Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Περονόσπορος στο Ἀμπέλι…

ΚΥΡΙΕ ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄ Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2749
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2749

Κυριακὴ ΙΓ΄ Ματθαίου (Ματθ. 21,33-42)
30 Αὐγούστου 2026

Περονοσπορος στο Ἀμπελι…

«Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν» (Ματθ. 21,41)

Τὴν ἐποχὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, στὰ χωριά μας τρυγοῦν τ᾽ ἀμπέλια, μαζεύουν τὰ σταφύλια, τὰ πατᾶνε καὶ βγαίνει τὸ κρασί, ἀπ᾽ τὸ ὁ­ποῖο γίνεται καὶ ἡ θεία κοινωνία.

–Γιατί μιλᾷς γιὰ ἀμπέλια; γεωπόνος εἶσαι; τί ἀσχολεῖσαι μὲ τ᾽ ἀμπέλια;
Γιὰ ἀμπέλι μᾶς μιλάει σήμερα ὁ Χριστὸς στὴν παραβολὴ ποὺ ἀκούσαμε (βλ. Ματθ. 21,33-42). Τὴν εἶπε σὲ ἰ­ου­δαίους ἀρ­χιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους. Τί μᾶς λέει;
Κάποιος νοικοκύρης φύτεψε ἀμπέλι, κάτι ὄ­χι τόσο εὔκολο. Γιατὶ παίρνεις ἕνα χωράφι χέρσο, βγάζεις τὶς πέτρες, καῖς τ᾽ ἀγκάθια, τὸ σκάβεις καὶ μετὰ φυτεύεις τὶς ῥίζες. Καὶ κάθε ῥίζα γίνεται ἕνα κλῆμα. Τὸ κλῆμα τὸ χει­μῶ­να εἶνε ξερό, τὸ καλοκαίρι βγάζει φύλλα, μετὰ γεμίζει σταφύλια καὶ τὸν Αὔ­γουστο μικροὶ – μεγάλοι τρῶνε ὅλοι τὸν ὄμορφο καρπό.
Ὁ νοικοκύρης αὐτὸς ἀγαποῦσε πολὺ τὸ ἀμ­πέ­λι του. Ἀλλὰ ἔφυγε μακριά, σὰ νὰ ποῦμε στὴν Αὐ­στραλία ἢ στὴν Ἀμερική, ἄφησε τὸ ἀμ­πέλι του σὲ ἄλλους γεωργούς, μὲ σκοπὸ νὰ τοῦ τὸ καλλιεργοῦν. Οἱ γεωργοὶ αὐτοὶ δὲν ἦ­ταν καλοὶ ἄνθρωποι. Νόμιζαν, ὅτι ὁ νοικοκύ­ρης δὲν θὰ γυρίσῃ, θὰ πεθάνῃ στὴν ξενιτειά, δὲν θὰ ξανάρθῃ πιὰ νὰ δῇ τὸ ἀμπέλι του. Μὰ νά· αὐτὸς ὕστερα ἀπὸ χρόνια, λέει τὸ εὐ­αγγέλιο, στέλνει ἀνθρώπους ὑπηρέτες του, νὰ ζη­­τήσῃ λογαριασμό, τί ἔκαναν οἱ γεωρ­γοὶ στὸ ἀμπέλι. Αὐτοὶ ὅμως, ὅταν εἶδαν νὰ ἔρχων­ται οἱ ἀπεσταλμένοι, ὡπλίστηκαν καὶ ἄλλον τὸν ἔδει­ραν, ἄλλον τὸν σκότωσαν, ἄλ­λον τὸν πῆ­ραν μὲ τὶς πέτρες. Τό ᾽μαθε αὐτὸ ὁ νοικοκύ­ρης. Στέλνει δεύ­τερη σειρά, πιὸ πολλοὺς ὑ­πηρέτες, νὰ ζητήσουν λογαριασμό. Αὐτοὶ ἔ­καναν πάλι τὰ ἴδια. Ὅταν τό ᾽μαθε κι αὐτὸ ὁ νοικοκύρης, λέει· Ἂς στείλω πιὰ τὸ μονάκριβο γυιό μου, ἴσως αὐτὸν νὰ τὸν σε­βαστοῦν. Ὅταν ὅμως οἱ κακοὶ γεωργοὶ τὸν εἶδαν νά ᾽ρχεται, σκέφτηκαν· Αὐτὸς εἶνε ὁ κληρονόμος· ἐλᾶτε νὰ τὸν σκοτώσουμε καὶ νὰ πάρου­με ἐμεῖς τὴν κληρονομιά του. Τὸν ἅρπαξαν λοιπόν, τὸν ἔ­βγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ ἀμ­πέλι καὶ τὸν σκότωσαν.
Κι ἀφοῦ εἶπε τὴν παραβολὴ ὁ Χριστὸς τοὺς ῥώ­τησε· Ὅταν θὰ ἔρθῃ ὁ νοικοκύρης τί θὰ κάνῃ στοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;

Καὶ οἱ ἀ­κροαταί του, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ὅτι γι᾽ αὐ­τούς μιλάει, ἀπήντη­σαν· «Κακοὺς κακῶς ἀ­πολέσει…» (Ματθ. 21,41). Θὰ τοὺς καταστρέψῃ· τέ­τοιοι κακοὶ ποὺ εἶνε, κακὸ τέλος θά ᾽χουν· καὶ τὸ ἀμπέλι θὰ τὸ δώσῃ σὲ ἄλλους καλοὺς γεωργούς, ποὺ θὰ τὸ καλλιεργοῦν καὶ θὰ τοῦ ἀποδώσουν τοὺς καρποὺς στὸν καιρό τους.

* * *

Αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ παραβολὴ ποὺ ἀ­κούσαμε σήμερα. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ. Ἔχει σπουδαῖο νόημα. Ποιός εἶ­νε ὁ νοικοκύρης; ποιοί εἶνε οἱ κακοὶ γεωργοί; ποιό εἶ­νε τὸ μονάκριβο παιδί; καὶ ποιό εἶνε τὸ ἀμπέλι;
Ὅλοι εἶστε νοικοκύρηδες. Κάποιο σπιτάκι, μιὰ καλύβα, μιὰ περιουσία ἔχετε. Δὲν εἶστε βέβαια ἐφοπλισταί, Ὠνάσηδες. Ὅ,τι ἔχετε ἔ­γινε μὲ τὸν ἱδρῶτα σας. Προτιμότερο νά ᾽χῃς μιὰ δραχμὴ στὴν τσέπη ποὺ νά ᾽νε τοῦ Χριστοῦ, παρὰ νὰ ἔχῃς ἕνα ἑκατομμύριο λίρες ποὺ ἔγιναν μὲ τὸν διάβολο· προτιμότερο φτωχὸς μὲ τὸ Χριστὸ πα­ρὰ ἑκατομμυριοῦχος μὲ τὸν διάβολο. Εἶστε εὐ­λο­γημένοι, παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, μικροὶ νοικοκύρηδες. Ὑπάρχουν καὶ μεγάλοι νοικοκύρηδες, μὲ μεγάλες περιουσίες. Μὴν τοὺς ζηλεύετε. Ἕνας εἶνε ὁ νοικοκύρης, ὁ ἀφέντης· ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶνε ὁ οἰκοδεσπότης πού ᾽χει τὸ ἀμπέλι.
Τί θαῦμα τὸ ἀμπέλι! Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Ἂν ὑπάρχῃ κανένας ἄπιστος καὶ ἄ­θεος γύρω σας, μὴν τοῦ δείξετε τὰ ἑκατομμύρια ἀστέρια, μὴν τὸν πᾶτε στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ στὰ ἀστεροσκοπεῖα, μὴν τοῦ ἀνοίξετε βιβλία καὶ φιλοσοφίες· δεῖξτε του τὸ ἀμ­πέλι. Τί εἶνε ἕνα κλῆμα; Ἕνα κούτσουρο ποὺ ἔ­χει μιὰ ῥίζα. Καὶ ἡ ῥίζα αὐτή, ξερή, χώνεται μέσα στὴ γῆ. Καὶ τί τραβάει; Τραβάει νερὸ σὰν τρόμπα. Καὶ τὸ νερὸ τί γίνεται; Κρασί. Ἂς μαζευτοῦν λοιπὸν ὅλοι οἱ γεωπόνοι νὰ μᾶς φτειάξουν μιὰ ῥίζα, ποὺ νὰ τραβάῃ νερὸ καὶ νὰ τὸ κάνῃ κρασί. Πῶς γίνεται; Μυστήριο! Καὶ παραπέρα εἶνε μία ἄλλη ῥίζα, ποὺ παίρνει νε­ρὸ καὶ τὸ κάνει λεμόνι. Τὸ ἴδιο χῶμα δὲν εἶνε; Καὶ παρακάτω εἶνε μία ἄλλη ῥίζα καὶ τὸ κάνει πορτοκάλι. Καὶ παρακάτω εἶνε μιὰ ῥίζα καὶ τὸ κάνει ἀχλάδι. Καὶ παρακάτω εἶνε ἐλιὰ καὶ τὸ κάνει λάδι. Πῶς ἔγιναν αὐτά; ποιά εἶνε ἡ ἀπάν­τησι; Φτάνει μιὰ ῥίζα, ἕνα κλαδί, κ᾽ ἕνα φυλλαράκι ἀκόμα· φωνάζει, ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Νοικοκύρης, λοιπόν, εἶνε ὁ Χριστός μας, ποὺ τά ᾽φτειασε ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα πράγματα στὸν κόσμο. Καὶ τὸ ἀμπέλι του ποιό εἶνε; Ἐκτὸς ἀπὸ τ᾽ ἀμπέλια καὶ χωράφια τῆς γῆς, ὑπάρχει κ᾽ ἕνα ἄλ­λο ἀμπέλι. Ὅταν λειτουργῇ ἀρχιερεύς, κρατών­τας τὰ κεριὰ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀκοῦμε νὰ λέῃ· «Κύριε Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐ­ρα­νοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμ­πελον ταύτην καὶ κατάρτισαι αὐ­τήν, ἣν ἐφύτευ­σεν ἡ δεξιά σου» (Ψαλμ. 79,15-16). Χριστέ, λέει, ῥίξε μιὰ ματιὰ ἀπὸ τὰ ὕψη σου καὶ δὲς ἐδῶ κάτω τὸ ἀμπέλι σου, καὶ εὐλόγησέ το νὰ γεμί­σῃ σταφύλια, νὰ γίνῃ καρποφόρο. Ποιό εἶνε τὸ ἀμπέλι; Νάτο! Ἕνα ἀμπελάκι εἶστε σεῖς ἐ­δῶ! Νοικοκύρης εἶνε ὁ Χριστός. Καθένας ἀπὸ σᾶς εἶστε ἕνα κλῆμα. Κι αὐτὸ πρέπει νὰ κάνῃ σταφύλι. Ὁ γεωργὸς πάει στὸ ἀμπέλι, ψάχνει, κι ἅμα οἱ ῥίζες δὲν κάνουν καρπό, περιμένει ἕνα μῆνα, ἕνα χρόνο, δυὸ χρόνια, τρία χρόνια… Μετὰ ἁρπάζει τσεκούρι, ξερριζώνει τὴν ἄκαρπη ῥίζα καὶ τὴ ῥίχνει στὸ φοῦρνο, στὴ φωτιά. Καὶ ὅπως ὑπάρχουν ἄκαρ­πα κλήματα, ἔτσι ὑπάρχουν καὶ ἄκαρποι χριστιανοί. Ἡ ἐλιὰ πρέπει νὰ κάνῃ τὸ λάδι της, ἡ ἀχλαδιὰ τὰ ἀ­χλάδια της, ἡ μηλιὰ τὰ μῆλα της, ἡ λεμονιὰ τὰ λεμόνια της, ἡ πορτοκαλιὰ τὰ πορτοκάλια της. Κ᾽ ἐμεῖς; Τί κάνουμε; ποιοί εἶνε οἱ καρποί μας; Λίγα χρόνια θὰ ζήσουμε στὸν κόσμο. Προτοῦ νὰ ἔρθῃ ὁ ἀρχάγγελος νὰ πάρῃ τὴν ἁμαρτω­λὴ ψυχή μας, πρέπει νὰ πράξουμε ἔργα ἀγαθά.
Ποιά εἶνε τὰ ἀγαθὰ ἔργα ποὺ πρέπει νὰ πρά­ξουμε; Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ πνευματικὸ ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ εἶχε καρπούς. Τὸ ἔ­βλεπαν οἱ ἄγ­γελοι καὶ εἶχαν χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι. Ἀπὸ μιὰ ῥίζα γέμιζε σταφύλια ἕνα πανέρι ὁλόκληρο. Τώρα;… Συνάντησα στὴν Πελοπόννησο ἕνα γεωργὸ πού ᾽χε ἀμπέλι μὲ χίλιες ῥίζες· καὶ τὸν εἶδα νὰ κλαίῃ. –Τὸ ἀμπέλι αὐτὸ ἔβγαζε χιλιάδες ὀκᾶδες σταφύλια· τώρα, παπούλη μου, οὔτε ἕνα τσαμπὶ δὲν ἔ­φαγα. –Γιατί; –Ἔπεσε περονόσπορος. Ἔτσι ὅ­πως στὸ ἀμπέλι πέφτει περονόσπορος, ἔτσι καὶ μέσ᾽ στὶς κοινωνίες μας ἔπεσε περονόσπορος τοῦ δι­αβόλου καὶ ξεράθηκαν οἱ ψυχές, δὲν ὑπάρχει πιὰ ἀρετὴ καὶ εὐσέβεια στὸν κόσμο.
Πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ – διακόσα χρόνια βλαστήμια δὲν ἀκουγόταν. Τώρα; Βλαστημοῦν ὅλοι· κ᾽ ἐκεῖ­νος ὁ ἀσπρομάλλης γέρος κ᾽ ἐκεῖνο τὸ βυζανιάρικο. Τότε διαζύγιο δὲν ὑπῆρχε. Τώρα τ᾽ ἀντρόγυνα εἶνε χωρισμένα· κάθε μέρα ἔρχονται στὴ μητρόπολι γυναῖκες καὶ ἄντρες ποὺ ζητοῦν διαζύγιο. Τότε, νὰ κάνῃ ἡ γυναίκα ἔκτρωσι; Ἔκλαιγε δέκα χρόνια. Τώρα πλού­τησαν οἱ ἀσυνείδητοι για­τροί. Σκόρπισαν μέσα στὴν πατρίδα μας καὶ προπαγανδίζουν νὰ παύσουν πιὰ οἱ γυναῖκες νὰ γεννοῦν, γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἔχουμε τὰ λιγώτερα παιδιὰ ἀπ᾽ ὅλα τὰ Βαλκάνια. Τριακόσες χιλιάδες ἐκτρώσεις τὸ ἔτος γίνονται σ᾽ ὅλη τὴ χώρα. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια δὲν ὑπῆρχε καμπάνα, δὲν ἐπέτρεπε ὁ Ἀ­βδοὺλ – Χαμίτ. Καὶ χωρὶς καμπάνες ὅμως ἔτρεχαν ὅλοι πρωὶ – πρωὶ στὴν ἐκκλησιά.

* * *

Τὸ ἀποτέλεσμα; Ἐμένα ῥωτᾶτε; Τὸ εὐαγγέλιο λέει· «Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει…» (Ματθ. 21,41). Τὸ εἶ­πε ὁ Χριστὸς καὶ τὰ λόγια του βγῆ­καν. Θὰ ἔρθῃ φωτιά, θὰ ἔρθῃ συμφορά.
Γύρω στὸ 1930 ἕνας ἅγιος ἱεροκήρυκας πῆ­­­γε σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς Καστοριᾶς. Τὴν ὥρα ἐ­κείνη ἄλ­λοι ἦταν μεθυσμένοι, ἄλλοι ἔπαιζαν χαρτιά, ἄλλοι αἰσχρολογοῦσαν, ἄλλοι βλαστη­­μοῦσαν, ἕνας τὸν εἶδε κ᾽ ἔκανε αἰσχρὴ χειρονομία. Πάει στὴν ἐκ­κλησιά, χτυπάει καμ­­πάνα. Οὔτε ἕνας. Στενοχωρήθηκε. Βγαίνει στὴν πλατεῖα, τοὺς βρίσκει καὶ λέει· –Τί εἶστε; ἑβραῖοι; ἀρμένιοι, τοῦρκοι, ἄθεοι, ἄπιστοι; για­τί δὲν ἔρχεστε στὴν ἐκκλησιά; –Παράτα μας, παπᾶ, παράτα μας! Ἔκλαψε ὁ ἱεροκήρυκας καὶ τοὺς εἶπε· Θά ᾽ρθῃ μέρα ποὺ κόκορας δὲν θὰ λαλάῃ στὸ χωριό σας… Ἤθελαν νὰ τὸν σκοτώσουν. Βγῆκε ἔξω, τίναξε τὰ τσαρού­χια του καὶ ἔφυγε. Πέρασαν σαράντα χρόνια, βρέθηκα στὴν Καστοριά. Βρῆκα ἕνα γέροντα νὰ κλαίῃ σὰν μικρὸ παιδί· Ἐγὼ εἶμαι ἀ­πὸ τὸ τάδε χωριό (ἐκεῖ­νο), μοῦ λέει. Θυμοῦ­μαι τὸν ἱεροκήρυκα ποὺ τὸν διώξαμε, ποὺ πήγαμε νὰ τὸν σκοτώσουμε. Καὶ μᾶς εἶπε, Κόκο­ρας δὲν θὰ λαλάῃ. Πράγματι σήμερα κόκορας δὲν λαλάει. Ἦρθε ἡ φωτιὰ τοῦ πολέμου καὶ φύγανε. Κι ὅταν ξαναγύρισαν, φίδια, ἀλεποῦ­δες καὶ σκαντζόχοιροι ἦταν μέσ᾽ στὰ σπίτια.
Δὲν διωρθωθήκαμε, δὲν μετανοήσαμε. Τὰ ἴ­δια κάνουμε. Θέλω νὰ σταματήσω. Λυποῦμαι τὰ παιδάκια. Ἐμεῖς οἱ μεγάλοι ἂς ἔρθῃ φωτιὰ νὰ μᾶς κάψῃ. Τέτοιοι πού ᾽μαστε, τέτοια μᾶς ἁρμόζουν. Αὐτὰ τὰ ἀγγελούδια τί μᾶς φταῖνε; Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Χριστὸ νὰ μὴ ζήσουν ὅσα ζήσαμε ἐ­μεῖς, ποὺ ἀνεβήκαμε στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ εἴδαμε κεφάλια κομμένα, κοιλιὲς καὶ ἔντερα στοὺς δρόμους, αὐτοκίνητα ἀνατιναζόμενα καὶ ὁ κόσμος νά ᾽νε ἀνάστατος.
Παιδάκια μου, νὰ μὴ δῆτε τέτοιες ἡμέρες. Γονα­τίστε σήμερα σὰν ἁγνὰ ποὺ εἶστε μπροστὰ στὴν Παναγιὰ καὶ κάντε τὴν προσευχή σας, νὰ μᾶς λυπηθῇ καὶ ὡς ἔθνος καὶ ἀνθρωπότητα καὶ νὰ μὴ δῆτε πιὰ στὰ μάτια σας πόλεμο, ἀλλὰ εἰρήνη, τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ δὲ Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ ἂς εἶνε μαζί σας, ἀ­γαπητὰ παιδιὰ καὶ ἐγ­γόνια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κοσμᾶ Κυπαρισσίου – Γρεβενῶν τὴν 5-9-1971 πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 23-6-2026.