ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 7η Σεπτεμβρίου 2026
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΑΣΠΙΛΟΥ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
(Απολογητική και θεολογική προσέγγιση)
Στις 8 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας εορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα την θεομητορική εορτή του Γεννεσίου της Θεοτόκου, η οποία αποτελεί και την απαρχή όλων των εορτών του ενιαυτού.
Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η θαυματουργική σύλληψη, λόγω προχωρημένης ηλικίας των γονέων της της Θεοτόκου και η Γέννησή Της, αποτελούν και την απαρχή της υλοποιήσεως του θείου σχεδίου για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους από την αιχμαλωσία του Σατανά, την δουλεία της αμαρτίας, την φθορά και το θάνατο. Η Θεοτόκος αποτελεί, από ανθρωπίνης πλευράς, το κύριο πρόσωπο, συμβάλλοντας καθοριστικά στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας, για την υλοποίηση του θείου σχεδίου, να δεχτεί να γίνει η κατά σάρκα μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, γενόμενη έτσι η νοητή γέφυρα, η οποία ένωσε το κτιστό με το άκτιστο, την γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το Θεό.
Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, υπό την φώτιση του Παναγίου Πνεύματος, καθόρισαν με δογματική ακρίβεια την θέση της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας και αξιολόγησαν επακριβώς της υπέρτατη συμβολή Της για την Ενανθρώπιση του Θεού.
Και τούτο διότι εμφανίστηκαν κατά καιρούς διάφοροι αιρετικοί, οι οποίοι, προσπαθώντας να αλλοιώσουν την βιβλική και αγιοπατερική διδασκαλία της Εκκλησίας περί του Θείου Προσώπου του Χριστού, επεξέτειναν τις κακοδοξίες τους και προς το Πρόσωπο της Θεοτόκου. Γι’ αυτό το λόγο οι θείοι Πατέρες αποφάνθηκαν με συνοδικό τρόπο και όρισαν επακριβώς την περί της Θεοτόκου πίστη της Εκκλησίας.
Παρά ταύτα διάφοροι αιρετικοί συνέχισαν να προσβάλλουν το ιερό Πρόσωπο της Θεομήτορος, όπως οι αρνητές της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), αρχικά οι αιρετικοί Φράγκοι και στη συνέχεια, τον 16ο αιώνα, οι Προτεστάντες, οι οποίοι, όχι μόνον δεν δέχονται να αποδώσουν τιμή σ’ Αυτήν, αλλά την έχουν υποβιβάσει με μια συνηθισμένη γυναίκα, αρνούμενοι την αειπαρθενία Της, ενώ οι πάτρωνες της Μεταρρύθμισης (Λούθηρος, κλπ) Την σέβονταν απολύτως.
Αλλά μεταξύ των αιρετικών οι οποίοι προσβάλλουν την Θεοτόκο είναι και οι αιρετικοί Παπικοί. Αφότου αποκόπηκαν από τον αεί αδιαίρετο κορμό της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και στερήθηκαν τον φωτισμό του Θεού και την επενέργεια της Θείας Χάριτος, υπέπεσαν σε πολλές πλάνες. Μια από αυτές είναι και η «μαριολατρεία». Σύμφωνα μ’ αυτή, υπερτίμησαν την Θεοτόκο και την ανήγαγαν κυριολεκτικά σε θεότητα!
Και για να στηρίξουν αυτή την πλάνη, εφεύραν και καθιέρωσαν και το «δόγμα» «Περί της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου», το οποίο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ενέχει τεράστιες σωτηριολογικές συνέπειες και αλλοιώνει ολόκληρη την περί σωτηρίας διδασκαλία της Εκκλησίας.
Τι είναι το δόγμα «Περί της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου»;
Το δόγμα της «Ασπίλου Συλλήψεως» (Immaculata Conceptio), το οποίο διακηρύχθηκε επισήμως από την Πάπα Πίο Θ΄, με τη βούλα Ineffabilis Deus (1854), αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές δογματικές αποκλίσεις της παπικής «εκκλησίας» από την πατερική και συνοδική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας. Μια σοβαρή δογματική διαφορά με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, το οποίο δυστυχώς δεν έχει τεθεί ως τώρα για συζήτηση στον διμερή θεολογικό διάλογο.
Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, η Παναγία, ήδη από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της από τους δικαίους Ιωακείμ και Άννα, διαφυλάχθηκε, με ιδιαίτερη χάρη του Θεού και χάριν των μελλοντικών αξιομισθιών του Χριστού, από το προπατορικό αμάρτημα. Δεν κληρονόμησε ποτέ το προπατορικό αμάρτημα, από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς της βρισκόταν ήδη σε κατάσταση αγιασμού, αυτό έγινε χάρη στα μελλοντικά λυτρωτικά έργα του Χριστού, τα οποία εφαρμόστηκαν προληπτικά επάνω της. Έτσι Αυτή θεωρείται μοναδική εξαίρεση μεταξύ όλων των ανθρώπων.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αποδέχθηκε αυτή τη διδασκαλία. Αντιθέτως, τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο ως την αγιότερη όλων των κτισμάτων, χωρίς όμως να αποκόπτει την ανθρώπινη φύση της από τη γενική κατάσταση της πεπτωκυίας ανθρωπότητας, την οποία προσέλαβε και θεράπευσε ο Χριστός.
1. Το περιεχόμενο του παπικού δόγματος.
Η Ineffabilis Deus διακηρύσσει ότι: «Η Μαρία, κατά την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της, διατηρήθηκε άτρωτη από κάθε κηλίδα του προπατορικού αμαρτήματος». Η διδασκαλία αυτή στηρίζεται στη λατινική θεώρηση του προπατορικού αμαρτήματος, όπως αυτή διαμορφώθηκε κυρίως από τον Αυγουστίνο Ιππώνος. Κατά τη δυτική αντίληψη, το προπατορικό αμάρτημα μεταδίδεται ως ενοχή (reatus culpae) σε κάθε άνθρωπο. Η μόνη που απαλλάχτηκε από αυτή την «ενοχή» ήταν η Θεοτόκος με προληπτική εφαρμογή της λυτρωτικής θυσίας του Χριστού.
Σε αυτό το κακόδοξο δόγμα διαφαίνεται η νομικίστικη – δικανική αντίληψη περί της σωτηρίας και ένα είδος «μαγικής» θεώρησης του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, χωρίς τη συμμετοχή του ανθρώπου.
2. Η ορθόδοξη κατανόηση του προπατορικού αμαρτήματος
Εδώ εντοπίζεται η πρώτη θεμελιώδης θεολογική διαφορά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται ότι η ενοχή του Αδάμ κληρονομείται στους απογόνους του. Η πρώτη ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην ίδια την κατανόηση του προπατορικού αμαρτήματος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διδάσκει ότι οι άνθρωποι γεννώνται ένοχοι για την αμαρτία του Αδάμ.
Οι Πατέρες διδάσκουν ότι κληρονομούμε: τη φθορά, τη θνητότητα, την αποξένωση από τον Θεό, την ροπή προς την αμαρτία, τα αποτελέσματα της αμαρτίας, αλλά όχι όμως την προσωπική ενοχή του Αδάμ.
Επομένως, εφόσον η Ορθοδοξία δεν αποδέχεται την αυγουστίνειας προελεύσεως έννοια της κληρονομικής ενοχής, δεν υπάρχει και ανάγκη να εξαιρεθεί η Παναγία από μία ενοχή που, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί. Η Θεοτόκος ως μέτοχος της κοινής ανθρωπίνης φύσεως κληρονόμησε και αυτή τα παρεπόμενα της πτώσεως των Πρωτοπλάστων και όχι την προσωπική ενοχή τους.
3. Η Παναγία ως μέλος της πεπτωκυίας ανθρωπότητας
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι η Θεοτόκος:
- γεννήθηκε φυσιολογικά,
- υπαγόταν στη θνητότητα,
- υπαγόταν στη φθορά,
- είχε ανάγκη σωτηρίας από τον Χριστό.
Η ίδια ομολογεί: «Ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρί μου» (Λουκ.1,47). Εάν είχε ήδη απαλλαγεί ολοκληρωτικά από κάθε συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, η αναφορά στον Θεό ως Σωτήρα θα έχανε το φυσικό της θεολογικό νόημα. Δεν θα είχε ανάγκη σωτηρίας.
4. Η αγιότητα της Θεοτόκου στην πατερική παράδοση
Οι Πατέρες αποδίδουν στην Παναγία μοναδική αγιότητα. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τη χαρακτηρίζει: «μεθόριον κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου». Ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός αναφέρει: «Παναγία, Πανάμωμος, Πανύμνητος». Πουθενά όμως οι Πατέρες δεν διδάσκουν ότι η αγιότητά της υπήρχε ήδη κατά τη σύλληψή της.
Αντίθετα, τονίζουν:
- την προσωπική της ελευθερία,
- την προκοπή στην αρετή,
- τη συνεργία της με τη θεία χάρη.
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εξηγεί ότι η Παναγία καθαριζόταν συνεχώς διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και έφθασε στην τελείωση μέσω της ελεύθερης συνεργασίας της με τον Θεό. Επίσης ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει ότι η Θεοτόκος έφθασε στην τελειότητα με προσωπικό αγώνα και πλήρη υπακοή στον Θεό.
Κανείς από τους Πατέρες δεν διατυπώνει το δόγμα ότι η Παναγία συνελήφθη απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα.
5. Η σημασία του Ευαγγελισμού
Η Ορθόδοξη θεολογία θεωρεί ως αποφασιστικό σημείο της ιστορίας της σωτηρίας τον Ευαγγελισμό: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ» (Λουκ.1,35). Η αγιαστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος κορυφώνεται κατά τον Ευαγγελισμό και όχι κατά τη σύλληψη της Θεοτόκου.
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας υπογραμμίζει ότι η Παναγία προετοιμάστηκε ελεύθερα με τον αγώνα της ώστε να γίνει δεκτική της χάριτος.
6. Οι χριστολογικές συνέπειες του παπικού δόγματος
Η σοβαρότερη δογματική δυσκολία αφορά στην Χριστολογία. Κατά την ορθόδοξη θεολογία, το παπικό δόγμα δημιουργεί σοβαρό χριστολογικό πρόβλημα. Εάν η Παναγία είχε ήδη εξαιρεθεί πλήρως από την κοινή ανθρώπινη κατάσταση, τότε, δεν ανήκει απολύτως στην ίδια ανθρώπινη φύση με όλους τους ανθρώπους, δημιουργείται μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ πεπτωκότος και ανακαινισμένου ανθρώπου. η παπική εξαίρεση της Θεοτόκου δημιουργεί μία προληπτικά αποκατεστημένη ανθρώπινη κατάσταση, διαφορετική από την κοινή μεταπτωτική φύση, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς την καθολικότητα της προσλήψεως της ανθρωπίνης φύσεως από τον Χριστό.
Η Εκκλησία όμως διδάσκει ότι ο Χριστός προσέλαβε ακριβώς την ίδια ανθρώπινη φύση που έχουν όλοι οι άνθρωποι μετά την πτώση — χωρίς προσωπική αμαρτία.
Εάν η Παναγία εξαιρέθηκε από την κοινή ανθρώπινη κατάσταση, τότε:
- ο Χριστός δεν προσλαμβάνει πλήρως την κοινή ανθρώπινη φύση,
- δημιουργείται μία ανθρωπότητα διαφορετική από τη δική μας,
- αποδυναμώνεται η αρχή: «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον· ὃ δὲ ἥνωται τῷ Θεῷ, τοῦτο καὶ σῴζεται. Εἰ ἥμισυς ἔπταισεν ὁ Ἀδάμ, ἥμισυ καὶ τὸ προσειλημμένον καὶ τὸ σῳζόμενον· εἰ δὲ ὅλος, ὅλῳ τῷ γεννηθέντι ἥνωται, καὶ ὅλως σῴζεται»[1]. Ο λόγος αυτός του Άγιου Γρηγορίου του Θεολόγου αποτελεί θεμέλιο της ορθόδοξης σωτηριολογίας. Ο Χριστός θεραπεύει ό,τι πραγματικά προσλαμβάνει.
7. Η εκκλησιολογική διάσταση
Η ανακήρυξη του δόγματος το 1854 αποτελεί, από ορθόδοξη σκοπιά, παράδειγμα μονομερούς παπικής δογματικής αποφάσεως, χωρίς την αποδοχή μιας Οικουμενικής Συνόδου. Αυτό συνδέεται και με τη μεταγενέστερη διατύπωση του δόγματος του παπικού αλαθήτου στην Α΄ Βατικανή «Σύνοδο» (1870), ως προπομπό, για να θεσπίσει εκείνη το «δόγμα» του «αλάθητου του Πάπα». Δηλαδή, η θέσπισή του «δόγματος» του «Ασπίλου» ήταν αποτέλεσμα σκοπιμότητας! Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι νέα δόγματα δεν μπορούν να εισαχθούν μονομερώς αλλά εκφράζονται μέσα από τη συνοδική συνείδηση της καθόλου Εκκλησίας.
Η αληθινή ορθόδοξη τιμή προς τη Θεοτόκο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μειώνει καθόλου την Παναγία. Αντιθέτως: την τιμά περισσότερο από κάθε άλλο κτιστό πρόσωπο, την ονομάζει «τιμιωτέρα των Χερουβείμ», την αναγνωρίζει ως κορύφωση της ανθρώπινης αγιότητας.
Το μεγαλείο της δεν οφείλεται σε μια προγενέστερη εξαίρεση από την ανθρώπινη κατάσταση, αλλά στην ελεύθερη ανταπόκρισή της στη χάρη του Θεού. Αυτή η έμφαση αναδεικνύει τη συνεργία της ανθρώπινης ελευθερίας με τη θεία χάρη ως πρότυπο για όλη την Εκκλησία.
Το δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως:
- απομονώνει τη Θεοτόκο από το υπόλοιπο σώμα της Εκκλησίας,
- καθιστά την αγιότητά της εξαίρεση της φύσεως,
- μειώνει τη σημασία της ελεύθερης συνεργίας με τη χάρη.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αντίθετα, βλέπει στη Θεοτόκο το τελειότερο μέλος της Εκκλησίας, το πρότυπο της θεώσεως κάθε ανθρώπου.
8. Η πατερική σιωπή
Η πλέον ισχυρή ιστορικοδογματική ένσταση είναι ότι: καμιά Οικουμενική Σύνοδος, κανένας μεγάλος Πατέρας, κανένα λειτουργικό κείμενο της πρώτης χιλιετίας δεν διατυπώνει διδασκαλία περί ασπίλου συλλήψεως.
Αντιθέτως, η τιμή προς τη Θεοτόκο κορυφώνεται πάντοτε:
- στη θεία Μητρότητα,
- στην προσωπική της καθαρότητα,
- στην υπακοή της,
- στην ελεύθερη συγκατάθεσή της.
9. Βιβλικά και πατερικά επιχειρήματα κατά του δόγματος.
Το παπικό αυτό δόγμα αντίκειται σε βιβλικές μαρτυρίες. Οι παπικοί προβάλλουν τον χαρακτηρισμό «Κεχαριτωμένη» (Λουκ.1,28). Αλλά η λέξη δηλώνει την πληρότητα της θείας χάριτος και όχι αναγκαστικά απαλλαγή από το προπατορικό αμάρτημα κατά τη σύλληψη. Αντίστοιχο είναι και το χωρίο «ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς» (Εφ.1,6), ο ίδιος ρηματικός τύπος χρησιμοποιείται και για όλους τους πιστούς. Τότε όλοι οι πιστοί θα είμασταν απαλλαγμένοι από το προπατορικό αμάρτημα! Επομένως δεν μπορεί να θεμελιωθεί δογματικά η «Ασπίλος Σύλληψη» αποκλειστικά στη λέξη «Κεχαριτωμένη».
Ακόμα: «Ὁ υἱὸς οὐ μὴ βαστάσῃ τὴν ἀνομίαν τοῦ πατρός» (Ιεζ.18,20). Σύμφωνα με αυτή την σαφή βιβλική μαρτυρία, η προσωπική ενοχή δεν μεταβιβάζεται. Επίσης, κατά τον Απόστολο Παύλο, «δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» (Ρωμ.5,12), ο Αδάμ έγινε πρόξενος εισδοχής της αμαρτίας στον κόσμο, όμως δεν κληροδότησε καμιά συνολική ενοχή.
Επ’ αυτού ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας έγραψε: «Οὐχ ὡς συναιτίους τῆς παρακοῆς ἡμᾶς ὁ Θεὸς κατακρίνει, ἀλλὰ τῆς φθορᾶς κοινωνοὺς γεγονότας»[2]. Επίσης ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει ότι ο θάνατος μεταδόθηκε σε όλους, όχι η προσωπική ενοχή του Αδάμ. «Τοσούτον εστίν αμαρτία κακόν. Ου μόνον γαρ της άνωθεν ευνοίας ημάς αφίστησιν, αλλά και εις πολλὴν ημάς αισχύνην και ταπεινότητα κατάγει, και των ήδη υπηργμένων αγαθών αποστερήσασα, πάσαν ημών αφαιρείται την παρρησίαν»[3]. Πουθενά δεν αναφέρει για κληρονομιά ενοχής. Το ίδιο και ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέγει σχετικά, ότι ο άνθρωπος «Απώλεσε γαρ την εικόνα αυτής η ψυχή παραβάσα την εντολήν»[4], όμως δεν έγινε κληρονόμος της ενοχής του γενάρχη.
Συμπέρασμα
Από την ορθόδοξη δογματική σκοπιά, το δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως αποτελεί μεταγενέστερη θεολογική διατύπωση που δεν απαντά ρητώς στην Αγία Γραφή ούτε διατυπώνεται ως δόγμα στην κοινή πατερική παράδοση της πρώτης χιλιετίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι η Θεοτόκος γεννήθηκε ως αληθινός άνθρωπος μέσα στην κοινή μεταπτωτική ανθρώπινη κατάσταση, έζησε αναμάρτητα με τη χάρη του Θεού και έγινε το εκλεκτό δοχείο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Έτσι, η μοναδικότητά της θεμελιώνεται όχι σε μια εξαίρεση από την ανθρώπινη φύση, αλλά στην πληρότητα της αγιότητας και της ελεύθερης υπακοής της στον Θεό, γεγονός που την καθιστά το ύψιστο πρότυπο της θεώσεως και της συνεργίας ανθρώπου και θείας χάριτος σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει το παπικό δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως όχι επειδή μειώνει την τιμή προς την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά ακριβώς επειδή θεωρεί ότι το δόγμα αυτό αλλοιώνει τη βιβλική ανθρωπολογία, τη σωτηριολογία και τη χριστολογία της Εκκλησίας. Επί πλέον όπως προαναφέραμε, θεσπίστηκε για να κατοχυρώσει την ετέρα παπική κακοδοξία, περί του «Αλαθήτου του Ρωμαίου Ποντίφικος» και που αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επιδιωκόμενη ένωση Παπισμού και Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η Παναγία είναι πράγματι η «Παναγία», η «Παναμώμητος», η «Τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ», όχι επειδή εξαιρέθηκε από τη φυσική κατάσταση της ανθρωπότητας ήδη κατά τη σύλληψή της, αλλά επειδή, ως αληθινός άνθρωπος, συνεργάστηκε ελεύθερα και τέλεια με τη χάρη του Θεού και έγινε το καθαρό δοχείο της Ενανθρωπήσεως του Λόγου.
Η ορθόδοξη θεολογία διαφυλάσσει έτσι συγχρόνως το πλήρες της ανθρώπινης φύσεως της Θεοτόκου, την καθολικότητα της σωτηρίας εν Χριστώ και την αρχή ότι η θέωση αποτελεί καρπό της συνέργειας της θείας χάριτος και της ανθρώπινης ελευθερίας.
Η αγιότητα της Θεοτόκου δεν θεμελιώνεται σε μία προνομιακή εξαίρεση από την ανθρώπινη κατάσταση, αλλά στην απόλυτη ανταπόκρισή της στο θείο θέλημα, γεγονός που την καθιστά υπόδειγμα και ελπίδα για κάθε μέλος της Εκκλησίας.
Ευχή μας και προτροπή μας είναι και το καινοφανές αυτό πλανεμένο «δόγμα» της παπικής «εκκλησίας» να συμπεριληφθεί στον θεολογικό διάλογο με την Εκκλησία μας, ανάμεσα στις δεκάδες άλλες παπικές κακοδοξίες, τις οποίες ο αιρετικός Παπισμός πρέπει ΟΛΕΣ να απαλείψει, αν θέλει να συσσωματωθεί ξανά στην αεί αδιαίρετη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, διότι, σύμφωνα με την ρητή εντολή του Κυρίου, δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τους λόγους Του «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία» (Ματθ.5,18).
Η λέξη «ιώτα» (το μικρότερο γράμμα του ελληνικού και εβραϊκού αλφαβήτου) και η «κεραία» συμβολίζουν ότι ο λόγος του Θεού είναι απόλυτος, αιώνιος και αναλλοίωτος μέχρι την παραμικρή του λεπτομέρεια, όπως και η εν Αγίω Πνεύματι αποκάλυψη στην Εκκλησία, η οποία είναι απαραίτητη για την σωτηρία μας!
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών