Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Πρὸς μίαν «Νέαν Ἐκκλησίαν»: ἡ περίπτωσις τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Καριώτογλου


 Τοῦ κ. Νικολάου Ρωμανοῦ, θεολόγου- συγγραφέως

  Ὁ π. Ἀλέξανδρος Καριώτογλου εἶναι ἕνας ἱερέας ποὺ δὲν κρύβει ὅτι θέλει νὰ καινοτομήσει. Ἔγινε κυρίως γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀπόφασή του νὰ βαπτίσει τέκνα ὁμοφυλοφίλου ζεύγους στὸν Ἅγιο Νικόλαο Ραγκαβᾶ. Παρακολουθήσαμε προσφάτως μία συνέντευξή του στὸ News247 στὸ YouTube καὶ, ὁμολογουμένως, σὲ αὐτὴ τὴ συνέντευξη ἀκούστηκαν ἀπόψεις ποὺ δὲν μποροῦν νὰ περάσουν ἀπαρατήρητες ἀπὸ κανένα ποὺ ἐνδιαφέρεται στοιχειωδῶς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία. Θὰ σταθοῦμε σὲ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο: στὴ λεγόμενη «συμπερίληψη», διότι πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴ λέξη κρύβεται μία ὁλόκληρη ἀντίληψη γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ποία εἶναι ἡ ἀποστολή της καὶ, τελικά, ποία σχέση πρέπει νὰ ἔχει μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο.

  Ὁ π. Ἀλέξανδρος λέει ὅτι στὴν ἐνορία του ὅλοι εἶναι σὰν οἰκογένεια. Ὡραῖα. Μόνο ποὺ ἐδῶ ἀρχίζει τὸ θεολογικὸ πρόβλημα. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία μεγάλη ἀνθρώπινη οἰκογένεια. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι μία ἀσήμαντη λεκτικὴ διαφορά, ἀλλὰ ἀφορᾷ ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ οἰκογένεια εἶναι μία φυσική, ἀνθρώπινη πραγματικότητα. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, εἶναι θεανθρώπινη πρα-γματικότητα. Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν δὲν στηρίζεται ἁπλῶς σὲ συμπάθειες, συναισθηματικοὺς δεσμοὺς ἢ στὴν ἰδέα ὅτι «ὅλοι ἀγαπιόμαστε». Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας πραγματοποιεῖται ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἑπομένως, ἄλλο εἶναι νὰ λέμε «εἴμαστε ὅλοι σὰν οἰκογένεια» καὶ ἄλλο νὰ μιλοῦ­με γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ὡς Σῶμα Χριστοῦ. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς φαίνεται ἡ μετατόπιση: ἀπὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ στὸ κοινωνιολογικό, ἀπὸ τὸ θεολογικὸ στὸ συναισθηματικό, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς τόπο μεταμορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου στὴν Ἐκκλησία ὡς χῶρο, ὅπου ὅλοι πρέπει ἁπλῶς νὰ αἰσθάνονται ἀποδεκτοί.

  Στὴ συνέχεια, ὁ π. Ἀλέξανδρος δηλώνει ὅτι δὲν ἀποκλείει κανέναν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ πόρτες, ὅπως λέει, ἔχουν ἀνοίξει καὶ σὲ ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν ΛΟΑΤΚΙ χῶρο, διότι εἶναι «ὅλοι ἀδέλφια μας». Κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προσ­έλθει στὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ ἐδῶ πρέπει νὰ γίνει μία θεμελιώδης διάκριση: ἄλλο νὰ ἀνοίγεις τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας στὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἄλλο νὰ ἀλλάζεις τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας προκειμένου ὁ ἁμαρτωλὸς νὰ αἰσθάνεται ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀλλάξει. Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἄνοιγε τὶς πόρτες της στὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἄνοιξε ὅμως ποτέ τὶς πόρτες της στὴν κατάργηση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὸν ἄνθρωπο, ὅπως εἶναι, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀφήνει, ὅπως εἶναι. Αὐτὸ εἶναι τὸ στοιχειῶδες νόημα τῆς μετανοίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει, γιὰ νὰ ἐπικυρώνει κάθε κατάσταση, στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν καλεῖ στὴ μεταμόρφωση καὶ στὴ ζωὴ τῆς Χάριτος.

  Ὁ π. Ἀλέξανδρος, ὅμως, προχωρᾷ ἀκόμη περισσότερο. Παραδέχεται δημοσίως ὅτι ἐξομολογεῖ ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν ΛΟΑΤΚΙ χῶρο μαζὶ μὲ τὸ παιδί του, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος βάπτισε. Καὶ ἐδῶ πλέον δὲν μιλοῦμε ἁπλῶς γιὰ «ἀγάπη» καὶ «συμπερίληψη». Μιλοῦμε γιὰ ἕνα πολὺ σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ ζήτημα. Διότι τὸ βάπτισμα ἑνὸς νηπίου δὲν εἶναι μία κοινωνικὴ τελετή, δὲν εἶναι ἕνα ὄμορφο οἰκογενειακὸ event καὶ δὲν εἶναι μία συμβολικὴ πράξη, μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία λέει «σὲ ἀποδεχόμαστε». Τὸ βάπτισμα εἶναι εἴσοδος στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀντιμετώπισε ποτέ τὸν νηπιοβαπτισμὸ ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν ἀνατροφὴ τοῦ παιδιοῦ μέσα στὴν πίστη.

Ὁ Μέγας Βασίλειος συνδέει τὸ βάπτισμα μὲ τὴν πίστη. Γιατί, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία βάπτιζε καὶ βαπτίζει νήπια; Διότι αὐτὰ ἐντάσσονται σὲ μία χριστιανικὴ πρα-γματικότητα, σὲ μία οἰκογένεια ποὺ καλεῖται νὰ τὰ ἀναθρέψει μέσα στὴν πίστη. Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, μάλιστα, εἶναι σαφὴς ὡς πρὸς τὸν ρόλο τοῦ ἀναδόχου. Ὁ ἀνάδοχος δὲν λειτουργεῖ σὰν κάποιο μαγικὸ ὑποκατάστατο τῆς πίστεως τοῦ παιδιοῦ. Ἀναλαμβάνει ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας τὴν εὐθύνη νὰ τὸ ἀναθρέψει χριστιανικά, νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸ καταστήσει κοινωνὸ τῆς ζωῆς ποὺ ὑποσχέθηκε στὸ βάπτισμά του. Ἄρα, ἂς τὸ ποῦμε ἁπλά: ὁ νηπιοβαπτισμὸς προϋποθέτει ἕνα περιβάλλον χριστιανικῆς ἀνατροφῆς. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μία τελετουργικὴ πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔνταξη ἑνὸς παιδιοῦ σὲ ἕνα τρόπο ζωῆς, σὲ ἕνα ἦθος, σὲ μία συγκεκριμένη πίστη καὶ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα.

Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία βαπτίζει ἕνα παιδὶ καὶ ταυτόχρονα ἀναγνωρίζει ὡς οἰκογένεια μία μορφὴ συμβιώσεως, τὴν ὁποία ἡ ἴδια ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση δὲν ἀναγνωρίζει ὡς γάμο καὶ οἰκογένεια, τότε δὲν ἔχουμε ἁπλῶς μία πράξη «ἀγάπης». Ἔχουμε μία πράξη ποὺ δημιουργεῖ θεολογικὴ σύγχυση. Διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ ἀπὸ τὴ μία νὰ διδάσκῃ συγκεκριμένα τί εἶναι ὁ γάμος, ἡ οἰκογένεια, ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ἡ σεξουαλικότητα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ συμπεριφέρεται σὰν ὅλα αὐτὰ νὰ εἶναι πλέον ζητήματα ποὺ μποροῦν νὰ ἀναδιαμορφωθοῦν ἀνάλογα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς σύγχρονης κοινωνίας. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀποκαλύπτεται τὸ πρόβλημα τῆς λεγόμενης «συμπερίληψης»: ἡ συμπερίληψη, ὅταν ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, μετατρέπεται σὲ ἰδεολογία. Καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώνει ἰδεολογίες.

Ὁ π. Ἀλέξανδρος λέει ἀκόμη ὅτι αὐτὴ ἡ στάση θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ αὐτονόητο μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι ὁ κόσμος τῆς Ἐκκλησίας «δὲν τὸ ἀντέχει ἀκόμη». Προσέξτε τὴ διατύπωση. Δὲν λέει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἕνα θεολογικὸ κριτήριο, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἐξετάσουμε. Δὲν λέει ὅτι ὑπάρχει μία Παράδοση, τὴν ὁποία πρέπει νὰ μελετήσουμε. Δὲν λέει ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἐκκλησιαστικὸ ἦθος, ποὺ πρέπει νὰ σεβαστοῦμε. Λέει οὐσιαστικὰ ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «συντηρητικός» καὶ ὅτι κάποια στιγμὴ θὰ πρέπει νὰ ξεπεράσει αὐτὴ τὴ συντηρητικότητά του. Δηλαδὴ ποιὸς εἶναι πλέον τὸ πρόβλημα; Ἡ Παράδοση ἢ ὁ λαὸς ποὺ παραμένει πιστὸς στὴν Παράδοση; Ἡ Ἐκκλησία ἢ οἱ χριστιανοὶ ποὺ δὲν προσαρμόζονται ἀρκετὰ γρήγορα; Καὶ ἀκόμη χειρότερα: ποιὸς ἀποφασίζει τί πρέπει νὰ «ξεπεράσει» ἡ Ἐκκλησία; Ὁ Χριστός; Οἱ Ἀπόστολοι; Οἱ Πατέρες; Ἢ ἡ ἑκάστοτε πολιτισμικὴ μόδα;

Διότι, ὅταν ἕνας κληρικὸς λέει ὅτι «θέλει χρόνο» καὶ ὅτι «κάποιος πρέπει νὰ ξεκινήσει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα», τότε δὲν περιγράφει ἁπλῶς μία ποιμαντικὴ πρακτική. Περιγράφει ἕνα σχέδιο ἀλλαγῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς νοοτροπίας. Καὶ ἐδῶ πλέον πρέπει νὰ εἴμαστε ξεκάθαροι: ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐργαστήριο κοινωνικῆς μηχανικῆς. Οὔτε ὁ ἱερέας εἶναι κοινωνικὸς μεταρρυθμιστὴς ποὺ ἔχει ἀποστολὴ νὰ ἐκπαιδεύσει τὸν «συντηρητικό» λαὸ, ὥστε νὰ ἀποδεχθεῖ σταδιακὰ μία νέα ἀντίληψη περὶ Ἐκκλησίας. Ὁ ἱερέας ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν ὑπηρετεῖ τὴν προσωπική του ἐκκλησιολογικὴ μεταρρύθμιση. Δὲν εἶναι δουλειά του νὰ ἀλλάξει τὴν Παράδοση, ὥστε νὰ γίνει συμβατὴ μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῆς ἐποχῆς. Ἡ δουλειά του εἶναι νὰ μεταδώσει ἀκέραιη τὴν πίστη ποὺ παρέλαβε.

Καὶ τώρα ἂς ἐπιστρέψουμε στὸ παιδί. Τὸ παιδὶ δὲν εἶναι ἐργαλεῖο, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ πόσο «προοδευτικὴ» ἢ πόσο «συμπεριληπτικὴ» εἶναι μία ἐνορία. Δὲν εἶναι πείραμα κοινωνικῆς ἀποδοχῆς. Δὲν εἶναι τὸ μέσο, γιὰ νὰ περάσει μία νέα θεολογικὴ ἀντίληψη. Τὸ παιδὶ χρειάζεται Χριστό. Χρειάζεται Ἐκκλησία. Χρειάζεται πίστη. Χρειάζεται χριστιανικὴ ἀνατροφή. Χρειάζεται ἕνα περιβάλλον ποὺ θὰ τὸ ὁδηγήσει νὰ γνωρίσει τὸ βάπτισμά του καὶ νὰ ζήσει σύμφωνα μὲ αὐτό. Καὶ ὅταν ἀντὶ γιὰ ὅλα αὐτὰ τοῦ προσφέρουμε μία ἰδεολογικοποιημένη «συμπερίληψη», τότε ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ τοῦ φορτώνουμε ἕνα βάρος ποὺ δὲν τοῦ ἀνήκει: νὰ τὸ χρησιμοποιοῦμε, χωρὶς νὰ τὸ ρωτᾶμε, ὡς σύμβολο μιᾶς κοινωνικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀλλαγῆς. Καὶ ἐδῶ θυμόμαστε τὰ αἰχμηρὰ λόγια τοῦ π. Στυλιανοῦ Καρπαθίου γιὰ τὸ βάπτισμα ἑνὸς παιδιοῦ ποὺ ἐντάσσεται σὲ μία τέτοια πραγματικότητα: νὰ μὴ καταλήγουμε νὰ τὸ βαπτίζουμε, γιὰ νὰ τὸ παραδώσουμε σὲ μία ἀπομίμηση οἰκογένειας, ἀντὶ νὰ τὸ ὁδηγήσουμε στὴν πραγματικὴ οἰκογένεια τῆς Ἐκκλησίας, στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ κρίσιμο: ἡ Ἐκκλησία δὲν καλεῖται νὰ βαπτίζει τὴν κοινωνικὴ πραγματικότητα. Καλεῖται νὰ βαπτίζει τὸν ἄνθρωπο στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ τὸν εἰσάγει στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἄνευ ὅρων ἐπιδοκιμασία. Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν σημαίνει ἀποδοχὴ κάθε πράξεως. Ἡ συμπερίληψη δὲν σημαίνει κατάργηση τῶν ὁρίων τῆς πίστεως. Καὶ ἡ ποιμαντικὴ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἱερέας πρέπει νὰ προσαρμόσει τὸ Εὐαγγέλιο στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς. Γιατὶ τότε δὲν ἔχουμε πλέον Ἐκκλησία ποὺ μεταμορφώνει τὸν κόσμο. Ἔχουμε κόσμο ποὺ μεταμορφώνει τὴν Ἐκκλησία.

Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς τὸ σημεῖο, στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ ἀντιδράσουμε. Γιατὶ ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἀγαπᾷ τὸν καθένα. Μπορεῖ νὰ δέχεται τὸν καθένα. Μπορεῖ νὰ καλεῖ τὸν καθένα σὲ μετάνοια. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ βαπτίζει κάθε κοινωνικὴ ἀντίληψη ὡς χριστιανική. Καὶ κυρίως δὲν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ ζητᾷ ἀπὸ τὴν Παράδοση νὰ «ξεπεράσει» τὸν ἑαυτό της, γιὰ νὰ προσαρμοστεῖ στὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς. Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται νὰ γίνει πιὸ σύγχρονη. Χρειάζεται νὰ παραμείνει Ἐκκλησία. Καὶ γι’ αὐτὸ ἂς ἐπαναλάβουμε τὸ αὐτονόητο, τὸ ὁποῖο κάποιοι σήμερα προσπαθοῦν νὰ παρουσιάσουν ὡς «συντηρητισμό»: νηπιοβαπτισμὸς καὶ χριστιανικὴ οἰκογένεια πάνε μαζί. Ὅταν ἀποσυνδέεται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, δὲν γίνεται ἡ Ἐκκλησία πιὸ συμπεριληπτική. Γίνεται ἁπλῶς πιὸ συγκεχυμένη. Καὶ ἡ σύγχυση δὲν εἶναι Παράδοση. Εἶναι καινοτομία.