Ἀνεξάρτητα – αὐτοτελῆ – διαχρονικὰ – βασικὰ
Ἑσπερινὲς ὁμιλίες γενικοῦ ἀκροατηρίου καὶ διαχρονικοῦ ἐνδιαφέροντος
1969 Τοὺς νεκροὺς αὐτοὺς ποιός θὰ τοὺς ἀναστήσῃ; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ!
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2756
Σάββατο ἑσπέρας 17 Ὀκτωβρίου 2026
«Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Λουκ. 21,33)
Συγκίνησις καταλαμβάνει τὴν ψυχή μου. Αἰσθάνομαι τὴν εὐθύνη, ποὺ ἔχω ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, τῶν Χριστιανῶν μας. Ἂς ζητήσουμε ὅλοι τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἐὰν δὲν φωτίσῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, τότε ὄχι ἕνα, ὄχι δέκα, ἀλλὰ καὶ χίλια κηρύγματα ν᾽ ἀκούσετε, δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ὠφέλεια· ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ θὰ μπαίνουν, ἀπὸ τὸ ἄλλο θὰ βγαίνουν.
Ἔτσι ἦταν στὴν ἀρχὴ καὶ οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Τρία χρόνια τοὺς εἶχε κοντά του, τοὺς δίδασκε τὰ σπουδαιότερα λόγια ποὺ ἀκούστηκαν ἐπάνω στὴ Γῆ, μὰ δὲν τὸν ἔνιωθαν, δὲν τὸν καταλάβαιναν, τὸν πίκραιναν· ἕως ὅτου ἦρθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἄνοιξε τὶς καρδιές των, καὶ τότε κατάλαβαν τί τοὺς ἔλεγε ὅσο τὸν εἶχαν μαζί τους. Καὶ ἂν οἱ μαθηταί, ποὺ ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι, εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν οὐράνια διδασκαλία, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς, ἀδελφοί μου;
Γι᾽ αὐτὸ βλέπετε στὴν Θεία Λειτουργία ὁ ἱερεύς, προτοῦ νὰ διαβάσῃ τὸ εὐαγγέλιο, διαβάζει μέσα στὸ ἱερὸ μιὰ εὐχὴ μυστικιά, ποὺ καλύτερα θὰ ἦταν νὰ τὴ διαβάσῃ φωναχτά. Τί λέει αὐτὴ ἡ εὐχή;
Παρακαλεῖ τὸ Θεό, νὰ φωτίσῃ τὰ πνεύματα τῶν πιστῶν· «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον (=ἀμόλυντο, ἁγνὸ καὶ καθαρό) φῶς καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν». Θεέ μου, λέει, ποὺ μᾶς ἀξιώνεις ν᾽ ἀκούσουμε τὰ λόγια σου, λάμψε μέσα στὴν καρδιά μας τὸ φῶς τὸ οὐράνιο, τὸ ἁγνὸ καὶ καθαρό σου φῶς, καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιὰ νὰ μπορέσουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ κατανοήσουμε τὰ κηρύγματα τοῦ Εὐαγγελίου σου. Τί ὄμορφο εἶνε νὰ βρίσκεται κανεὶς πρωὶ – πρωὶ σ᾽ ἕνα βουνὸ καὶ νὰ βλέπῃ νὰ βγαίνῃ ὁ ἥλιος, νὰ διαλύῃ τὰ σκοτάδια καὶ νὰ φωτίζῃ ὅλη τὴ γῆ! Ὡραία ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου· μὰ πιὸ ὄμορφο εἶνε ν᾽ ἀνατέλλῃ ὁ πνευματικὸς ἥλιος, ὁ Χριστός. Ὁ φυσικὸς ἥλιος φωτίζει τὰ σώματα, τὴ νεκρὴ φύσι, ὁ Χριστὸς μὲ τὸ Εὐαγγέλιό του φωτίζει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ᾽ ὅπως τὸν ἥλιο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν ἀπολαύσῃ ἔχοντας τὰ μάτια του κλειστά, ἔτσι δὲν μπορεῖ ν᾽ ἀπολαύσῃ καὶ τὸ οὐράνιο φῶς τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς κλειστά. Λάμψε, Χριστέ, μέσ᾽ στὶς καρδιές μας τὸ ἀθάνατό σου φῶς.
Τὴν ὥρα αὐτὴ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο τοῦ Θεοῦ ὅλοι· καὶ σεῖς οἱ ἀκροαταὶ καὶ ἐμεῖς οἱ κήρυκες. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἶνε λόγια ἀνθρώπου, δὲν λέμε λόγια δικά μας· λέμε λόγια τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας. Κ᾽ ἔπρεπε ὅλοι νὰ αἰσθανώμαστε εὐθύνη.
Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφτασε 80 χρονῶν καὶ ζώντας στὴν ἐρημιὰ εἶχε ἁγιάσει, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκε τὰ πρόβατα καὶ σκεπτόταν τὸν Κύριο, εἶδε πράγματα μεγάλα. Ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ ἀναθέτῃ· –Πήγαινε κάτω στὸ λαὸ νὰ κηρύξῃς, νὰ πῇς τὰ λόγια μου. –Θεέ μου, ἀπαντᾷ αὐτός, δὲν μπορῶ, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μιλήσω. Τὰ λόγια σου μπερδεύονται στὸ στόμα μου, εἶμαι βραδύγλωσσος καὶ ἰσχνόφωνος, μικρὴ κι ἀδύνατη ἡ φωνή μου. Ἄφησέ με ἐδῶ νὰ βόσκω, μὴ μοῦ ἀναθέτεις τέτοια μεγάλη ἀποστολή… Καὶ αὐτός, ποὺ ἀρνιόταν τότε νὰ πάῃ κάτω στὴν πολιτεία νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἦταν κάποιος μικρὸς καὶ ἀσήμαντος· ἦταν ὁ Μωυσῆς (βλ. Ἔξ. κεφ. 3ο.). Τὸν ἴδιο μάλιστα φόβο εἶχαν καὶ οἱ ἄλλοι προφῆτες, ὁ Δαυΐδ, ὁ Ἠσαΐας, ὁ Ἰερεμίας, ὅλα τὰ μεγάλα ἐκεῖνα πνεύματα. Ἂν λοιπὸν ἐκεῖνοι ἔνιωθαν αὐτὸ τὸ δέος, τὸν φόβο νὰ κηρύξουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς;
Θά ᾽πρεπε, ἀδελφοὶ καὶ πνευματικὰ τέκνα μου, τὴν ὥρα αὐτὴ ἐδῶ στὸν ἄμβωνα νὰ μὴν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος· θά ᾽πρεπε νὰ εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα, ἄϋλα καὶ ἀθάνατα πνεύματα τῆς Ἐκκλησίας· ἕνας Χρυσόστομος, Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος. Τί λέω; θά ᾽πρεπε ἐδῶ νὰ βρίσκεται ἕνας ἄγγελος, ἀρχάγγελος, γιὰ νὰ κηρύξῃ στὴν οἰκουμένη τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἄγγελος; Ναὶ ἄγγελος, γιατὶ αὐτὸς ἔχει ὕπαρξι πεντακάθαρη καὶ γλῶσσα πύρινη. Ἀλλὰ ἀλλοίμονό μας! ἐὰν ἐδῶ ἦταν κάποιος ἄγγελος, θὰ ἦταν αὐστηρὸς αὐστηρότατος· πολὺ πιὸ αὐστηρὸς ἀπ᾽ ὅ,τι ἐμεῖς οἱ αὐστηροὶ λεγόμενοι ἱεροκήρυκες. Τὸ στόμα του θὰ ἦταν φωτιά, θά ᾽καιγε τοὺς μοιχούς, τοὺς πόρνους, τοὺς βλαστήμους· δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πλησιάσῃ κανείς ἕναν ἄγγελο ποὺ θ᾽ ἄστραφτε καὶ θὰ βροντοῦσε ἐπάνω στοὺς δεσποτικοὺς θρόνους καὶ τοὺς ἄμβωνες. Μποροῦσε ὁ Θεός, τοῦ εἶνε εὔκολο, κάθε φορὰ ποὺ λειτουργοῦμε καὶ κηρύττουμε νά ᾽στελνε ἕναν ἄγγελο. Ὅπως ἔστειλε στὴν ἁγνὴ παρθένο Μαρία καὶ τῆς εἶπε τὸ «Χαῖρε» (Λουκ. 1,28), ἔτσι μποροῦσαν νὰ κατεβαίνουν καὶ στὰ ἱερὰ θυσιαστήρια νὰ λειτουργοῦν ἄγγελοι κι ἀπὸ τοὺς ἄμβωνες νὰ μιλοῦν ἀρχάγγελοι. Μὰ δὲν τό ᾽κανε αὐτὸ ὁ Θεός. Γιατί δὲν τό ᾽κανε; Ἐξηγεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος·
Σὲ ἀνθρώπους ἔδωσε τὰ ἅγια μυστήρια καὶ τὴν ἐντολὴ νὰ κηρύττουν, σὲ ἁπλοϊκοὺς ψαρᾶδες. Μάζεψε ἀτελεῖς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔδωσε τὴ μεγάλη ἐντολὴ «Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα», πηγαίνετε σ᾽ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορρᾶ καὶ νότο, ὅπου ὑπάρχει καλύβα, θνητὸς ἁμαρτωλός, ὅπου ὑπάρχει ἀνθρωπότης· κηρύξτε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ· διδάξτε τους νὰ τηροῦν «πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν», καὶ βαπτίστε τους «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος» (Μάρκ. 16,15. Ματθ. 28,19). Αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ἔδωσε στοὺς δώδεκα ἀποστόλους. Καὶ οἱ ἀπόστολοι πήραν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὸν οὐράνιο σπόρο, καὶ σὰν τὸ γεωργό (ποὺ τέτοια ἐποχὴ σπέρνει τὸ σπόρο μέσα στὴ γῆ καὶ βγαίνουν τὰ στάχυα), τὸν ἔσπειραν μὲ κόπους, δάκρυα καὶ αἵματα, καὶ μὲ τὸν μεγάλο πόθο τους «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν» (Ψαλμ. 18,5).
Καὶ μετὰ τοὺς ἀποστόλους οἱ μαθηταὶ τῶν ἀποστόλων, π.χ. ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὁ μαθητὴς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Κοντά του διδάχτηκε. Πῆρε μετὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἅπλωσε τὰ δίχτυα του σὰν ψαρᾶς μέσα στὴν οἰκουμένη, ἔφτασε μέχρι τὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Θήβα, καὶ κήρυξε. Καὶ μέχρι σήμερα κηρύττει διὰ τοῦ Εὐαγγελίου του. Τὸ Κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο εἶνε ὡραιότατο, εἶνε σὰν ζωγραφιά. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅταν πᾶτε στὰ σπίτια σας, ἀνοῖξτε ἀπόψε νὰ διαβάσετε τὸν Λουκᾶ. Φρέσκο τὸ πνεῦμα του, ὡραία ἡ γλῶσσα του, γλαφυρὰ ἡ διατύπωσί του, ζωντανὲς οἱ εἰκόνες του. Βλέπεις μέσα ἐκεῖ ἕνα πνεῦμα καθάριο, πνεῦμα ποὺ τὸ φώτισε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Λουκᾶς διδάσκει μέχρι σήμερα μὲ τὰ γραπτὰ κείμενά του, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων.
* * *
Σὲ ἀνθρώπους λοιπὸν ἀνέθεσε ὁ Κύριος τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ ὅταν ὑπάρχουν αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν καὶ καρδιὲς νὰ αἰσθανθοῦν, τότε τὸ κήρυγμα κάνει θαύματα.
Θαύματα; Ναὶ θαύματα. Ἕνα ἀνέκδοτο ἢ μᾶλλον ὅραμα θὰ σᾶς διηγηθῶ καὶ τελειώνω.
Ἦταν ἕνας προφήτης. Καὶ μιὰ μέρα τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ τὸν ὕψωσε ψηλὰ – ψηλά, ἐπάνω στὰ σύννεφα, καὶ τὸν πῆγε σ᾽ ἕνα κάμπο, σὰν τῆς Φλωρίνης, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Θρᾴκης, καὶ τὸν ἄφησε ἐκεῖ. Ὅταν αὐτὸς ἄνοιξε τὰ μάτια του τί νὰ δῇ; Ὁ κάμπος δὲν ἦταν γεμᾶτος στάχυα, οὔτε ὑπῆρχαν θεριστάδες νὰ τὸν θερίσουν. Ἐκεῖ ἦταν ἕνας ἄλλος «θεριστής». Ὅπως ἡ μηχανὴ θερίζει τὰ στάχυα κίτρινα, τὰ κόβει καὶ πέφτουν, καὶ ἀπ᾽ αὐτὰ βγάζει καρπό, ἔτσι καὶ μέσ᾽ στὴν κοινωνία περνάει μιὰ ἄλλη θεριστικὴ μηχανὴ ποὺ θερίζει· περνάει τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου. Ἐκεῖ λοιπόν, στὸ μεγάλο κάμπο εἶχε περάσει τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου. Καὶ ἀνοίγοντας τὰ μάτια του ὁ προφήτης τί εἶδε; Ὁ μεγάλος κάμπος, ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο ὣς τὸ ἄλλο, ἦταν γεμᾶτος σκόρπια ὀστᾶ, κόκκαλα ἀνθρώπων, πλυμένα ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ ξερὰ ἀπὸ τὸν ἥλιο. Εἶδε καὶ ἔφριξε. Κ᾽ ἐκεῖ ἀκούει τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ νὰ τοῦ λέῃ· –«Υἱὲ ἀνθρώπου», κήρυξε στὰ κόκκαλα. –Θεέ μου, λέει, στὰ κόκκαλα, στοὺς νεκροὺς νὰ μιλήσω; Στεῖλε με στοὺς ζωντανοὺς νὰ μιλήσω, νὰ μ᾽ ἀκούσουν. Τὰ κόκκαλα εἶνε δυνατὸν ν᾽ ἀκούσουν; Δὲν ἀκοῦνε οἱ νεκροί. Καὶ ὅμως ἐδῶ ὁ Θεὸς διατάζει· Μίλα στὰ κόκκαλα! λέει. Καὶ τότε ὁ προφήτης κηρύττει στὰ κόκκαλα· –Ὀστᾶ, κινηθῆτε, πλησιάστε, ταιριάξτε. Καὶ τότε ἔγινε σεισμός. Ἑκατομμύρια κόκκαλα ἀκούγονται νὰ τρίζουν (γιατὶ ξέρετε, ὁ ἀνθρώπινος σκελετὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ 206 κόκκαλα, μικρὰ καὶ μεγάλα). Ἀκούει ὁ προφήτης νὰ τρίζουν τὰ κόκκαλα καὶ τὸν πιάνει φόβος. Τὸ κάθε κόκκαλο πήγαινε στὴ θέσι του, καὶ σὲ λίγο ὅλος ὁ κάμπος γέμισε ἀπὸ σκελετοὺς κανονικούς. Τότε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ τοῦ λέει· –Κήρυξε δεύτερη φορά. Κηρύττει πάλι· –Ὀστᾶ – νεκροί, ἀκοῦστε!… Καὶ πάνω στὰ κόκκαλα ἀνέβηκαν σάρκες, καὶ πάνω στὶς σάρκες νεῦρα, φλέβες μικρὲς καὶ μεγάλες· καὶ μέσα στὸ κορμὶ πνευμόνια, καρδιές, ἐγκέφαλος, καὶ πάνω ἀπ᾽ ὅλα δέρμα. Γέμισε τώρα ὁ κάμπος κορμιά, ἀκίνητα πτώματα. Τρίτη ἐντολὴ τέλος· –Κήρυξε τώρα στὰ πτώματα. Καὶ κηρύττει στὰ πτώματα· –Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Κ᾽ ἐκείνη τὴν ὥρα τί ἔγινε· ἄνοιξαν τὰ μάτια τους, ζωντάνεψαν ὅλοι, καὶ γέμισε ὁ κάμπος ἀπὸ μιλιοῦνια, ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων ἄνθρωποι.
Αὐτὸ ἦταν τὸ ὅραμα. Ἂν ἀγαπᾶτε τὴν ἁγία Γραφή, διαβάστε τὸ βράδυ καὶ τὸ κεφάλαιο 37 ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ, νὰ τὸ δῆτε. Καὶ ξέρετε πότε διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία μας ἡ θαυμάσια αὐτὴ περικοπή; Τὸ Μέγα Σάββατο μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Τὴ διάβασε κάποτε καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ συγκινήθηκε. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα ταιριάζει σ᾽ ἐμᾶς, στὴν πατρίδα μας, κατὰ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο ποὺ λέει·
«Ἀπ᾽ τὰ κόκκαλα βγαλμένη – τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερὰ
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη – χαῖρε ὤ χαῖρε, λευτεριά».
Κόκκαλα ἦταν, νεκροταφεῖο, καὶ πάνω σ᾽ αὐτὰ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ· Ἑλλάς, ἀναστήσου. Ἔτσι βγῆκε καὶ ἡ λευτεριά μας.
Τώρα;… Θὰ κολαστοῦμε, ἀδέρφια μου. Ἐμένα μοῦ ᾽ρχεται νὰ σταματήσω, νὰ μὴν κηρύττω. Ποιός ἀκούει; Εὐκολώτερα θ᾽ ἀκούσῃ ἕνας νεκρός, νὰ σηκωθῇ ἀπ᾽ τὸν τάφο, παρὰ ἕνας ζωντανὸς βουτηγμένος στὴν ἀτιμία.
Ἐπανέρχομαι στὸ θέμα. Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἰεζεκιήλ; Ἔχει σημασία. Διδάσκει πρῶτον, ὅτι μιὰ μέρα οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν δυὸ λογιῶν νεκροί· αὐτοὶ πού ᾽νε στὸ νεκροταφεῖο, κ᾽ ἐμεῖς ποὺ περπατᾶμε. Ἐκείνους μὴν τοὺς κλαῖτε· κλάψτε ἐμᾶς. Θά ᾽ρθῃ καιρός –τὸ λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, κάτι βλέπω κ᾽ ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός– ποὺ θὰ πᾶμε στὰ μνήματα καὶ θὰ ποῦμε· «Βγῆτε, σεῖς οἱ πεθαμένοι, νὰ μποῦμε ἐμεῖς οἱ ζωντανοί». Ἔρχεται ἡ ὥρα! Θὰ πληρώσουμε μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο τὰ ὄργια ποὺ κάνουμε. Τὸ πρωὶ ἦρθε μιὰ γυναίκα καὶ μοῦ λέει· Πάτερ μου, χανόμαστε. Ἐδῶ στὸ βουνὸ ὑπάρχουν σπηλιές, ποὺ τὶς ἄνοιξαν οἱ στρατιῶτες μας στὸν πόλεμο σὰν καταφύγια. Δὲν σηκώνεσαι καμμιὰ βραδιὰ νὰ πᾷς μὲ τὴ μαγκούρα στὶς σπηλιὲς νὰ δῇς τί γίνεται; «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Ἐφ. 5,12). Ἂν ἤμουν κράτος, ὄχι ἐπίσκοπος, αὐτὰ μποροῦσαν νὰ λείψουν μέσα σὲ 24 ὧρες. Ἕνα ἄλλο κτηνάριο ἀπὸ ἕνα χωριὸ ἀτίμασε ἕνα κορίτσι λευκό, πάνλευκο. Κι ἀφοῦ ἔμεινε ἔγκυος, τὴν πῆγε σὲ κλινικὴ νὰ κάνῃ ἔκτρωσι. Τὸν καλοῦμε τώρα μιά, δυό, τρεῖς, τέσσερις, πέντε φορὲς στὸν δεσπότη. Τί νὰ κάνω; Δὲν εἶμαι βλέπεις οὔτε εἰσαγγελέας οὔτε στρατηγός. Καὶ μόλις τὸν ἐκάλεσα στὴν πλατεῖα, ἄρχισε νὰ μὲ ὑβρίζῃ μὲ τὰ φοβερώτερα λόγια.
Νεκροὶ δὲν εἶνε μόνο αὐτοὶ πού ᾽νε στὰ μνήματα· εἶνε καὶ ἄλλοι, «ζωντανοί». Γιατί εἶνε νεκροί; Ἐμένα ῥωτᾶτε; Διαβάστε στὸ Κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου (βλ. Λουκ. 15,11-32). Τί λέει; Τὴν ξέρετε· ὅτι ἕνας πατέρας εἶχε δυὸ παιδιά. Τοῦ μικρότερου τὰ μυαλὰ πῆραν ἀέρα. –Πατέρα, φεύγω. Δὲν πῆρε τὴν εὐχή του. Τράβηξε μακριά· ἔζησε μὲ διασκεδάσεις, γλέντια, γυναῖκες. Μετὰ μετανόησε, γύρισε πίσω. Ὁ πατέρας δὲν τὸν ἔδιωξε, ἄνοιξε τὴν ἀγκάλη καὶ τὸν δέχτηκε, ἄνοιξε τὸ σπίτι κ᾽ ἔκανε τραπέζι. Ὅταν ὁ ἄλλος γυιὸς ἦρθε, ἀκούει βιολιά, μουσικές. –Ὤ, λέει, γιατί αὐτά; –Ἦρθε ὁ ἀδερφός σου, τοῦ λένε. Δὲν ἤθελε νὰ μπῇ. Ὁ πατέρας βγαίνει στὴν πόρτα. –Ἔλα μέσα, παιδί μου. –Ὄχι. –Γιατί; –Ἦρθε αὐτὸς ὁ ἄσωτος καὶ τὸν δέχτηκες. –Παιδί μου, λέει ὁ πατέρας, ἔπρεπε νὰ χαροῦμε σήμερα, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἀδερφός σου «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ἡ ἁγία Γραφὴ κάνει διάκρισι· ὑπάρχουν νεκροὶ πού ᾽νε μέσα στὰ φέρετρα καὶ στοὺς τάφους, καὶ νεκροὶ ποὺ περπατοῦν ἔξω. Πόσοι εἶνε οἱ κάτοικοι ἐδῶ στὴν πόλι; Δέκα χιλιάδες; δὲν μοῦ λέτε, πόσοι εἶνε ζωντανοί, ζωντανοὶ ἠθικὰ καὶ πνευματικά; Ὅποιος δὲν σκέπτεται τὸ Θεό, ἡ καρδιά του δὲν πάλλει ἀπὸ πίστι καὶ δὲν ζῇ ἐν ἀρετῇ, δὲν κάνει σταυρό, ἐλεημοσύνη, ἔργο ἀγαθό, αὐτὸς εἶνε νεκρός, νεκρὸς ἄταφος. Πόσοι εἶνε ἔτσι! Πλῆθος. Αὐτοὺς τοὺς νεκροὺς ποιός θὰ τοὺς ἀναστήσῃ; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ νεκρανάστασις, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλη ἀξία.
* * *
Αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἀπόψε. Ἀρχίζουμε τὸ κήρυγμα. Θεέ μου, ποῦ θὰ σπείρω τὸν λόγο σου καὶ πόσοι θὰ μ᾽ ἀκούσουν; Δύσκολα τὰ χρόνια ποὺ ζοῦμε. Οἱ ἄνθρωποι τὴ νύχτα θ᾽ ἀνοίξουν ν᾽ ἀκούσουν ἄλλος τὸν ἕνα κι ἄλλος τὸν ἄλλο σταθμό. Τ᾽ αὐτιά τους κολλημένα ἐκεῖ, ν᾽ ἀκούσουν ψευτιὲς ἐπὶ ὧρες, καὶ τὰ μάτια τους τεντωμένα στὶς ὀθόνες τῆς ἁμαρτίας. Μόνο στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ἔχει βουλώσει τὸ αὐτιά τους ὁ σατανᾶς, νὰ μὴν ἀκοῦνε τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ λόγια τῆς ἀλήθειας, τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ φωτός.
Δύσκολα λοιπὸν τὰ χρόνια, μὰ ἐμεῖς θὰ κηρύξουμε. Ἀκούω τὸν προφήτη Ἰωὴλ ποὺ φωνάζει· Κηρύξτε, σαλπίστε (βλ. Ἰλ. 1,5· 2,1,15· 4,9). Θὰ κηρύξω κ᾽ ἐγώ. Ἂν δὲν μ᾽ ἀκούσουν οἱ χίλιοι, θὰ μ᾽ ἀκούσουν πεντακόσοι· δὲν θ᾽ ἀκούσουν οἱ πεντακόσοι; θ᾽ ἀκούσουν οἱ διακόσοι· δὲν ἀκοῦνε οἱ διακόσοι; θ᾽ ἀκούσουν οἱ ἑκατό· δὲν ἀκοῦνε οἱ ἑκατό; θ᾽ ἀκούσουν οἱ πενήντα· δὲν ἀκοῦνε οἱ πενήντα; θ᾽ ἀκούσουν οἱ εἴκοσι, οἱ δέκα. Δὲν ὑπάρχουν, Θεέ μου, δέκα; ἂς ἀκούσουν πέντε; Ἀλλὰ καὶ ἕνας ν᾽ ἀκούσῃ, φτάνει αὐτός· ἔχει ἀξία. Ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ οὔτε ἕνας; ἔ τότε, ἀδέρφια μου, δῶστε μου μιὰ λεκάνη νὰ πλύνω τὰ χέρια μου καὶ νὰ πῶ· «Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος… τούτου» (πρβλ. Ματθ. 27,24). Ὅταν κ᾽ ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλὸς παρουσιαστῶ στὸν ἄλλο κόσμο μπροστὰ στὸ Χριστό, γυμνὸς ἀπὸ ἀξιώματα, γυμνὸς ἀπὸ μίτρες καὶ ἐγκόλπια, καὶ θὰ δικάζωνται οἱ ψυχές μας, θὰ πῶ· Χριστέ μου, τὸ καθῆκον μου τὸ ἔκανα, πῆγα στὴ Φλώρινα, τοὺς κήρυξα μ᾽ ὅλη μου τὴν πίστι τὸ λόγο σου· τώρα, ἂν αὐτοὶ δὲν τὸν ἐφαρμόζουν, εἶνε ἄλλο ζήτημα.
* * *
Ταῦτα, ἀγαπητοί μου. Ἀρχίσαμε τὰ κηρύγματα. Σᾶς παρακαλῶ πολύ, φροντίστε τὰ καθήκοντά σας. Τὸ δικό μου χρέος τὸ ξέρετε· θὰ πῶ «τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴ σκάφη σκάφη». Μὲ γνωρίζετε· γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ παίζω κορώνα-γράμματα καὶ τὸ θρόνο καὶ τὴ ζωή μου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θεωρούμεθα τρελλοί· γιὰ τὸν κόσμο τρελλὸς θεωρεῖται σήμερα ὅποιος πάει μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔτσι κοντὰ στ᾽ ἄλλα παράσημα πῆρα ἐδῶ καὶ τὸ παράσημο τῆς τρέλλας. Δοξάζω τὸ Θεό. Ἀπὸ ἐμένα ψευτιὰ δὲν θ᾽ ἀκούσετε· θὰ σᾶς πῶ τὴν ἀλήθεια ἀτόφια, ἀκέραια, μπροστὰ στὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ μπροστὰ στὴν ἀγαπητή μου πατρίδα. Γιατὶ ξέρω, ὅτι μόνο ἡ ἀλήθεια ἀνασταίνει καὶ σῴζει λαούς. Τὸ καθῆκον τὸ δικό μου εἶνε αὐτό.
Τὸ δικό σας καθῆκον ποιό εἶνε; Νά ᾽ρχεστε τακτικὰ καὶ ν᾽ ἀκοῦτε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσπαθῆτε αὐτὰ ποὺ ἀκοῦτε νὰ τὰ ἐφαρμόζετε. Σᾶς εἶπα ἀπόψε νὰ πᾶτε στὰ σπίτια νὰ διαβάσετε τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο· νὰ τὸ διαβάσετε. Σᾶς εἶπα ν᾽ ἀνοίξετε τὸ 37ο κεφάλαιο τοῦ Ἰεζεκιὴλ· διαβάστε το προτοῦ νὰ κοιμηθῆτε. Νὰ ἐκτελῆτε ὅ,τι μαθαίνετε· γιατὶ εἶπε ὁ Χριστός, «Μακάριοι» ὄχι οἱ ἀκούοντες μόνο «τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ» ἀλλὰ καὶ «οἱ φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. 11,28). Καὶ τέλος νὰ μὴν ἔρχεστε μόνοι σας. Ἦταν μέρες ποὺ τὸ κήρυγμά μας ἀκουγόταν σὲ βουνὰ καὶ λαγκάδια· τώρα δὲν τό ᾽χουμε τὸ προνόμιο αὐτό. Ἀλλὰ δὲν καμπτόμεθα, δὲν λυγίζουμε. Ἐσεῖς κάθε φορὰ ποὺ ἔρχεστε, νὰ φέρνῃ ὁ καθένας σας καὶ κάποιον ἄλλο, ν᾽ αὐξηθοῦμε, κ᾽ ἔτσι θὰ προχωρήσουμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Σᾶς εὔχομαι, ἀδελφοί μου, κάθε προθυμία καὶ ζῆλο στὴν ἀκρόασι τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 18-10-1969, Σάββατο ἑσπέρας, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 21-8-2026.
