ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ
«...καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσῃ»
Σᾶς δίδω ἐξουσίαν, εἰς τρόπον ὥστε, κανένα μέσον, καί τίποτε, ἀπό ὅσα ἐναντίον σας μηχανᾶται ὁ Σατανᾶς καί τά ὄργανά του, δέν θά σᾶς ἀδικήσῃ ἤ βλάψῃ.
Ὁ Τριαδικός Θεός, ἁγία γερόντισσα, εἶναι ὁ Δημιουργός καί Πλάστης μας, ὁ Προνοητής, ὁ Σωτῆρας. Ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα, αὐτήν, πού ἐν χρόνῳ θά προσλάμβανε ὁ Υἱός, γιά νά δώσει τήν δυνατότητα νά φθάσει τό Πλάσμα καί στό καθ’ὁμοίωσιν. «Ἐγώ εἶπα· θεοί ἐστε καί υἱοί Ὑψίστου πάντες»[1]. Σύμφωνα μέ τίς τάξεις καί τούς βαθμούς τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὀφείλουμε, χωρίς ἄλλο, νά προχωροῦμε μπροστά καί μέ ζῆλο νά ἀνεβοῦμε στά ἀνώτερα, ὡς νά εἴμαστε ἀεικίνητοι γύρω ἀπό τόν Θεό καί μή γνωρίζοντας ποτέ στάση τοῦ καλοῦ.
Ἐκεῖνος πού ἀσχολεῖται μέ τήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, ἔχει ἐμπρός του Φῶς ἱλαρόν καί ἀνέσπερον. Ἀντίθετα ὅποιος δέν ὑποτάσσει τή ζωή του, στόν Χριστό καί στίς ἐντολές Του, αὐτός, ὑποτάσσει τήν ζωή του στόν ἐχθρό του τόν διάβολο καί καταντάει ἤ κτηνώδης ἤ δαιμονιώδης.
Δόξαζε, ἀδελφέ, τόν Τριαδικό Θεό γιά ὅλα· καί στίς χαρές καί στίς λύπες· ὅλα εἶναι ἀπό τήν πρόνοιά Του, γιά τό καλό τῆς ψυχῆς μας. Ἡ ψυχή, ἡ ὁποία καθαίρεται μέ δύναμη καί μέ θέρμη μέ τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως, φωτίζεται ἀπό τό θεϊκό Φῶς καί ἀρχίζει σιγά-σιγά νά βλέπει φυσικά τό κάλλος πού τῆς δόθηκε ἐξ’ ἀρχῆς ἀπό τόν Θεό καί νά ἐπεκτείνεται στήν ἀγάπη τοῦ Πλάστου καί Ποιητοῦ της.
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, πού ἑορτάζουμε σήμερα, γι’ αὐτό τό λόγο ἔγραψε στό Εὐαγγέλιό του, (Κεφ.γ’, στίχ.23-38), τήν γενεαλογία τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά γνωρίζουμε τήν εὐγενῆ καταγωγή μας καί νά ἀποφεύγουμε τόν δόλο καί τήν πλάνη τοῦ Σατανᾶ, ὅτι δῆθεν καταγόμαστε ἀπό τούς πιθήκους.
«...καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσῃ»
Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀδελφοί μου, στό θεανθρώπινο σῶμά Του ὁ Χριστός τελεῖ τήν ἕνωση ὅλων τῶν ὄντων καί κτισμάτων, κάθε ἐλλόγου στοιχείου τους, ἀπομονώνοντας τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο· ἀποκαθιστῶντας τήν ἑνότητα ἀνάμεσα στό κτῖσμα καί στόν Κτίσαντα καί δι’ Αὐτοῦ τήν ἑνότητα τῶν κτισμάτων μεταξύ τους.
Ὁ Τρισήλιος Κύριος φανέρωσε καί πραγματοποίησε «τό μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ...», δηλαδή τό «ἀνακεφαλαιώσασθαι τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τά ἐπί γῆς ἐν αὐτῷ»[2], μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί μέ τήν ἐν Χριστῷ ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας, τήν χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία[3] σύμφωνα μέ τήν θεία Πρόνοια, εἶχε ἔλθει «τό πλήρωμα τοῦ χρόνου». Καί αὐτό τό πλήρωμα ἦλθε ὅταν ἡ ἁμαρτία στό γένος τῶν ἀνθρώπων εἶχε φτάσει στήν κορύφωση τῆς καταστροφῆς καί θανατηφόρου ἐνεργείας της, ἀπειλῶντας τήν ἀνθρωπότητα μέ πλήρη δαιμονισμό καί σατανοποίηση καί ἀφανίζοντας ὁ,τιδήποτε θεῖο καί θεοπόθητο[4].
Τί συμβαίνει ἄραγε σήμερα, ἀδελφοί μου, ἀναρωτιέται ὁ καθένας μας; Βλέπουμε τά σημεῖα τῶν καιρῶν, σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς πρός τήν ἔλευση τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του; Βλέπουμε τήν γενική ἀποστασία; «Ἐγερθήσεται γάρ ἔθνος ἐπί ἔθνος καί βασιλεία ἐπί βασιλείαν, καί ἔσονται λιμοί, λοιμοί καί σεισμοί κατά τόπους»[5].
Ὁ χρόνος ἔμελλε νά ἐξαγιασθεῖ μέ τήν Ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τήν Θεανθρώπινη Οἰκονομία γιά τήν σωτηρία καί αὐτό, ἐπειδή καί ὁ ἴδιος ὁ χρόνος εἶναι κτιστός, διά καί χάριν τοῦ Θεοῦ Λόγου, Ἰησοῦ[6]. Μόνο ἐν τῷ Χριστῷ βρίσκεται ὁ λόγος, ἡ ἔννοια, ἡ λογική καί ἡ ἀξία τοῦ χρόνου καί ἡ πλάση τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλη ἡ περί αὐτοῦ οἰκονομία. Ὁ Χριστός εἶναι πού καθοδηγεῖ τόν χρόνο στήν ὁδό τῆς θείας Πρόνοιας. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Στούς ἀνθρώπους, καθίσταται γνωστό, ἕνα μέρος αὐτοῦ τοῦ ἀχανοῦς μυστηρίου: ὅ,τι εἶναι σ’ αὐτούς ἀπαραίτητο γιά τήν σωτηρία τους· καί πάντως, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ[7].
«...καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσῃ»
Ὁ Χριστός, ἁγία γερόντισσα, μέ πλήρη τή θεότητά Του στό σῶμά Του, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ζωογονεῖ ἀδιάκοπα τούς νεκρωμένους ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπους, τούς ἐγείρει ἀπό τόν τάφο τῆς πλάνης καί τοῦ ζόφου, τῆς κτηνωδίας καί τῆς ἀθλιότητος, τούς ἀνιστᾶ μέ τήν Ἀνάσταση ἐκ τῶν νεκρῶν καί μέ τήν θείαν Ἀνάληψιν, τούς ἐναποθέτει στούς οὐρανούς. Αὐτός εἶναι ἡ ἐλπίδα ἡμῶν, τοῦ ποιμνίου Του· εἶναι ὁ ἀδιάκοπος θεανθρώπινος ἄθλος τοῦ Μόνου Φιλανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ Ὁποίου, σώζει τούς πιστούς Ὀρθοδόξους, καί δυνάμει τούς πάντας, παρέχοντάς τους τό φάρμακο γιά κάθε ἁμαρτία, διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί αὐτό μέσα στήν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου πολεμουμένη, λαμπρύνεται· ὁ καθένας μας θεώνεται ἀνάλογα μέ τόν ἀγῶνα πού κάνει γιά τήν ἐσωτερική του κάθαρση καί τόν ἁγιασμό τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος λέγει: «Κάθε ἀρετή πηγάζει ἀπό τήν μνήμη τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτό ἄς τήν χρησιμοποιοῦμε ὅπως τήν ἴδια τήν ἀναπνοή μας». Καί ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος: «Νά μήν ἀρνούμαστε τήν ὕπαρξη τῆς κόλασης, γιά νά μήν πέσουμε σ’ αὐτήν. Διότι ἐκεῖνος πού δέν πιστεύει στήν ὕπαρξή της, ἀδιαφορεῖ καί καταλήγει ἐκεῖ».
Ἐν τούτοις, ἀδελφοί μου, ἄν στό πεδινό ὄρος τοῦ κόσμου τούτου καί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σηκώσουμε τήν σημαία τῆς θείας γνώσεως καί σοφίας πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός καί ὁ Χριστός, τότε, μή φοβηθοῦμε ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν τήν Ἀλήθεια γιατί αὐτοί εἶναι ἄδειοι καί ὡς αὐτοκατάκριτοι, αὐτοκαταστρέφονται. Εἶναι μακάριοι λοιπόν ἐκεῖνοι πού ἔχουν στήν «Ἁγία Σιών», δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τέκνα τῆς διδασκαλίας τῶν λόγων τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι ὅπως τήν κατέγραψε ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, στίς Πράξεις καί στό Εὐαγγέλιο.
Στόν Μεσσίαν Ἰησοῦν, τόν Θεόν ἡμῶν, ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία, ἡ Προσκύνησις στούς αἰῶνας. Ἀμήν.
