«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ
Καλύβη τῶν Ἁγίων Πάντων. (1928-2005)
Πλησιάζοντας ὁ εὐλαβής ἐπισκέπτης στόν ταρσανᾶ τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης καί ἀγναντεύοντας πρός τήν πλαγιά τοῦ Ὄρους, ἐκθαμβώνεται ἀπό τό πλῆθος τῶν Καλυβῶν καί τῶν παρεκκλησίων τους, πού εἶναι διάσπαρτες σέ διαφορετικά ὕψη καί τοπία. Ἰδιαίτερα σήμερα, ὅπου ὁ τεχνικός πολιτισμός βοηθεῖ μέ τά ὑλικά μέσα καί ἐργαλεῖα του γιά μία ἀνετώτερη καί ἀνθρωπινώτερη ζωή, ὄχι μόνο τούς ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανούς, ἀλλά καί ἅπαντες ἁπανταχοῦ τῆς γῆς κατοικοῦντες ἀνθρώπους, τό θέαμα τῆς Σκήτης εἶναι φαντασμαγορικό.
Καί ἡ ἀνάβασις πρός τό Κυριακό, ὅπου καί τό Ἀρχονταρίκι (ξενοδοχεῖο ὕπνου καί φαγητοῦ) δέν εἶναι διόλου εὐκαταφρόνητη. Κόβονται τά πόδια σου βαδίζοντας σκαλί τό σκαλί μέχρι νά τά τελειώσης ὅλα, καί τά 1200, γιά νά φθάσης στήν κεντρική Ἐκκλησία τῆς Σκήτης, πού τιμᾶται στήν Κοίμησι τῆς Ἁγίας Ἄννης.
Αὐτή τήν φορά δέν πάω γιά προσκυνητής, ἀλλά γιά ἀνιχνευτής. Πάω νά ἀνεύρω χαμένους θησαυρούς, τούς ὁποίους ζητεῖ νά σβήση ἀπό τήν μνήμη τῶν ἀνθρώπων ὁ πανδαμάτωρ χρόνος ἤ ζητεῖ νά ἀχρηστεύση ἡ νοοτροπία τοῦ παραλόγου ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας.
Προορισμός μου ἡ Καλύβη τῶν Ἁγίων Πάντων. Εὐτυχῶς εὑρίσκεται στό μέσον τῆς ἀνηφορικῆς μου πορείας πρός τό Κυριακόν. Ἕνα νεαρό Καλογέρι, μᾶς ὑποδέχεται μέ συνοδοιπόρο μου τόν παπᾶ Θεοφάνη, ἔγγαμο ἱερέα, ἕναν ἄξιο τῆς ἀποστολῆς του λειτουργό ἀπό χωριό τῆς Πιερίας.
Μετά τόν Ἑσπερινό, ἀνεκοίνωσα στόν Γέροντα Σεραφείμ ὅτι ἔρχομαι μέ εὐλογία τοῦ σεβαστοῦ μου Γέροντος π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, μέ σκοπό τήν σχετική σκιαγράφησι τοῦ αὐταδέλφου του, μακαριστοῦ Γέροντος Βασιλείου, ὁ ὁποῖος προσφάτως μετήλλαξε τά σκιώδη τοῦ βίου μέ τά αἰώνια παλάτια τοῦ Παραδείσου.
Καί ὁ σεβαστός Γέροντας π. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του καί τήν πεῖρα του ὡς σοφοῦ Πνευματικοῦ, δέχθηκε μετά χαρᾶς νά μοῦ ἐξιστορήση τά τῆς ζωῆς τοῦ ἀδελφοῦ του κατά σάρκα π. Βασιλείου. Ἄλλωστε δέν θά ἠμποροῦσε νά εὑρεθῆ καταλληλότερος γι᾿ αὐτή τήν ἐξιστόρησι.
-Γέροντα π. Σεραφείμ, γνωρίζω ὅτι ἤσασταν ἀδέλφια κατά σάρκα μέ τόν μακαριστό παπᾶ Βασίλειο. Πέστε μας κάτι γιά τήν καταγωγή σας καί πῶς ἐγκαταλείψατε τόν κόσμο γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν;
-Καταγόμεθα ἀπό τό χωριό Καρδαμᾶς, πού εἶναι πλησίον τῆς Ἀμαλιάδος τῆς Ἠλείας. Οἱ γονεῖς μου, Ἰωάννης καί Ἀλεξάνδρα, ἦσαν πολύ εὐσεβεῖς. Προπαντός ὁ πατέρας μου ἦτο πολύ ἐλεήμων. Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ ἀπέκτησαν ἕξι παιδιά. Ἐγώ ἤμουν ὁ πρῶτος τῆς οἰκογενείας. Γεννήθηκα τό 1924. Μετά ἀκολουθοῦσε μία ἀδελφή μας καί μετά ὁ παπᾶ Βασίλειος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε τό 1928. Ἀπό μικρός ἀγαποῦσα πολύ τήν ἐκκλησία. Ὅταν τελείωσα τό Δημοτικό σχολεῖο, εἶχα πόθο νά γίνω μοναχός. Δέν μοῦ ἄρεσε ὁ κόσμος. Τότε συνέπεσε καί ἡ ἔναρξις τοῦ ἀλβανικοῦ πολέμου. Τόν Ὀκτώβριο λοιπόν τοῦ ἔτους 1941 βρῆκα τρόπο, μέ πολλές βέβαια δυσκολίες, καί ἦλθα στό Ἅγιον Ὄρος. Τότε εἴχαμε τήν κατοχή τῶν Γερμανῶν. Τό πῶς ἦλθα ἐδῶ εἶναι μία ὁλόκληρη περιπέτεια, γιά τήν ὁποία θά μιλήσουμε ἄλλη φορά. Τότε ἤμουν ἡλικίας 27 ἐτῶν.
-Ἄν γίνεται νά μοῦ πῆτε τώρα πώς ἐφθάσατε στό Ἅγιον Ὄρος, Γέροντα.
-Καλά. Ἄκουσε. Οἱ τρεῖς Γέροντες αὐτοῦ τοῦ Κελλίου, οἱ λεγόμενοι Βολιῶτες, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα ἦσαν Σεραφείμ, Χρυσόστομος καί Γρηγόριος ἠσχολοῦντο ἐδῶ μέ τήν ἁγιογραφία. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς ἐκεῖνο τόν καιρό μετέφερε ἀρκετές εἰκόνες μέ ψαροκάϊκο ἀπό τήν Ἁγία Ἄννα στόν Βόλο. Ἀπό ἐκεῖ κατευθύνθηκε πρός τήν Πελοπόννησο. Ἦλθε στήν πατρίδα μου μέ σκοπό νά τίς πωλήση. Τότε γνωρισθήκαμε καί τόν παρεκάλεσα νά μέ πάρη μαζί του.
Γιατί ἡ Καλύβη αὐτή, Γέροντα, ὀνομάζεται τῶν Βολιωτῶν;
-Διότι κατοικοῦσαν μοναχοί πού κατήγοντο ἀπό ἕνα χωριό τοῦ Βόλου. Ἦσαν τρεῖς καί ἀδελφοί κατά σάρκα.
Πρίν πάρουν τό Κελλίον αὐτό οἱ Βολιῶτες, ἔμεναν ρουμᾶνοι μοναχοί, ἀπό τούς ὁποίους τελευταῖος ἦτο ὁ Γέρο Νεκτάριος. Ἀπ’ αὐτόν πρίν ἀπό τό 1800, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε στήν Κερασιά, ἀγόρασαν τήν Καλύβη οἱ Ἰωσαφαῖοι. Διά τό δύσβατο τοῦ τόπου τό ἄφησαν καί ἐπῆγαν στά Καυσοκαλύβια. Τότε ἕνας μοναχός, ὀνόματι Χρυσόστομος, καταγόμενος ἀπό τήν περιοχή τοῦ Βόλου, ὁ ὁποῖος πρίν ζοῦσε στήν Λαύρα, ἀνεχώρησε καί ἦλθε στήν Ἁγία Ἄννα. Αὐτός παρέλαβε τό Κελλίο, περίπου τό 1860, καί σέ λίγο διάστημα δέχθηκε κοντά του καί ἄλλον μοναχόν ὀνόματι Ἰωάννην, καταγόμενον κι αὐτόν ἀπό τήν περιοχήν τοῦ Βόλου.
-Πότε ἦλθαν οἱ τρεῖς ἀδελφοί ἀπό τόν Βόλο;
-Πρῶτος ἦλθε ὁ π. Σεραφείμ περίπου τό 1895. Δεύτερος ὁ Χρυσόστομος τό 1900 καί τρίτος ὁ Γρηγόριος τό 1905. Ἐν τῷ μεταξύ τό 1905 συνέβη ἕνας καταστρεπτικός σεισμός, ὁ ὁποῖος ἐβύθισε κυριολεκτικά ὅλη τήν Ἱερισσό. Τότε γκρεμίσθηκε καί ἡ ἐκκλησία τοῦ Κελλίου, καθώς καί τά μισά κτίσματά του. Αὐτοί οἱ μοναχοί, σάν νέοι πού ἦσαν, ἐργάσθηκαν σκληρά καί τό 1915 κατώρθωσαν νά κτίσουν ἐκ νέου τά μισογκρεμισμένα δωμάτιά τους. Τήν ἐκκλησία δέν ἠμπόρεσαν νά τήν κτίσουν, διότι ἄρχισε ὁ πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος καί δέν ὑπῆρχαν μαστόροι καί ἐργάτες, διότι εἶχαν πάει στόν πόλεμο. Ἔτσι ἔμεινε τό σπίτι χωρίς ἐκκλησία. Μέ τήν ἀλλαγή τῶν Κυβερνήσεων ἀχρηστεύθηκαν καί τά χρήματά τους, ὅσα εἶχαν. Ὅταν ἦλθα ἐγώ ἐδῶ τό 1941 δέν ὑπῆρχε ἐκκλησία. Διαβάζαμε τίς ἀκολουθίες μέσα σ᾿ ἕνα δωμάτιο, πού τό εἴχαμε μετατρέψει σέ δωμάτιο προσευχῆς.
-Πότε ἦλθε ἐδῶ ὁ ἀδελφός σας π. Βασίλειος;
-Αὐτός, ἦλθε μετά ἀπό τέσσερα χρόνια μέ σκοπό νά μέ ἐπισκεφθῆ καί ὄχι γιά νά γίνη μοναχός.Ἔμεινε μαζί μας περίπου μία ἐβδομάδα καί μετά μοῦ εἶπε:
-Ὅπως ξέρεις, ἀδελφέ Σεραφείμ, ἔχουμε κάτω τρεῖς ἀδελφές νά βοηθήσουμε καί νά τίς ὑπαντρεύσουμε, γι᾿ αὐτό πρέπει νά φύγω.
-Καλά. Κανόνισε μόνος σου τό πρόγραμμά σου, τοῦ εἶπα ἐγώ.
Ἐκεῖνος τό πρωΐ μοῦ λέγει:
-Θά μείνω ἀκόμη ἄλλες 10 ἡμέρες.
-Μεῖνε ὅσο θέλεις, τοῦ εἶπα ἐγώ.
Καί ἔμεινε ὄχι μόνο δέκα καί εἴκοσι ἡμέρες, ἀλλά γιά πάντα. Μάλιστα ἐπί 25 χρόνια, δέν ἐπῆγε καθόλου στό πατρικό μας σπίτι, οὔτε μία φορά.
Βέβαια γιά τίς ἀδελφές μας ἐφρόντισε ὁ Θεός καί ὅλες τακτοποιήθηκαν καί ὑπαντρεύθηκαν στήν Ἀθήνα.
Μετά ἀπό διάστημα 25 χρόνων, ἦλθαν οἱ γονεῖς μας στήν Οὐρανούπολι νά μᾶς ἰδοῦν. Κατόπιν μέ μία ψαρόβαρκα τούς ἐφέραμε μέχρι ἐδῶ ἀπέναντι ἀπό τήν Σκήτη μας γιά νά ἰδοῦν ποῦ κατοικοῦμε. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ μητέρα μας δέν τόν ἐγνώρισε.
Ἄλλοτε πάλι ὁ π. Βασίλειος κατέβηκε στήν Ἀθήνα γιά κάποια ἐγχείρησι. Ἐκεῖ συναντήθηκε μέ πολλούς συγγενεῖς μας καί ἡ ἀδελφή μας ἡ μικρότερη συνωμιλοῦσε μαζί του καί δέν ἤξερε ποιός ἦτο.
Ἀφ’ ὅτου ἐμόνασε ὁ π. Βασίλειος, μία ἡμέρα μᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς μας:
-Παιδιά μου, ὅπως βλέπετε τά χρήματα μᾶς τά ἀχρήστευσαν οἱ Κυβερνήσεις. Τό πλέον σοβαρό πρόβλημα στό Κελλί μας εἶναι ὅτι δέν ἔχουμε ἐκκλησία. Ἄν θέλετε νά κάνουμε ἐκκλησία, θά μεταφέρετε ὑλικά, χαλίκι καί ἄμμο, στίς πλάτες σας ἀπό τήν παραλία γιά νά ξεκινήσουμε προσεχῶς τό κτίσιμό της.
Τότε ἐμεῖς εἴμασταν νέοι καί δεχθήκαμε μέ πολλή χαρά τό δύσκολο αὐτό διακόνημα. Ἔτσι ἐπί τρία περίπου χρόνια μεταφέραμε τά ὑλικά. Ἡ ἀπόστασις αὐτή ὑπερβαίνει τά 500 μέτρα, ἀλλά ἦτο καί εἶναι βέβαια λίαν ἀνηφορική. Μετά ἐρίξαμε μία τσιμεντένια πλάκα διαστάσεων 5Χ7 τ.μ. καί μετά ἀπό δύο χρόνια, δηλαδή τό 1948-49 ἀρχίσαμε νά κτίζουμε μέ πέτρα τό ὑπόγειο τῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ τά ντουβάρια της κτίσθηκαν καί τελείωσε ὅλη ἡ κατασκευή της τό 1953.
-Πότε χειροτονηθήκατε κληρικοί, πάτερ Σεραφείμ;
-Ὁ ἅγιος Μιλητουπόλεως Ἱερόθεος μέ χειροτόνησε ἐδῶ στό Κυριακό τῆς Σκήτης μας διᾶκο καί ἱερέα τό 1955. Ἐνῶ ὁ π. Βασίλειος ἔγινε διάκονος τό 1967 καί ἱερεύς τό 1968.
Ποιοί οἱ διάδοχοί σας μοναχοί π. Σεραφείμ;
-Μετά τόν παπᾶ Βασίλειο ἦλθαν ἄλλοι δύο, οἱ ὁποῖοι καί ἔφυγαν. Μετά τό 1965 ἦλθε ὁ νῦν παπᾶ Χρυσόστομος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι δύο πατέρες παπᾶ Σάββας καί μοναχός Γρηγόριος ἦλθαν τό 1969. Καί οἱ τρεῖς κατάγονται ἀπό τόν νομό Πέλλης, ἐνῶ οἱ δύο τελευταῖοι ἀπό τό ἴδιο χωριό τά Γιαννιτσά. Μάλιστα εἰσῆλθαν στό Ἅγιον Ὄρος ἀπό ἡλικίας 14 καί 13 ἐτῶν ἀντιστοίχως.
-Τί θυμᾶσθε ἀπό τήν ζωή τῶν Γεροντάδων σας;
-Ἦσαν ἀσκητικοί καί ἀγωνισταί μοναχοί. Ἦσαν αὐστηροί. Ἐπέμεναν περισσότερο στούς σωματικούς κόπους καί στήν ὑπακοή. Μουλάρια ἀγοράσαμε τό 1967 καί μέχρι τότε, δηλαδή ἐπί 20 περίπου χρόνια, μεταφέραμε τά πάντα στίς πλάτες μας ἀπό τήν παραλία. Ὁ πρῶτος ὁ π. Σεραφείμ, ἀπέθανε δύο χρόνια μετά τήν ἄφιξί μου, δηλαδή τό 1943 ἀπό κάποια ἀρρώστεια σέ ἡλικία 79 ἐτῶν. Ὁ παπᾶ Χρυσόστομος ἐκοιμήθη τό 1963 σέ ἡλικία 78 ἐτῶν καί τό 1974 ἀπέθανε ὁ τρίτος Γέροντας ὁ π. Γρηγόριος σέ ἡλικία 84 ἐτῶν.
-Πέστε μας, κάτι, Γέροντα Σεραφείμ ἀπό τήν μοναχική σας ἐμπειρία τόσα χρόνια πού εἶσθε ἐδῶ στό Περιβόλι τῆς Παναγίας μας.
-Τό φρόνημά μου καί ἡ εὐχή μου εἶναι ὅ,τι παραλάβαμε ἀπό τούς Γεροντάδες μας νά τά κρατήσουμε. Δηλαδή, νά μή τά ἀλλοιώσουμε.
-Πῶς ἠμποροῦμε, Γέροντα, νά κρατήσουμε τήν Θεία Χάρι; Διότι ἐνίοτε γιά διαφόρους λόγους ἀναχωρεῖ καί δέν τήν αἰσθανόμεθα.
-Ὅλα τά ἔργα τοῦ Θεοῦ εὐλογοῦνται καί ἀφήνουν ἐπάνω μας τήν χάρι τους μόνο μέ τήν ταπείνωσι. Ὅταν ὅμως ἔχουμε ἐγωϊσμό καί ὑπερηφάνεια, τότε δέν ὑπάρχει ἁρμονία καί ἀγαθές σχέσεις στήν ἀδελφότητα.
-Πῶς ἠμποροῦμε νά βοηθήσουμε γιά νά παραμένη ἐπάνω μας ἡ θεία Χάρις;
Ὁ καθένας νά κυττάζη τόν ἑαυτό του. Νά μήν ἐξετάζη τί κάνει ὁ ἄλλος. Νά μή κατηγορῆ τίς πράξεις τοῦ ἄλλου.
-Ποιά εἶναι ἡ ἀξία τῆς μετανοίας γιά τόν μοναχό;
-Ἄν δέν ὑπάρχη μετάνοια, δέν ὑπάρχει σωτηρία. Κι ἄν σέ κάτι σφάλλουμε, νά μή ἀπελπιζώμεθα, ἀλλά νά κάνουμε ἀμέσως ἐξομολόγησι.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς μετανοίας ἔχει ἀγάπη μέ τούς ἀδελφούς του, ἔχει ταπείνωσι καί μισεῖ τόν ἐγωϊσμό καί τήν ὑπερηφάνεια. Τότε εἶναι ἀγαπητός στόν Θεό.
-Ὅταν πληγώσουμε τόν Θεό, πῶς μποροῦμε πάλι νά συμφιλιωθοῦμε μαζί Του;
-Μόνο μέ τήν ταπείνωσι.
-Ὅταν ἔχουμε λογισμούς μέ τόν Γέροντα, τί κάνουμε;
-Τότε αὐτό μοιάζει σάν νά τσακώνεσαι μέ τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Ἔτσι μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κλίμακας.
-Ἐνθυμεῖσθε κάποια πνευματική παρηγορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν ζωή σας, πάτερ Σεραφείμ;
-Νά σοῦ εἰπῶ, πάτερ. Ἀφ᾿ ὅτου ἐδῶ καί δύο χρόνια ἔπαθα αὐτή τήν πάθησι στά πόδια μου, ἀπό τό ζάχαρο μέ βρῆκε κι ἄλλη ἀρρώστεια ἡ ἀμνησία. Τώρα πλέον θά πρέπει νά σκεφθῶ μέ πολλή ὑπομονή καί νά θυμηθῶ μερικά πράγματα....Πάντως ἐδῶ ἡ Ἁγία Ἄννα μᾶς ἔκανε πολλά θαύματα καί εἶναι βοηθός καί Προστάτις σέ κάθε πρόβλημα τῆς ζωῆς μας.
-Μέ ποιά ἀρετή ἐκοσμεῖτο περισσότερο ὁ μακαριστός παπᾶ Βασίλειος, Γέροντα Σεραφείμ;
-Ἐκεῖνο πού τόν περικοσμοῦσε καί ὁ κόσμος τόν ἀγαποῦσε ἦτο ἡ ἀρετή τῆς φιλοξενίας. Γιά παράδειγμα, τούς χειμερινούς μῆνες μετά τήν πρωϊνή θεία λειτουργία, πηγαίναμε ὅλοι γιά ξεκούρασι. Ἐκεῖνος, δέν ξεκουραζόταν ἐπήγαινε στό μαγειρεῖο καί ἑτοίμαζε τό φαγητό μας. Καί, ὅταν ἦτο Λειτουργός ὁ ἴδιος, δέν πήγαινε νά ξεκουρασθῆ, ἀλλά κατ᾿ εὐθεῖαν στό μαγειρεῖο.
-Παρότι ἦτο ἀδελφός σας, ἦτο καί ὑποτακτικός σας. Εἶναι ἔτσι;
-Ναί, μετά τήν κοίμησι τοῦ τελευταίου Γέροντός μας, τοῦ 1974, τοῦ π. Γρηγορίου ἀνέλαβα γεροντικά καθήκοντα ἐγώ. Ἀπό τότε καί ὁ παπᾶ Βασίλειος ἦτο ὑποτακτικός μου. Μέ ἀγαποῦσε καί μέ σεβόταν. Ποτέ δέν εἴχαμε ἐνοχληθῆ. Ὑπῆρχε ἀγάπη, καί ὁμόνοια μεταξύ μας. Δέν ἔκανε δικά του θελήματα. Πάντα μ᾿ ἐρωτοῦσε γιά ὅλα. Καί ὁπουδήποτε ἐπήγαινε, μοῦ τό ἔλεγε. Τά πάντα τά ἔκανε μέ τήν εὐλογία μου. Τίποτε δέν ἔκανε κρυφό.
-Ὑπηρετοῦσε καί σάν ἐφημέριος στό Κυριακό τῆς Σκήτης;
-Κάθε σπίτι πού ἔχει παπᾶ, εἶναι ὑποχρεωμένο νά στέλλη ἱερέα νά ὑπηρετῆ ἐπί μία ἑβδομάδα τό Κυριακό τῆς Σκήτης μας.
-Πῶς γίνονται οἱ Ἀκολουθίες στό Κελλίο σας;
-Περίπου ὅπως καί στά μοναστήρια τοῦ Ὄρους.
Λειτουργίες ἐμεῖς ἐδῶ ἔχουμε σχεδόν ἀνελλιπῶς, ἐπειδή τελοῦμε συνέχεια σαρανταλείτουργα. Τώρα διακονοῦν δύο ἱερεῖς ἐκ περιτροπῆς.
-Ἐκτός ἀπό τό διακόνημα τῆς ἁγιογραφίας, ἀσχολοῦνται οἱ Πατέρες τοῦ Κελλίου σας καί μέ ἄλλα διακονήματα;
-Βεβαίως ἀσχολοῦνται, ὅπως συμβαίνει σέ κάθε Μονύδριο καί στίς μεγάλες Μονές τοῦ Ὄρους, ὅπου οἱ μοναχοί λαμβάνουν διακονήματα γιά ἕνα ὁλόκληρο χρόνο.
-Πῶς ἦτο τό τέλος τοῦ μακαριστοῦ παπᾶ Βασιλείου;
Αὐτός μία φορά τόν μῆνα ἐπί ἕξι μῆνες ἐπήγαινε ἔξω καί τοῦ ἔκαναν μία ἔνεσι ἐπάνω στό γόνατο, διότι δέν λειτουργοῦσε φυσιολογικά ἡ κλείδωσις τοῦ ποδός του. Τό ἔκανε αὐτό γιά ν᾿ ἀποφύγη τήν ἐγχείρησι. Τήν τελευταία φορά ἐπῆγε γιά τήν ἔνεσι στήν Θεσσαλονίκη. Τό βράδυ ἔμεινε σ᾿ ἕνα φιλικό μας σπίτι μέ σκοπό τό πρωΐ νά ἐπιστρέψη στήν Σκήτη μας. Ἡ καρδιά του ὅμως ἀπό τήν ὁποία ὑπέφερε τά τελευταῖα χρόνια ὑπέστη ὑποτροπή πρός τό χειρότερο, παρότι οἱ γιατροί στήν Ἀθήνα τοῦ εἶχαν ἐμπνεύσει τήν ἰδέα ὅτι διέφυγε τόν σοβαρό κίνδυνο τῆς καρδιᾶς του.
Ἐκεῖνο τό πρωΐ ὅμως οἱ καρδιακές του ἐνοχλήσεις ἔφθασαν σέ ὁριακό σημεῖο καί πέθανε, πρίν ξεκινήση ζωντανός, γιά τήν Σκήτη μας. Ἦλθε ὅμως κεκοιμημένος μέσα στό φέρετρο ἐδῶ στήν Σκήτη μας. Ἐκοιμήθη στίς 18 Μαΐου 2005, ἡμέρα Τετάρτη, σέ ἡλικία 77 ἐτῶν.
Στήν κηδεία του, ἡ ὁποία τελέσθηκε ἐδῶ στό Κυριακό τῆς Σκήτης μας ἦλθε ὁ ἐφησυχάζων Ἐπίσκοπος Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομος, ὁ ἡγούμενος τῆς Λαύρας κ. Πρόδρομος, πολλοί μοναχοί καί ἱερομόναχοι ἀπό Μονές, Κελλία καί Σκῆτες τοῦ Ὄρους.
Μᾶς ἔλεγε ὁ μακαριστός, συνεπλήρωσε ὁ παπᾶ Σάββας, ὅτι Τετάρτη ἡμέρα γεννήθηκα, Τετάρτη ἦλθα στό Ἅγιον Ὄρος, Τετάρτη ἐκάρην μοναχός, Τετάρτη ἡμέρα χειροτονήθηκα...ἔχε «γοῦστο» νά κοιμηθῶ καί Τετάρτη ἡμέρα. Αὐτά μᾶς τό ἔλεγε πρίν πάει ἔξω γιά τήν ἔνεσι.
Ποιές ἦσαν οἱ βασικές ἀρετές τοῦ μακαριστοῦ π. Βασιλείου.
Διεκρίνεντο γιά τήν ἁπλότητά του, τήν ἀγαθότητά του. Ἀγαποῦσε ὅλους τούς ἀνθρώπους καί πάσχιζε νά τούς ἐξυπηρετήση. Βοηθοῦσε μέ κάθε τρόπο τούς ἔχοντας ἀνάγκη. Καθόταν ἔξω καί ὅποιος περνοῦσε τόν καλοῦσε μέσα καί μέ τήν ἁγιορείτικη ἁπλότητά του τοῦ προσέφερε καφέ, γλυκό καί φαγητό. Ὅσοι ζητοῦσαν οἰκονομική βοήθεια, τούς ἔδιδε μέ ἀγάπη.
Τώρα πού ἐκοιμήθη, ἔρχονται πολλοί ἀπό τόν κόσμο νά τοῦ ἀνάψουν στό Κοιμητήριο τῆς Σκήτης μας ἕνα κεράκι. Λυπήθηκαν πού ἔφυγε ἀπό κοντά τους, διότι πολύ τούς ἀγαποῦσε καί τούς φιλοξενοῦσε πλουσιοπάροχα καί μέ τό χαμόγελο στά χείλη του.
-Πέστε μας, Γέροντα, ἕνα τελευταῖο λόγο σάν πνευματική διαθήκη στήν ζωή μας.
-Νά προσέχετε πάρα πολύ νά μή διαβάλλη ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Καί νά ξέρετε καί κάτι, μέ κάθε τρόπο νά σκεπάζετε τό σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σας. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή, τό πῶς νά σκεπάζη ὁ ἕνας τό σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ του.
-Τί ἄλλο πρέπει νά προσέξουμε;
-Νά προσέξης κι αὐτό. Ἄν ἔχης λογισμούς, νά τούς ἐξομολογῆσαι. Ἡ ἐξομολόγησις εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν κάθε μοναχό.
Φοβᾶσθε, Γέροντα, τόν θάνατο;
-Ὄχι δέν τόν φοβοῦμαι καθόλου. Ἐγώ περίμενα νά ἔλθη ἡ δική μου ἡ σειρά. Ἤδη εἶμαι τώρα 82 ἐτῶν καί περιμένω μέ χαρά τήν ἡμέρα τῆς ἀναχωρήσεώς μου πρός τόν Κύριο.
-Καί πῶς ἔχετε αὐτή τήν ἀταραξία μπροστά στόν θάνατο;
-Δέν τόν φοβᾶμαι τόν θάνατο, διότι δέν ἔχω κάνει μεγάλα σφάλματα. Καί ὅ,τι ἔχω κάνει τά ἔχω ἐξομολογηθῆ. Δέν φοβοῦμαι ὅτι θά ἀποθάνω. Πάντως ἐλπίζω στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐάν ἕνας Μέγας Μακάριος, ὅταν τόν ἐρώτησαν οἱ μαθητές του περί τοῦ φόβου τῆς Κρίσεως τοῦ Θεοῦ, τούς εἶπε ὅτι "δέν ξέρω ἐάν τά ἔργα μου εἶναι εὐάρεστα στόν Θεό", πόσο μᾶλλον ἐμεῖς πρέπει νά μήν στηριζώμεθα στά ἔργα μας, ἀλλά στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ! Δέν ξέρουμε πῶς θά μᾶς κρίνη ὁ Θεός.
Ποιούς Ἁγίους εὐλαβεῖσθε ἰδιαίτερα, Γέροντα;
-Ἐγώ ἔχω μεγάλη εὐλάβεια στόν Ἅγιο Ἀντώνιο καί στόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Τόν πρῶτον τόν εὐλαβοῦμαι διότι εἶναι ὁ καθηγητής τῆς ἐρήμου καί ὁ ἀρχηγός τοῦ ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ, ἐνῶ τόν δεύτερον εὐλαβοῦμαι διότι τό πρῶτο βιβλίο πού μοῦ ἔδωσαν νά διαβάσω οἱ Γεροντάδες μου ἦτο ἡ Κλίμακα, τήν ὁποία ἐδιάβαζα δύο φορές τόν χρόνο.
-Ποιά διδαχή περισσότερο σᾶς εὐχαριστοῦσε;
-Ἡ φυγή τοῦ κόσμου.
-Ἐπισκεφθήκατε τό σπίτι σας κάποια φορά;
-Ναί. Εὑρισκόμενος στήν Ἀθήνα γιά δουλειές τῆς Καλύβης, ἐπισκέφθηκα τό σπίτι μου μία-δύο φορές. Δέν ἤθελα ὅμως νά βγαίνω ἔξω. Ὅταν ἀρρώστησε ὁ Γέροντάς μου, ἔπρεπε νά βγαίνω γιά νά διεκπεραιώνω ἐργασίες τοῦ Κελλίου μας.
-Πῶς εἶναι δυνατόν νά αἰσθανώμεθα τήν εὐχή στό κομποσχοίνι μας;
-Νά προσέχης στά λόγια τῆς εὐχῆς. Τόν κάθε κόμπο νά μήν τόν λέγης ἄσκοπα καί ἀδιάφορα. Νά εἶναι ὁ νοῦς σου συγκεντρωμένος στόν Θεό. Σοῦ εἶπα ὅτι ἔπαθα ἀμνησία καί δέν ἠμπορῶ νά ἐκφράσω αὐτά πού θέλω νά σοῦ εἰπῶ...Γι᾿ αὐτό νά μέ συγχωρήσης.
-Τί ἔχετε νά πῆτε, Γέροντα, γιά τήν σημερινή κατάστασι τοῦ κόσμου;
-Περιμένουμε μόνο τήν καταστροφή. Ὁ κόσμος δέν μετανοεῖ. Ὁ κόσμος βαδίζει στήν ἁμαρτία. Ἀφοῦ ἐγκαταλείψαμε τόν Θεό, τελευταῖα θά μᾶς ἐγκαταλείψη καί ὁ Θεός. Ὁ κόσμος συνήθισε στήν ἁμαρτία καί στήν πολυτέλεια. Θά ἔλθη ὁ Χριστός νά κρίνη τόν κόσμο μέ τήν Δευτέρα Του παρουσία, ἀλλά πότε; Ὅταν θά γίνουν οἱ ἡμέρες μας ὅμοιες μέ τίς ἡμέρες τῶν κατοίκων τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε, ὅπου πάντες εἶχαν ἀρνηθῆ τόν Θεό μέ τίς ἁμαρτίες τους. Λοιπόν, δέν ὑπάρχει μετάνοια καί τώρα νά περιμένουμε τήν καταστροφή.
-Βοηθεῖ ἡ προσευχή μας πού γίνεται γιά τούς ἄλλους;
-Ναί πολύ βοηθεῖ, ὅπως λέγει καί τό ψαλμικό: «Πολύ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη».
-Εἴχατε καμμιά περιπέτεια στήν ζωή σας;
Ὄχι δέν εἶχα. Ἔκανα ὑπακοή στούς Γεροντάδες μου καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μέ σκέπαζε. Ὅμως πρίν ἔλθη ὁ π. Βασίλειος, δηλαδή τά πέντε πρῶτα χρόνια πάρα πολύ τυραννήθηκα. Μετέφερα ξύλα μακριά ἀπό τό δάσος γιά τήν κουζίνα καί τήν σόμπα.
Ἄν ἤμουνα 60-70 χρονῶν ἤξερα νά σοῦ εἰπῶ πολλά, ἀλλά τώρα τά ἔχω ξεχάσει. Δέν μπορῶ νά εἰπῶ ἄλλα.
Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ Γέροντα γιά τίς συμβουλές σας καί τά ὅσα βιογραφικά καί ἄλλα στοιχεῖα εἴπατε γιά τόν μακαριστό παπᾶ Βασίλειο.
Νά ἔχουμε τήν εὐχή του καί τήν δική σας. Εὐλογεῖτε καί νά μέ συγχωρήσετε γιατί σᾶς ἐκούρασα.
Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου