Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Ἀπαισιοδοξια

apokalyc 

Περιληπτικές μεταγλωττίσεις. βιβλίο «Ἀκολούθει μοι» 23, Μητροπολίτου Φλωρινης Αυγουστινου

στ. Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄ Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 275
Μετάστασις Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

«Εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾽ αὐτοῦ» (Ἰω. 11,16)

Οἱ Ἰουδαῖοι εἶνε ἕτοιμοι νὰ λιθοβολήσουν τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς φεύγει καὶ πάλι στὴν ἔρημο. Ὄχι ἀπὸ δειλία, ἀλ­λὰ διότι δὲν ἔφθασε ἀκόμη ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρίου. Φέρνει τὰ βήματά του στὴν ἔρημο πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, στὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να ποὺ ἦταν γεμᾶτα πρόσφατες ἀναμνήσεις. Γιατὶ ἐκεῖ ἔζησε καὶ ἀσκήτευσε ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ποὺ ἡ ἁγία ζωὴ καὶ τὸ βροντόφωνο κήρυγμά του εἶχαν συγ­κλονίσει τὶς ψυχὲς τοῦ λαοῦ. Τὰ πλήθη τότε ἔτρεχαν στὸν Ἰωάννη, καὶ ἡ ἔρημος γινόταν πολυάνθρωπη πόλι. Τώρα ὁ Ἰωάννης δὲν ζῇ. Βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο στὶς φυλακὲς τῆς Μαχαι­ροῦντος. Γι᾽ αὐτὸ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὰ ἴδια μέρη, ὅ­που ἄλλοτε ἀσκήτευσε ὁ Ἰωάννης, ψυχολογικὰ γίνεται ἀ­φορμὴ στοὺς ἀνθρώπους νὰ θυμηθοῦν τὴ μεγάλη ἐκείνη φυσιογνωμία· ἀλλὰ καὶ καθὼς τώρα βρίσκονται μπροστὰ σὲ μία ἄλλη φυσιογνωμία, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κάνουν σύγ­κρισι τῶν δύο καὶ λένε· Ὁ Ἰωάννης μὲν δὲν ἔ­κανε κανένα θαῦμα, ἀλλὰ θαύματα πρέπει νὰ λογιστοῦν ὅσες προφητεῖ­ες εἶπε γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἐπαλήθευσαν. Μόνο ἕνα προφητικὸ μάτι μποροῦσε νὰ προβλέψῃ τὸ μέλλον.

Καὶ ἐφ᾽ ὅ­σον τώρα λόγια καὶ θαύματα πρωτοφανῆ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυροῦν τὴν θεία προέλευσί του, πρέπει –λένε– νὰ πιστέψουμε στὸ Χριστό. «Καὶ ἐπίστευσαν», παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστής, «πολλοὶ ἐκεῖ εἰς αὐτόν» (Ἰω. 10,42).
Ὤ, οἱ ἐρημιὲς ὅπου ἀσκήτεψαν οἱ ἀσκηταί, οἱ φυλακὲς ὅπου κλείστηκαν οἱ μάρτυρες, οἱ τόποι ποὺ ἐτάφησαν, καὶ γενικὰ κάθε τι ποὺ θυμίζει τὰ πρόσωπά τους, ἐξακολουθοῦν καὶ μετὰ ἀπὸ αἰῶ­νες νὰ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπ᾽ ὅλα αὐ­τά, σὲ ὅσους ἔχουν αὐτιὰ ν᾽ ἀκοῦνε, φτάνει ἡ φω­­νὴ τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρε­τῆς «Μετανοεῖ­τε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» (Μάρκ. 1,15). Συντελοῦν, βλέπε­τε, καὶ οἱ τόποι στὴν ἀ­νάμνησι σπουδαίων γεγονότων, στὴν ἔξαρσι τῶν ψυχῶν, στὴ μίμησι τῶν ἡρώων τῆς πίστεως. Συντελοῦν, ὅπου ὑπάρχει ψυχι­κὴ διάθεσι. Ὅπου ὅμως ὑ­πάρχει πώρωσι τῆς καρδιᾶς, ἐκεῖ οὔτε ὁ Ἰορδάνης οὔτε ἡ ἔρημος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ λόφος τοῦ Γολγοθᾶ συγκινοῦν τὸν ἄνθρωπο. Ἁμαρτάνει κανεὶς καὶ στοὺς ἱεροὺς τόπους!
Ἀλλὰ κ᾽ ἐκεῖ, πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, στὸν τόπο ὅπου «ἦν Ἰωάννης τὸ πρῶτον βαπτίζων», ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν ἔπαυε νὰ ἐν­διαφέρεται γιὰ ὅσα συμβαί­νουν στὸν κόσμο. Ἀπὸ φίλους καὶ γνωρίμους ἔφθασε καὶ στὸν ἐρημικὸ ἐκεῖνο τόπο ἡ θλι­βερὴ εἴδησι, ὅτι στὴ Βηθανία, τρία χιλιόμετρα ἀπὸ τὰ Ἰ­ερο­σόλυμα, ἀσθενεῖ ὁ Λάζαρος ποὺ εἶχε καὶ δύο ἀδελφές, τὴ Μα­ρία καὶ τὴ Μάρθα, μιὰ οἰκογένεια ποὺ ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς.
Ὡς Θεὸς ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ τὸν πλη­ροφορή­σῃ ἄνθρωπος γιὰ τὸ τί συνέβαινε στὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου. Τὰ πάντα ἐγνώριζε ὁ παντογνώστης Κύριος. Ἀλλὰ κάποιος ἀγγελιαφόρος σταλμένος ἀπὸ τὴ Βηθανία ἔσπευσε νὰ τοῦ μεταδώσῃ τὴν εἴδησι. Ἐὰν ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἁπλῶς ἄνθρωπος γιατρός, θὰ ἔπρεπε μὲ τὸ ταχύτερο μέσο νὰ φθάσῃ στὴ Βη­θανία, γιὰ νὰ προλάβῃ. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις καὶ λίγες ὧ­ρες ἔχουν μεγάλη σημασία. Βλέπουμε σήμερα, ὅτι ὅταν ἀσθενῇ κάποιος πλούσιος, καλοῦν κάποιον διάσημο γιατρὸ τῆς Εὐρώπης νὰ ἔλθῃ ἀεροπορικῶς νὰ σώσῃ τὸν ἀσθενῆ.
Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ εἶνε παρών· μποροῦ­σε κι ἀπὸ μακριὰ νὰ θεραπεύσῃ, ὅ­πως ἔκανε καὶ ἄλλοτε (βλ. Ματθ. 8,5-13). Τώρα στὴν ἀσθένεια τοῦ Λαζάρου οὔτε σπεύδει κοντά του οὔτε ἀπὸ μακριὰ τὸν θεραπεύει. Κατὰ τὰ πάνσοφα σχέδιά του ἐνεργεῖ διαφορετικά. Ἀ­φήνει σκοπίμως νὰ περάσουν δύο μέρες. Διότι δὲν σκοπεύει ἁπλῶς νὰ θεραπεύσῃ ἕναν ἀσθε­νῆ, ἀλλὰ νὰ κάνῃ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύμα­τά του, ν᾽ ἀναστήσῃ νεκρὸ πού, ἀφοῦ πρὸ τριῶν ἡ­μερῶν τὸν ἔθαψαν στὸν τάφο, ἄρχισε κιόλας νὰ σαπί­ζῃ. Γι᾽ αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἀ­δρανεῖ καὶ παραμένει ἐκεῖ ποὺ ἔμαθε τὴν εἴδησι. Ἀφοῦ πέρασαν δύο μέρες ἀνακοινώ­νει στοὺς μα­­θητάς του, ὅτι ὁ Λάζαρος πέθανε. Ἀπὸ ποῦ τὸ γνώριζε αὐτό; Μὰ δὲν εἴπαμε, ὅτι ὡς Θεὸς γνωρί­ζει τί συμβαίνει σὲ κάθε σημεῖο τοῦ κόσμου; Ἐ­γνώριζε λοιπὸν τὴν ὥ­ρα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ψυ­χὴ τοῦ Λαζάρου ἐγκατέλειψε τὸ σῶ­μα. Ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἀοράτως παρὼν ἐκεῖ τὴν ὥρα ἐκείνη…
* * *
Οἱ μαθηταὶ ταράζονται· ὄχι τόσο γιατὶ ἕνας φίλος τοῦ Ἰ­η­σοῦ, ἄρα καὶ δικός τους, πέθανε, ὅσο γιατὶ ὁ Διδάσκαλος τώρα, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Λαζάρου, ἐκδηλώνει τὴν ἀπόφασί του νὰ πᾶνε στὴ Βηθανία. Νὰ πᾶνε στὴ Βηθανία; νὰ πλη­σιάσουν πάλι στὸ κέντρο ὅπου ἔβραζε τὸ καζάνι τοῦ φοβερώτερου θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καὶ μίσους κατὰ τοῦ Ἰησοῦ; Οἱ μαθηταὶ τρέμουν καὶ μὲ τὴ σκέψι ὅτι θὰ βρεθοῦν μέσα σ᾽ ἐκεῖνο τὸν κόσμο, ποὺ ἔδειχνε κατὰ τοῦ Διδασκάλου τους φονικὲς διαθέσεις. Ἤθελαν νὰ τὸν προφυ­λά­ξουν, νὰ προφυλάξουν καὶ τὸν ἑαυτό τους ἀ­πὸ τὸν κίνδυνο. Προσπαθοῦν νὰ τὸν ἀποτρέψουν. Προσπαθοῦν δύο φορές. Τὴν πρώτη, ὅταν ὁ Ἰησοῦς, χωρὶς ν᾽ ἀναφέρῃ τὸν λόγο τῆς μεταβάσεως, λέῃ μόνο –«Ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν πά­λιν», οἱ μαθηταὶ λένε· –Διδάσκαλε! μόλις πρὸ ὀλίγου οἱ Ἰουδαῖοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ σὲ λιθοβολήσουν, καὶ σὺ θέλεις νὰ πᾶμε πάλι στὰ μέρη τους; Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἐπιμένει λέγοντας· –Τὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς κάθε ἀνθρώπου εἶνε καθωρισμένο, καὶ κανείς δὲν ἐπιτρέπεται παραβαίνον­τας ὕψιστα καθήκοντα ποὺ ἔχει νὰ προσπαθῇ, ἀ­πὸ φόβο, ν᾽ ἀπομακρύνῃ τὸ θάνα­το προσκαίρως καὶ νὰ προσθέ­τῃ στὶς δώδεκα ὧ­ρες τῆς ἡμέρας καὶ νέα ὥρα, ὥρα σκότους, ἡ ὁ­ποία δὲν θὰ εἶνε πλέον κάτω ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχουν τὰ λόγια του «Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσ­κό­πτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ» (Ἰω. 11,9-10). Καὶ τὴ δεύτερη φορά, ὅταν εἶπε –«Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνί­σω αὐτόν», οἱ μαθηταὶ παίρνον­τας κατὰ γράμμα τὰ λόγια του ἀπαντοῦν· –«Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται»· ἐφ᾽ ὅ­σον δηλαδὴ κοιμᾶται θὰ ξυπνήσῃ μόνος του, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ πᾶμε νὰ τὸν ξυπνήσουμε. Τότε πλέον μὲ γλῶσ­σα ἀπερίφραστη τοὺς λέει· –«Λάζαρος ἀπέθανεν» (ἔ.ἀ. 11,11-14). Ἐκ­φράζει δὲ τὴ χαρά του, διότι δὲν ἦταν τὴν ἡ­μέρα τοῦ θα­νάτου στὴ Βηθανία. Ἡ ἀπουσία του θ᾽ ἀποδειχθῇ ὠφελιμώτερη ἀπὸ τὴν παρουσία του. Τὸ θαῦμα θὰ διαλάμψῃ, καὶ κανένας Ἰουδαῖ­ος δὲν θὰ μπορέ­σῃ νὰ τὸ ἀρνηθῇ… Ἡ ἀπόφασί του νὰ βρεθῇ στὴ Βηθανία, παρ᾽ ὅλους τοὺς κινδύνους ποὺ ὑπάρχουν, εἶνε σταθερὴ καὶ ἀμετάκλητη. Σὰν ἕ­νας γενναῖος στρατηγὸς ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς στρατιῶ­τες του σὲ ἀποφασιστικὴ μάχη δίνει τὸ πρόσ­ταγμα νὰ ξεκινήσουν· «Ἄγωμεν πρὸς αὐτόν»! (ἔ.ἀ. 11,15).
Ἀλλὰ ἦταν οἱ μαθηταὶ ψυχικὰ ἕτοιμοι γιὰ νὰ συνοδεύσουν τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία αὐτή; Ὁ Πέτρος, ὅπως λέει ἕ­νας ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτάς, φαίνεται ὅτι τὴ στι­γμὴ αὐτὴ ἀπουσίαζε. Ἀλλιῶς δὲν ἐξηγεῖται ἡ σιωπή του· ὁπωσδήποτε θὰ μιλοῦσε καὶ θὰ ζητοῦσε ν᾽ ἀποτρέψῃ τὸν Διδάσκα­λο ἀπὸ τὸ ἐπικίνδυνο ταξίδι. Τὸν λόγο παίρνει ὁ Θω­μᾶς ὁ Δίδυμος. Δὲν ἀπευθύνεται στὸν Δι­δάσκαλο, ἀλλὰ πρὸς τοὺς συστρατιῶτες του, στρέφεται πρὸς τοὺς συμμαθητάς του καὶ λέει· «Ἄ­γωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾽ αὐτοῦ» (ἔ.ἀ. 11,16).
Μακρὺ δρόμο διανύσαμε γιὰ νὰ φτάσουμε στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ μαθητοῦ καὶ ἀποστόλου Θωμᾶ, τὰ ὁποῖα καὶ μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ γιὰ τὸ σκοπό μας. Ἦταν ὅμως ἀναγ­καία ἡ διαδρομὴ τῆς ὁδοῦ· ἦταν ἀναγκαῖο νὰ δοῦμε τὸ ἱστορικό, τὶς συνθῆ­κες ὑπὸ τὶς ὁποῖες λέχθηκαν τὰ λόγια αὐτά. Καὶ στὰ λόγια αὐτά, ποὺ ἐκφράζουν τὴν ψυχολο­γικὴ κατά­στασι ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ δοῦμε τί κ᾽ ἐμεῖς, μαθη­ταὶ στὸ σχολεῖο τοῦ Ἰησοῦ, ἀρχαῖοι καὶ νεώτεροι, μποροῦμε νὰ διδαχθοῦμε.
Ὁ Θωμᾶς χωρὶς ἀμφιβολία ἀκολούθησε τὸν Κύριο ἀπὸ εἰλικρινῆ ἐλατήρια. Ἀγαποῦσε θερμὰ τὸν Διδάσκαλο, ἔ­τρε­φε αἰσθήματα στοργῆς γι᾽ αὐτόν. Μολονότι ὅμως ἦταν φιλόστοργος μαθητής, δὲν ἔπαυσε νὰ εἶνε χαρακτήρας δύσθυμος καὶ μελαγχολικός. Ἐνῷ τόσα φωτεινὰ σημεῖα ὑ­πῆρχαν ἐπάνω στὸ δρόμο ποὺ βάδιζε, ἐν τούτοις ἔκλινε στὸ νὰ βλέπῃ διαρκῶς σκοτεινὰ σημεῖα ποὺ παρουσιάζον­ταν. Καὶ ἡ φαντασία του τὰ μεγα­λοποιοῦσε. Δὲν προσδοκοῦσε τίποτα τὸ εὐ­χάριστο. Ὅλα σκοτεινά, ὅλα καταστρο­φὴ καὶ ὄλεθρος. Ἀλλὰ καὶ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν ὁδὸ ποὺ ὅλως ἑκουσίως ἀκολούθησε; νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν Ἰησοῦ; Αὐτὸ δὲν τὸ ἐπέτρεπε ἡ καρδιά του, ἡ ὁ­ποία τόσο ἀγαποῦσε τὸν Κύριο. Ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Χριστὸ θὰ ἦταν γι᾽ αὐτὸν κάτι χειρότερο ἀπὸ κάθε θάνατο. Ὄχι λοιπὸν δειλία, ὅπως λένε κάποιοι ἑρμηνευταί, ἀλλὰ μᾶλλον μελαγχολικὴ διάθεσι, ἀνάμικτη μὲ ἰσχυρὴ δόσι τόλμης καὶ ἀποφα­σιστικότητος ἐκφράζουν τὰ λόγια ποὺ εἶπε πρὸς τοὺς συμμαθητάς του ὁ Θωμᾶς «Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾽ αὐτοῦ». Τὸ νόημα εἶνε· Συμμαθηταί μου· τὸ πρόγραμμα τῆς πορείας ποὺ χαράζει ὁ ἀγαπητός μας Διδάσκαλος δὲν μᾶς εἶνε ἀρεστό, δὲν τὸ ἐπιδοκιμάζουμε. Τὸ σχέδιο μᾶς φαίνεται ὄχι μόνο ἀνώφελο ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνο. Θέλει νὰ πᾶμε ἐκεῖ ποὺ εἶνε ἡ φωλιὰ τῶν λύκων… Καλὸ θὰ ἦταν νὰ τὸν μεταπείσουμε ν᾽ ἀλλάξῃ πρόγραμμα. Ἀλλὰ δὲν τὸ κατορθώνουμε. Μένει ἀμετάπειστος. Ἐμεῖς τώρα βλέπουμε τὸν φοβερὸ κίνδυνο στὸν ὁποῖον ὁδηγεῖται. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, εἶνε σωστὸ νὰ τὸν ἐγκατα­λείψουμε; Ὄχι! Ἐφ᾽ ὅσον ἡ θεία πρόνοια ἔτσι θέλησε, νὰ συμπλέξουμε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς μας μὲ Ἐκεῖνον, ὅ,τι καὶ ἂν συμβῇ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ἐγκαταλείψουμε. Παρ᾽ ὅλο τὸ φόβο, παρ᾽ ὅλη τὴ λύπη καὶ μελαγχολία ποὺ νιώθουμε γιὰ τὸ ποῦ θὰ καταλήξῃ αὐτὴ ἡ περιπέτεια, πρέπει νὰ τὸν συνοδεύσουμε. Ἐμπρός, ἀγαπητοὶ συμμαθηταὶ καὶ συστρατιῶτες, ἂς βαδίσουμε μαζὶ τὸ δρόμο του. Ἂς πεθάνουμε μαζί του. Ποιό τὸ ὄφελος νὰ ζοῦμε χωρὶς τὸν Ἰησοῦ; Ὁ κόσμος θὰ εἶνε γιὰ μᾶς φτωχὸς καὶ δυστυχής. Προτιμητέος ὁ θάνατος μὲ τὸν Ἰησοῦ παρὰ ἡ ζωὴ μακριά του. Ἐμπρὸς λοιπόν. «Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀ­ποθάνωμεν μετ᾽ αὐτοῦ». Ὁ Θωμᾶς βλέπει μόνο τὸν Σταυ­ρό, δὲν βλέπει ὅμως καὶ τὴν Ἀνάστασι…
Ὁ Θωμᾶς, ὅπως μίλησε τὴν ἡμέρα ἐκείνη, μπορεῖ νὰ εἶνε ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος τῶν χριστιανῶν ποὺ θέλουν ν᾽ ἀκολουθοῦν τὸ Χριστὸ καὶ δὲν σκέπτονται νὰ τὸν ἐγκαταλείψουν, ἀλλὰ κάποια δυσθυμία καὶ μελαγχολία σκιάζει πάντα τὰ πρόσωπά τους. Βλέπουν τὸ κακὸ ποὺ ὑ­πάρχει μέσα τους, τὸ κακὸ ποὺ ὑπάρχει ἔξω, τὸ ἠθικὸ καὶ φυσικὸ κακό, βλέπουν τὴν κακία ποὺ ὑψώνει μὲ θράσος τὸ κεφάλι, βλέπουν τὶς ἀσθένειες καὶ τοὺς θανάτους, τὶς ἀ­δικίες καὶ τὰ φοβερὰ ἐγκλήματα, καὶ σ᾽ αὐτὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ σημεῖα τῆς ζωῆς προσηλώνουν διαρκῶς τὶς διάνοιες καὶ τὶς καρδιές τους. Μοιάζουν μὲ ἄν­θρωπο πού, ἐνῷ βρίσκεται σὲ μιὰ πεδιάδα κατάφυτη ἀπὸ ἄνθη ποικίλων χρωμάτων, αὐτὸς προσηλώνει τὸ βλέμμα του μόνο στὸ μέρος ἐκεῖνο ποὺ κοκκινίζει ἀπὸ παπαροῦνες… Ἀλλ᾽ ἐὰν βλέπῃ διαρκῶς τὸ κόκκινο χρῶμα, θὰ κου­­ράσῃ τὴν ὅρασί του. Καὶ γιὰ νὰ μὴν πάθῃ ὀφθαλμίασι, πρέπει νὰ στρέψῃ τὸ βλέμμα του καὶ πρὸς ἄλλα μέρη τῆς πεδιάδος, στὰ ὁποῖα πλεονάζουν καὶ κυριαρχοῦν ἄλλα χρώματα, ὅ­πως τὸ πράσινο, καὶ ἐκεῖ ν᾽ ἀναπαύσῃ τὴν ὅ­ρασί του. Καὶ ὁ δύσθυμος καὶ μελάγχολος ἄν­θρωπος δὲν πρέπει διαρκῶς νὰ προσηλώ­νῃ τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς του στὰ μαῦρα σημεῖα τῆς ζω­ῆς. Δόξα στὸν πανάγαθο Θεό, ὑπάρχουν καὶ τὰ φωτεινὰ ση­μεῖα. Ὑπάρχουν καὶ στὴν ἐποχὴ τῆς μεγαλύτερης ἀπιστίας καὶ δι­αφθορᾶς, ὅσο λίγα καὶ ἐὰν εἶνε, ὑπάρχουν καὶ τὰ φωτεινά, τὰ λαμπρὰ παραδείγματα ἁγίων ψυχῶν, ποὺ ἀπὸ τὴ θέσι τους ῥίχνουν τὸ φῶς, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν κοινωνία. Δὲν ἔχει χαθῆ τὸ πᾶν. Ἐκεῖ ὅπου ὁ ποτα­μὸς ῥέει βαθὺς καὶ ὁρμητικὸς καὶ δὲν τολμᾷ κανένας νὰ τὸν διαβῇ, αἴφνης ὁ Κύρι­­ος, ὁ κατὰ τὸν μέγα Βασίλειο «ἐν ἀ­πόροις πόρον ἐξευρίσκων», δείχνει στὸν πιστὸ δοῦ­λο του πέρασμα, ὁ πιστὸς περνάει τὸ ποτάμι καὶ θαυμάζουν ὅλοι. Ἐκεῖ ποὺ ὅλες οἱ θύρες ποὺ χτυπᾷς εἶνε κλειστὲς καὶ κανείς δὲν φαίνεται ν᾽ ἀπαντᾷ στὴν παράκλησί σου, αἴ­φνης ὁ Κύριος, ἐκεῖ ποὺ δὲν περιμένεις, ἀνοίγει θύρα. Μπορεῖ ὁ Θεὸς καὶ ἀπὸ τὴν πιὸ σκοτεινὴ ἄ­βυσσο νὰ βγάλῃ φῶς λαμπρό, καὶ ἀπὸ τὴν πιὸ ἀκάθαρτη κοπριὰ νὰ κάνῃ ν᾽ ἀνθίσῃ ῥόδο εὐ­ωδιαστό, καὶ ἀπὸ τὸν πιὸ κατάξερο βράχο ν᾽ ἀ­ναβλύσῃ νερὸ κρυστάλλινο. Μπορεῖ… Εἶσαι λοιπὸν πιστός; Πιστεύεις ἀληθινὰ στὴν θεία πρόνοια, ἡ ὁποία ὄχι μόνο στὰ μέγιστα ἀλλὰ καὶ στὰ ἐλάχιστα λάμπει θαυμαστά; Δὲς τὸν ἀ­πόστολο Παῦλο ἐκεῖ στὴ φυλακὴ τῶν Φιλίπ­πων. Χτυπημένος ἀπὸ τὰ μαστίγια τῶν ῾Ρωμαί­ων, δεμένος ἔτσι ποὺ νὰ μὴ μπορῇ νὰ κουνήσῃ τὰ πόδια του, μέσα στὴ σκοτεινὴ καὶ βρώμικη φυλακή, αὐτός, σὰν νὰ βρίσκεται σὲ αἴθουσα βασιλικοῦ ἀνακτόρου, χαίρεται καὶ ψάλλει γλυκύ­τατα ᾄσματα εὐχαριστίας καὶ δο­ξολογίας στὸν Θεό. Μέσα σὲ τόση δυστυχία, τόση χαρὰ καὶ εὐφροσύνη! Δῆτε καὶ πάλι τὸν Παῦλο στὴ μέση τοῦ πελάγους καὶ ἐνῷ τὰ κύματα ζητοῦν ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ καταπιοῦν τὸ σκάφος. Αὐτὸς μόνος, ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς ἐπιβάτες ποὺ εἶχαν βυθιστῆ σὲ πέλαγος δυσθυμίας καὶ μελαγχο­λίας, αὐ­τὸς στέ­κεται καὶ λέει «Εὐθυμεῖτε, ἄνδρες» (Πράξ. 27,25).
Ὁ δύσθυμος χριστιανός, ὁ μελαγχολικός, ὁ ἀπαισιόδοξος δὲν οἰκοδομεῖ τὸν πλησίον του. Δημιουργεῖ γύρω του μιὰ ἀτμόσφαιρα καταθλιπτική, μέσα στὴν ὁποία ὁ ἥλιος τῆς χρι­στιανικῆς χαρᾶς δὲν μπορεῖ νὰ διεισδύσῃ. Ὑπάρχουν δὲ καὶ περιστάσεις ποὺ ἡ μελαγχολία καὶ ἡ ἀπαισιόδοξη στάσι τοῦ χριστιανοῦ μπορεῖ νὰ σκανδαλίσῃ ψυχές, οἱ ὁποῖες σοῦ λένε· Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνω χριστιανὸς ὅ­πως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ποτέ δὲν φαίνεται χαρούμενος, δὲν θέλω νὰ γίνω. Μὲ τοῦτο δὲν λέμε, ὅτι ὁ Χριστι­ανὸς πρέπει νὰ γελᾷ καὶ νὰ καγχάζῃ ὅπως οἱ κοσμικοὶ γιὰ νὰ φαίνεται χαρούμενος. Ὄχι. Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστιανοῦ ἔ­χει σοβαρότητα. Εἶνε ἐσωτερική. Καὶ ἡ ἐκδήλωσί της εἶνε σὰν τὸ γλυκὸ φῶς τοῦ ἥλιου, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ παρηγορήσῃ καὶ τὸν πιὸ λυπημένο.
Ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα! Ὁ Δαυῒδ μὲ τὴ λύρα του διασκέδαζε τὰ νέφη τῆς μελαγχολίας καὶ ἀπεμάκρυνε τὸ δαιμόνιο τῆς δυσθυμίας καὶ ἀ­πελπισίας ποὺ ἔπνιγε τὸν βασιλέα Σαούλ. Ἀλλὰ σύ, πιστὸ παιδὶ τοῦ Ναζωραίου, ἐργάτα τοῦ Εὐ­αγγελίου, κρατᾷς μουσικὸ ὄργανο ἀνώτερο τοῦ Δαυΐδ, ὄργανο ποὺ σκορπίζει κύματα χαρᾶς ἱκανὰ νὰ διαλύσουν κάθε μελαγχολικὴ διάθεσι καὶ νὰ διεγείρουν τὰ πιὸ αἰ­σιόδοξα αἰσθήματα· εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο. Κροῦε το ὄχι ὅπως ὁ Θωμᾶς πρὶν τὴν Πεντηκοστή, ἀλλὰ κροῦε το ὅπως ὁ Θω­μᾶς μετὰ τὴν δοξασμένη Ἀνάστασι καὶ τὴν Πεν­τη­κοστή. Τότε πλέον, πιὸ ἀποφασιστικὸς ἀπὸ πρίν, μὲ σταθερὴ ἀπόφασι νὰ θυσιαστῇ ὑπὲρ τοῦ Κυρίου, καὶ χαίροντας καὶ ψάλλοντας διέδιδε τὸ μήνυμα τῆς χαρᾶς, τὸ μήνυμα τοῦ Εὐ­αγγελίου, λέγοντας ὄχι πλέον τὸ μελαγχολικὸ ἐκεῖνο «Ἄ­γωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾽ αὐτοῦ», ἀλλὰ «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Περιληπτικὴ μεταφορὰ μὲ μεταγλώττισι στὴν ὁμιλουμένη σήμερα κεφαλαίου τοῦ βιβλίου «Ἀκολούθει μοι», Ἀθῆναι (1965) 19893, σσ. 228-238. 12-5-2026.