιὸς ἦρ­θε, ἀκούει βιολιά, μουσικές. –Ὤ, λέει, γιατί αὐτά; –Ἦρθε ὁ ἀδερφός σου, τοῦ λένε. Δὲν ἤθελε νὰ μπῇ. Ὁ πατέρας βγαίνει στὴν πόρτα. –Ἔλα μέσα, παιδί μου. –Ὄχι. –Για­τί; –Ἦρθε αὐτὸς ὁ ἄσωτος καὶ τὸν δέχτηκες. –Παιδί μου, λέει ὁ πατέρας, ἔπρεπε νὰ χαροῦ­με σήμερα, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἀδερφός σου «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑ­ρέθη».
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ἡ ἁγία Γραφὴ κάνει διάκρισι· ὑπάρχουν νεκροὶ πού ᾽νε μέσα στὰ φέρετρα καὶ στοὺς τάφους, καὶ νεκροὶ ποὺ περπατοῦν ἔξω. Πόσοι εἶνε οἱ κάτοικοι ἐδῶ στὴν πόλι; Δέκα χιλιάδες; δὲν μοῦ λέτε, πόσοι εἶνε ζωντανοί, ζων­τανοὶ ἠθικὰ καὶ πνευματικά; Ὅποιος δὲν σκέπτεται τὸ Θεό, ἡ καρδιά του δὲν πάλλει ἀπὸ πίστι καὶ δὲν ζῇ ἐν ἀ­ρετῇ, δὲν κάνει σταυρό, ἐλεημοσύνη, ἔργο ἀ­γαθό, αὐτὸς εἶνε νεκρός, νεκρὸς ἄταφος. Πόσοι εἶνε ἔτσι! Πλῆθος. Αὐτοὺς τοὺς νεκροὺς ποιός θὰ τοὺς ἀναστήσῃ; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ νεκρανάστασις, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλη ἀξία.

* * *

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἀπόψε. Ἀρχίζουμε τὸ κήρυγμα. Θεέ μου, ποῦ θὰ σπείρω τὸν λόγο σου καὶ πόσοι θὰ μ᾽ ἀκούσουν; Δύσκολα τὰ χρόνια ποὺ ζοῦμε. Οἱ ἄνθρωποι τὴ νύχτα θ᾽ ἀνοίξουν ν᾽ ἀ­κού­σουν ἄλλος τὸν ἕνα κι ἄλλος τὸν ἄλλο στα­θμό. Τ᾽ αὐτιά τους κολλημένα ἐ­κεῖ, ν᾽ ἀκούσουν ψευτιὲς ἐπὶ ὧρες, καὶ τὰ μάτια τους τεντωμένα στὶς ὀθόνες τῆς ἁμαρτί­ας. Μόνο στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ἔχει βουλώσει τὸ αὐτιά τους ὁ σατα­νᾶς, νὰ μὴν ἀκοῦνε τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ λόγια τῆς ἀλήθειας, τῆς ἀρε­τῆς καὶ τοῦ φωτός.
Δύσκολα λοιπὸν τὰ χρόνια, μὰ ἐμεῖς θὰ κηρύξουμε. Ἀκούω τὸν προφήτη Ἰωὴλ ποὺ φωνάζει· Κηρύξτε, σαλπίστε (βλ. Ἰλ. 1,5· 2,1,15· 4,9). Θὰ κηρύξω κ᾽ ἐγώ. Ἂν δὲν μ᾽ ἀκούσουν οἱ χίλιοι, θὰ μ᾽ ἀκούσουν πεντακόσοι· δὲν θ᾽ ἀκούσουν οἱ πεντακόσοι; θ᾽ ἀκούσουν οἱ διακόσοι· δὲν ἀκοῦνε οἱ διακόσοι; θ᾽ ἀκούσουν οἱ ἑκατό· δὲν ἀκοῦνε οἱ ἑκατό; θ᾽ ἀκούσουν οἱ πενήν­τα· δὲν ἀκοῦνε οἱ πενήντα; θ᾽ ἀκούσουν οἱ εἴκοσι, οἱ δέκα. Δὲν ὑπάρχουν, Θεέ μου, δέκα; ἂς ἀκούσουν πέντε; Ἀλλὰ καὶ ἕνας ν᾽ ἀ­κούσῃ, φτάνει αὐτός· ἔχει ἀξία. Ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ οὔτε ἕνας; ἔ τότε, ἀδέρφια μου, δῶ­στε μου μιὰ λεκάνη νὰ πλύνω τὰ χέρια μου καὶ νὰ πῶ· «Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος… τούτου» (πρβλ. Ματθ. 27,24). Ὅταν κ᾽ ἐγὼ ὁ ἁμαρτω­λὸς παρουσιαστῶ στὸν ἄλλο κόσμο μπροστὰ στὸ Χριστό, γυμνὸς ἀπὸ ἀξιώματα, γυμνὸς ἀπὸ μίτρες καὶ ἐγκόλπια, καὶ θὰ δικάζωνται οἱ ψυχές μας, θὰ πῶ· Χριστέ μου, τὸ καθῆκον μου τὸ ἔκανα, πῆγα στὴ Φλώρινα, τοὺς κήρυξα μ᾽ ὅλη μου τὴν πίστι τὸ λόγο σου· τώρα, ἂν αὐτοὶ δὲν τὸν ἐφαρμόζουν, εἶνε ἄλλο ζήτημα.

* * *

Ταῦτα, ἀγαπητοί μου. Ἀρχίσαμε τὰ κηρύ­γμα­τα. Σᾶς παρακαλῶ πολύ, φροντίστε τὰ καθή­­κοντά σας. Τὸ δικό μου χρέος τὸ ξέρετε· θὰ πῶ «τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴ σκάφη σκάφη». Μὲ γνωρίζετε· γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ παίζω κορώνα-γράμματα καὶ τὸ θρόνο καὶ τὴ ζωή μου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θεωρούμεθα τρελλοί· γιὰ τὸν κόσμο τρελλὸς θεωρεῖται σήμερα ὅ­ποιος πάει μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔτσι κοντὰ στ᾽ ἄλλα παράσημα πῆρα ἐδῶ καὶ τὸ παράσημο τῆς τρέλλας. Δοξάζω τὸ Θεό. Ἀπὸ ἐμένα ψευτιὰ δὲν θ᾽ ἀκούσετε· θὰ σᾶς πῶ τὴν ἀλήθεια ἀτόφια, ἀκέραια, μπροστὰ στὰ ἄστρα τοῦ οὐ­ρανοῦ καὶ μπροστὰ στὴν ἀγαπητή μου πατρίδα. Γιατὶ ξέρω, ὅτι μόνο ἡ ἀλήθεια ἀνασταίνει καὶ σῴζει λαούς. Τὸ καθῆκον τὸ δικό μου εἶνε αὐτό.
Τὸ δικό σας καθῆκον ποιό εἶνε; Νά ᾽ρχεστε τακτικὰ καὶ ν᾽ ἀ­κοῦτε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσπαθῆτε αὐτὰ ποὺ ἀκοῦτε νὰ τὰ ἐφαρμόζετε. Σᾶς εἶπα ἀπόψε νὰ πᾶτε στὰ σπίτια νὰ διαβάσετε τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο· νὰ τὸ διαβάσετε. Σᾶς εἶπα ν᾽ ἀ­νοίξετε τὸ 37ο κεφάλαιο τοῦ Ἰεζεκιὴλ· διαβάστε το προτοῦ νὰ κοι­μηθῆτε. Νὰ ἐκτελῆτε ὅ,τι μαθαίνετε· γιατὶ εἶπε ὁ Χριστός, «Μακάριοι» ὄχι οἱ ἀκούοντες μόνο «τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ» ἀλ­λὰ καὶ «οἱ φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. 11,28). Καὶ τέλος νὰ μὴν ἔρχεστε μόνοι σας. Ἦταν μέρες ποὺ τὸ κήρυ­γμά μας ἀκουγόταν σὲ βουνὰ καὶ λαγκάδια· τώρα δὲν τό ᾽χουμε τὸ προνόμιο αὐτό. Ἀλλὰ δὲν καμπτόμεθα, δὲν λυγίζουμε. Ἐσεῖς κάθε φορὰ ποὺ ἔρχεστε, νὰ φέρνῃ ὁ καθένας σας καὶ κάποιον ἄλλο, ν᾽ αὐξηθοῦμε, κ᾽ ἔτσι θὰ προχωρήσουμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Σᾶς εὔχομαι, ἀδελφοί μου, κάθε προθυμία καὶ ζῆλο στὴν ἀκρόασι τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 18-10-1969, Σάββατο ἑσπέρας, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 21-8-2026.