Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Γεώργιος Αποστολάκης: 27 Σεπτεμβρίου 1831 — Ιωάννης Καποδίστριας . Μια δολοφονία που άφησε ανολοκλήρωτο κάτι πολύ περισσότερο από ένα κυβερνητικό έργο

φωτο Καπ

27 Σεπτεμβρίου 1831 — Ιωάννης Καποδίστριας

Μια δολοφονία που άφησε ανολοκλήρωτο

κάτι πολύ περισσότερο από ένα κυβερνητικό έργο

Αύριο, 27 Σεπτεμβρίου, η μνήμη επιστρέφει στο Ναύπλιο. Στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνος. Εκεί όπου, το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, έπεσε νεκρός ο πρώτος Κυβερνήτης της ελεύθερης Ελλάδος, Ιωάννης Καποδίστριας.

Δεν δολοφονήθηκε απλώς ένας πολιτικός άνδρας. Διακόπηκε βίαια μια απόπειρα συγκροτήσεως του νέου ελληνικού κράτους σε μία από τις κρισιμότερες στιγμές της ιστορίας του. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους συνοψίζουν χαρακτηριστικά ότι δολοφονήθηκε «χωρίς να προλάβει να υλοποιήσει το ανορθωτικό πρόγραμμά του».

Ο Καποδίστριας δεν εμφανίσθηκε από το πουθενά.

Γεννημένος στην Κέρκυρα το 1776, μέσα στον κόσμο του επτανησιακού Ελληνισμού, μορφώθηκε στην Πάδοβα και πέρασε από την πολιτική εμπειρία της Επτανήσου στη μεγάλη ευρωπαϊκή διπλωματία. Έφθασε μέχρι το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Και όμως, όταν το επαναστατημένο Γένος τον κάλεσε, εγκατέλειψε τη διεθνή σταδιοδρομία και ήρθε να κυβερνήσει όχι μια κανονική χώρα, αλλά σχεδόν τα ερείπια μιας χώρας που ακόμη γεννιόταν.

Η στιγμή ήταν δραματική.

Το Μεσολόγγι είχε πέσει. Η Επανάσταση είχε περάσει από τους εμφυλίους. Ο Ιμπραήμ είχε σαρώσει μεγάλες περιοχές της Πελοποννήσου. Η Αθήνα και η Ακρόπολη είχαν παραδοθεί. Η κρατική διοίκηση ήταν στοιχειώδης, τα δημόσια οικονομικά διαλυμένα και ακόμη δεν είχε οριστικοποιηθεί ούτε η ίδια η διεθνής υπόσταση και η έκταση του νέου κράτους. Η περίοδος 1828–1830 υπήρξε ταυτόχρονα περίοδος στρατιωτικής αποκαταστάσεως και σκληρού διπλωματικού αγώνα για την ανεξαρτησία και τα σύνορα της Ελλάδος.

Αυτόν τον τόπο ανέλαβε ο Καποδίστριας.

Και τον ανέλαβε όχι ως ξένος ηγεμόνας που του παραδόθηκε ένας θρόνος, αλλά ως αιρετός Κυβερνήτης, εκλεγμένος από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση.

Αξίζει να θυμόμαστε τι είχε προηγηθεί. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 —το ωριμότερο από τα επαναστατικά Συντάγματα— είχε διακηρύξει για πρώτη φορά ρητά ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος» και είχε αναθέσει την εκτελεστική εξουσία σε αιρετό Κυβερνήτη, τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το βαθύτερο ιστορικό νόημα της δολοφονίας του.

Η Επανάσταση του 1821 δεν αγωνίσθηκε μόνο για να αλλάξει αφέντη ο τόπος. Δεν αγωνίσθηκε για να αντικαταστήσει έναν Σουλτάνο με έναν εισαγόμενο μονάρχη. Τα επαναστατικά Συντάγματα μαρτυρούν την αγωνία του Γένους να αποκτήσει πολιτική ελευθερία, θεσμούς, συμμετοχή και αυτεξουσιότητα. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας είχε ήδη φθάσει μέχρι τη ρητή κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας.

Ο Καποδίστριας είχε ασφαλώς τις αντιφάσεις του. Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του αποτέλεσαν και αποτελούν αντικείμενο ιστορικής συζητήσεως. Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν αψεγάδιαστο μύθο για να αναγνωρίσουμε το ανάστημά του. Οι συνθήκες στις οποίες παρέλαβε τη χώρα ήταν οριακές και η προσπάθειά του ήταν να συγκροτήσει πρώτα κράτος εκεί όπου ουσιαστικά κράτος δεν υπήρχε ακόμη.

Και ύστερα ήρθε η 27η Σεπτεμβρίου 1831.

Με τη δολοφονία του, κατά τη δική μου ανάγνωση της ιστορίας, δεν έμεινε απλώς στη μέση το έργο ενός κυβερνήτη. Έμεινε μετέωρη μία δυνατότητα του ίδιου του 1821.

Δεκαέξι περίπου μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1833, έφθανε στην Ελλάδα ο Όθων. Άρχιζε μια άλλη εποχή.

Η Βαυαροκρατία δεν ήταν απλώς αλλαγή προσώπων στην κορυφή της εξουσίας. Σήμανε την εισαγωγή ενός διαφορετικού κρατικού υποδείγματος: συγκεντρωτικού, γραφειοκρατικού, δυτικοευρωπαϊκού, ξένου σε μεγάλο βαθμό προς το κοινοτικό ήθος μέσα στο οποίο είχε επιβιώσει επί αιώνες η Ρωμηοσύνη.

Από εκεί αρχίζει, όπως έχω υποστηρίξει[1] και άλλοτε, ένα από τα μεγάλα δράματα του νεότερου Ελληνισμού: η απόσταση ανάμεσα στο κράτος και στο Γένος· ανάμεσα στην ιστορική μας συνέχεια και στην ανάγκη διαρκούς μιμήσεως εισαγόμενων προτύπων· ανάμεσα στην καθ’ ημάς Ανατολή και σε ένα κράτος που συχνά αναζητούσε έξω από τον εαυτό του το πρότυπο της υπάρξεώς του.

Η Επανάσταση κέρδισε την κρατική ανεξαρτησία.

Αλλά το βαθύτερο αίτημά της —η πολιτική, πολιτισμική και πνευματική αυτεξουσιότητα του Ελληνισμού— έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανολοκλήρωτο.

Γι’ αυτό και ο Καποδίστριας εξακολουθεί να μας συγκινεί σχεδόν δύο αιώνες μετά.

Όχι επειδή χρειαζόμαστε έναν νέο «σωτήρα». Αλλά επειδή στο πρόσωπό του αναγνωρίζουμε αρετές που σπανίζουν στην άσκηση της εξουσίας: προσωπική λιτότητα, αίσθηση καθήκοντος, διεθνές κύρος, μόρφωση, διοικητική ικανότητα και την αντίληψη ότι το δημόσιο αξίωμα είναι διακονία και όχι ιδιοκτησία.

Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά που η Ελλάδα περνά κρίση επανέρχεται το ίδιο ερώτημα:

Πού είναι ένας Καποδίστριας;

Και ίσως το πιο οδυνηρό είναι ότι, σχεδόν διακόσια χρόνια μετά, εξακολουθούμε να αναζητούμε εκείνο το πρότυπο Κυβερνήτη και να μην το βρίσκουμε.

Στις 27 Σεπτεμβρίου, λοιπόν, δεν θυμόμαστε μόνο έναν δολοφονημένο Κυβερνήτη.

Θυμόμαστε μια Ελλάδα που θα μπορούσε ίσως να είχε ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο.

Και μαζί θυμόμαστε ότι η Επανάσταση του 1821 δεν είναι μόνο ένα γεγονός του παρελθόντος.

Είναι ακόμη ένα ανολοκλήρωτο αίτημα ιστορικής αυτογνωσίας και ελευθερίας.

Αιωνία η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια.

[1] Γεώργιος Αποστολάκης: Η Πόλη εάλω, η Ρωμηοσύνη όχι! Ορθοδοξία, Τουρκοκρατία, 1821 και η αναζήτηση της αληθινής Ελλάδας. https://www.iepomenimera.gr/index.php/el/i-thesi-mas/georgios-apostolakis-i-poli-ealo-i-romiosyni-oxi-orthodoksia-tourkokratia-1821-kai-i-anazitisi-tis-alithinis-elladas