«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νά ἀναφερθοῦμε, σχετικά σ᾿ ἐκείνη τήν ἐποχή βάσει τῶν ὀλίγων μαρτυριῶν πού διαθέτουμε, γιά νά μάθουμε σέ ποιό κλίμα, ἦλθε καί προσαρμόσθηκε ὁ Ὅσιος αὐτός Γέροντας, τόν ὁποῖον ἡ Μονή μας εὐγνωμονεῖ γιά τούς ἀμέτρητους ἀγῶνας του πρός βοήθειαν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τῶν ὀρθοδόξων λαῶν τῶν Βαλκανίων, ὅπως θά διαβάσουμε παρακάτω.
Τήν Ἱερά Μονή μας, πρίν ἀπό τήν πυρκαϊά τοῦ 1761, εἶχε ἐπισκεφθῆ ἕνας ρῶσσος περιηγητής ἀπό τό Κίεβο, ὁ Βασίλειος Μπάρσκυ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθη στό Ἅγιον Ὄρος καί ἔγραψε τίς περιηγήσεις του τό 1727. Γιά τήν Μονή μας γράφει τά ἑξῆς: Ὅλο τό μοναστήρι εἶναι σκεπασμένο μέ πλάκες καί δέν μπαίνει φωτισμός ἀπό πουθενά τριγύρω οὔτε καί στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἡ ὁποία δέν εἶναι στό μέσον ἀλλά ἀνατολικά καί ἡ μικρότερη ἀπό τίς ἐκκλησίες (Καθολικά) τῶν ἄλλων Μονῶν. Ἑκατέρωθεν τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Νικολάου, ὑπάρχουν τό ἐκκλησάκι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἔχει τροῦλλον, χωρίς τύμπανο, πού στηρίζεται σέ τέσσερεις κτιστές, καί ὄχι μαρμάρινες, κολώνες. Εἶναι σκεπασμένος ἀπό φύλλα μολύβδου. Ἡ ἐκκλησία τότε ἦταν τετράγωνη καί ὄχι σταυροειδής. Ἀριστερά της εἶχε τοποθετηθῆ ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὀδηγητρίας, ἐνδεδυμένης μέ ἀσημένιο ὑποκάμισο, κάτωθεν τῆς ὁποίας ὑπάρχει μέχρι σήμερα ἡ ἑξῆς ἐπιγραφή στά ἑλληνικά: «Αὕτη ἡ δέησις ἐμή τῆς εὐσεβεστάτης Μαρίας Παλαιολογίνας Δόμνης (Κυρίας) Μολδαβίας». Στήν διπλανή πτέρυγα τοῦ 1500 στόν τρίτον ὄροφο ὑπάρχει μέχρι σήμερα τό παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων. Ἐνῶ τό παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὑπῆρχε πλησίον τῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς. Τό ἐκκλησάκι τῆς ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας κτίσθηκε ἀργότερα, τό 1737 μέ ἔξοδα τῆς εὐσεβοῦς κυρίας Ραλοῦς καί τοῦ συζύγου της Ἐμμανουήλ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν Ἕλληνες, κάτοικοι τῆς κοινότητος τῶν Ἑλλήνων τῆς Ρωσσίας.
Ὁ μακάριος Γέροντας Ἰωακείμ Γρηγοριάτης γεννήθηκε τό 1710 στήν κωμόπολι Κατοχή Μεσολογγίου. Τό βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Ἰωάννης Βεσμηντάριος. Τό 1740 ἦλθε στήν Μονή μας. Μετά ἀπό τήν συνηθισμένη δοκιμασία ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός καί ὠνομάσθηκε Ἰωακείμ. Ἠσχολήθη μέ τά διάφορα διακονήματα τῆς Μονῆς καί ἐπηύξησε στήν καρδιά του τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό. Μετά ἀπό 10 χρόνια ὑπακοῆς καί προσφορᾶς στό μοναστήρι του, ἐπόθησε νά ἡσυχάσει καί μόνος του μακριά ἀπό τήν Μονή του. Μέ ἄδεια τῶν Ἐπιτρόπων τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία τότε ἦτο ἰδιόρρυθμος, ἀνεχώρησε καί μετέβη στήν Μικρή Ἁγία Ἄννα. Ἐκεῖ ἀσκήτευσε σέ μία σπηλιά, πλησίον τῆς Καλύβης τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, ὅπου ἀργότερα ὁ Κρητικός μοναχός Ἀγάπιος Λάνδος ἔγραψε τό βιβλίο "Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία".
Στίς 30 Νοεμβρίου 1761 κάηκε ἐξ ὁλοκλήρου ἡ Μονή. Ἐπειδή ἦταν τά κτίρια ξυλόστεγα καί τά πατώματα ὅλα ξύλινα καί σάπια, μεταδόθηκε παντοῦ μέ ταχύτητα ἡ φωτιά. Κάηκε ὅλος ὁ ναός, τά βιβλία, καί τά ἱερά σκεύη. Μέ δυσκολία οἱ Πατέρες διέσωσαν τά Ἅγια Λείψανα. Ἀλλά καί τά Κελλιά τῶν Πατέρων ἐκάησαν παντελῶς, διότι ἡ φωτιά ἐπεξετάθη παντοῦ καί ἀπετέφρωσε τά πάντα. Κατόπιν οἱ Πατέρες δέν εἶχαν ποῦ νά μείνουν καί οἱ περισσότεροι σκορπίσθηκαν. Οἱ πλέον ζηλωτές ἀπεφάσισαν νά ζητήσουν τήν βοήθεια τοῦ μοναχοῦ Ἰωακείμ, τοῦ ὁποίου ἐκτιμοῦσαν τά χαρίσματα καί τίς ἱκανότητές του. Ὡς ἐκ τούτου ἀπέστειλαν ἐκπροσώπους τους στόν ὅσιο Γέροντα. Τόν παρεκάλεσαν νά ἔλθη στήν κατεστραμμένη Μονή τους γιά νά συσκεφθοῦν ὅλοι οἱ ἐναπομείναντες ἀπό κοινοῦ τί θά κάμουν γιά τήν ἐκ νέου ἀνακαίνισί της. Τότε ὁ Γέροντας εἶχε φθάσει στήν ἡλικία τῶν 51 ἐτῶν.
Ὁ ἀσκητής Ἰωακείμ ἔκλαυσε πολύ γιά τό δυσάρεστο μήνυμα καί σάν ὑπάκουο τέκνο τοῦ Προστάτου τῆς Μονῆς ἁγίου Νικολάου, ἦλθε ὀπίσω. Ἐδῶ λέγει ἡ παράδοσις ὅτι, ὅταν ἔφθασε ἀπέναντι τῆς Μονῆς, στήν κατάφυτη ἀπό ἐλαιόδενδρα περιοχή πού μέχρι σήμερα λέγεται Παρθένι, στάθηκε λίγο καί ἀγνάντεψε τήν βυθισμένη μέσα στίς στάκτες Μονή του. Κινοῦσε θρηνητικά καί ἀπελπισμένα τό κεφάλι του καί συλλογιζόταν: «Ἀδύνατο καί πάλι νά κτισθῆ τό Μοναστήρι μας! Ξαφνικά παρουσιάσθηκε μπροστά του ἕνας ἀσπρομάλλης Παπποῦς. Ἦτο ὁ ἅγιος Νικόλαος καί τόν χαιρέτισε:
-Εὐλογεῖτε, πάτερ, τί κάνεις;
-Βλέπω τό Μοναστήρι μας καί κλαίω ἀπελπισμένα, Γέροντα, διότι δέν πρόκειται πάλι νά κτισθῆ.
-Μή στενοχωρῆσαι καί μήν ἀπελπίζεσαι. Θά κτισθῆ καί πάλι τό Μοναστήρι.
-Ὅσο θά γίνουν τά γένεια μου, ἄλλο τόσο θά κτισθῆ καί τό Μοναστήρι, τοῦ ἀπήντησε ὁ ἀσκητής ἀπελπισμένα. Μέχρι τότε ἦτο σπανός. Δέν εἶχε καθόλου γένεια.
Μέγα θαῦμα ἐπετέλεσε ἐκείνη τήν στιγμή ὁ ἅγιος Νικόλαος. Ἀπό τό πηγοῦνι του κρεμάσθηκε μέχρι τό ἔδαφος μία μεγαλοπρεπής καί πυκνή γενειάδα, ἡ ὁποία κατέπληξε καί τόν ἴδιον. Ἐπί πλέον τοῦ ἐσκόρπισε κάθε ἀμφιβολία γιά τήν μελλοντική καί πάλι ἵδρυσι τῆς Μονῆς του.
Μπῆκε στό ἐρειπωμένο μοναστήρι καί συναντήθηκε μέ τούς ἐναπομείνατες Πατέρες. Οἱ πάντες ἐξεπλάγησαν γι᾿ αὐτή τήν θαυματουργική ἐμφάνισι τῆς γενειάδος του καί ἐπείσθησαν ὅτι εἶναι θέλημα τοῦ ἁγίου Προστάτου Νικολάου νά κτισθῆ πάλι τό μοναστήρι τους. Τοῦ ἀνέθεσαν λοιπόν τό δυσβάστακτο αὐτό ἔργο οἱ Προεστῶτες τῆς Μονῆς. Καί πράγματι μετέβη στήν Κωνσταντινούπολι καί σ᾿ ἄλλες ὀρθόδοξες παραδουνάβιες περιοχές καί Χῶρες γιά νά ζητήση χρήματα πρός ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ σκοποῦ.
Ὁ ἀσκητής Ἰωακείμ, μέ ἄδεια τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος καί ἔγγραφα τῆς Μονῆς του μετέβη πρῶτα στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, στόν ὁποῖον ἀνήγγειλε ὅλη τήν ὑπόθεσι. Ὁ Πατριάρχης ἔδωκε ἐντολή νά μή σκορπισθοῦν ἔξω ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος οἱ Γρηγοριάτες Πατέρες. Κατόπιν παρεκίνησε τίς Ἑλληνικές ἐνορίες, Συλλόγους καί ἄλλες θρησκευτικές Ὁμάδες νά συγκεντρώνουν χρήματα, τά ὁποῖα θά καταβάλωνται σέ ἐκπροσώπους τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων, ἡ ὁποία μέσῳ ἰδικῶν της ἀνθρώπων θά προωθῆ τά συναθροιζόμενα χρήματα στήν μονή Γρηγορίου γιά τήν διατήρησι τῶν Μοναχῶν της καί τήν ἔναρξι ἐργασιῶν γιά τήν ἀνοικοδόμησί της.
Εὑρίσκετο ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰωακείμ κάποια ἡμέρα στήν παραλία, πλησίον τοῦ Κερατίου κόλπου τῆς Πόλεως καί περίμενε ἕνα πλοιάριο γιά νά περάση ἀπέναντι στόν Γαλατᾶ. Ἔνευσε μέ τό χέρι σέ κάποιο πλοῖο, χωρίς νά γνωρίζει ποιοί ἦσαν μέσα. Ἦταν μεγαλόπρεπο καί λίαν ἀριστοκρατικό ἀπό ὅ,τι ἦσαν τά ἄλλα πλοιάρια. Μέσα σ᾿ αὐτό ταξίδευε ὁ σουλτᾶνος, ὁ ὁποῖος ἐπήγαινε στό τζαμί νά προσευχηθῆ, διότι ἐκείνη ἡ ἡμέρα ἦτο Παρασκευή. Ὡς γνωστόν τήν ἡμέρα αὐτή συγκεντρώνονται στά τζαμιά τους γιά προσευχή οἱ Μουσουλμᾶνοι. Ἐθαύμασε τήν τόλμη τοῦ ἀσκητοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκαμε «σινιάλο» νά σταματήση τό πλοῖο του. Ὁ σουλτᾶνος ἔδωσε ἐντολή στόν καπετάνιο νά τοῦ ἐπιτρέψη νά μπῆ μέσα. Τόν ἐρώτησε μέσῳ τοῦ διερμηνέως καί ἰατροῦ του ποιός ἦτο καί τί θέλει. Ὁ ἀσκητής τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι πτωχός Καλόγερος καί ἤθελε νά περάση ἀπέναντι στόν Γαλατᾶ. Βλέποντας ὁ σουλτᾶνος τήν σεμνοπρέπειά του, τήν ἁπλότητα τοῦ ἤθους του καί τήν μακριά γενειάδα του τόν εὐλαβήθηκε. Ἀφοῦ ἄκουσε γιά τά δυσάρεστα συμβάντα τοῦ μοναστηριοῦ του, συγκινήθηκε καί μέ θεία νεῦσι διέταξε τόν γραμματέα του νά τοῦ δώση βοήθεια 25.000 γρόσια. Αὐτό ἦτο τό πρῶτο θαῦμα τοῦ ἁγίου Νικολάου.
Βγαίνοντας ἀπό τό πλοῖο ἀποροῦσαν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι πῶς συνέβη καί συνταξίδευσε μέ τόν σουλτᾶνο ἕνας ἁγιορείτης μοναχός. Κατόπιν ἐνημέρωσε καί τόν Πατριάρχη γιά τήν ὑπέρογκη αὐτή κρατική βοήθεια τοῦ σουλτάνου καί πάντες ἐδόξασαν τόν Θεό καί εὐχαρίστησαν τόν ἅγιο Νικόλαο.
Μέ τήν βοήθεια αὐτή καί ἄλλες πού συνεχῶς συγκεντρώνοντο ξεκίνησε ἡ οἰκοδομή τῆς Μονῆς, οἱ δέ Πατέρες ἐλάμβανον τό σιτηρέσιον ἐκ μέρους τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων.
Τήν περίοδο ἐκείνη ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολι ὁ ἡγεμών τῆς Δακίας (νότιος Ρουμανία) Ἀλέξανδρος Γκίκας γιά νά ζητήση καί πάλι τήν ἡγεμονία ἀπό τήν τουρκική Κυβέρνησι. Ὁ ἀσκητής τοῦ ἐζήτησε βοήθεια, ἀλλά ὁ ἡγεμών τοῦ εἶπε ὅτι δέν ἔχει. Μᾶλλον νά τοῦ δώση ὁ μοναχός, ὅσα χρήματα θά τοῦ χρειασθοῦν, γιά νά ἐξαγοράση τήν ἡγεμονία γιά ἕνα χρονικό διάστημα καί, ἄν κατορθώση καί τήν πάρη, μετά θά τοῦ ἀποδώση εἰς διπλοῦν τά χρήματά του.
Τήν ἐποχή ἐκείνη συνέβη ὁ πόλεμος μεταξύ Τουρκίας καί Αὐστρίας στόν ὁποῖον ἡττήθησαν οἱ Τοῦρκοι. Κατά τήν ἐπιστροφή τους ἅρπαζαν ἀνθρώπους, ὄχι μόνον πτωχούς, ἀλλά καί πλουσίους καί τούς μετέφεραν στήν Κωνσταντινούπολι. Ἀπ᾿ αὐτούς ἄλλους ἐφόνευαν κι ἄλλους τούς πωλοῦσαν γιά δούλους. Ὁ ἀσκητής Ἰωακείμ τούς εὐσπλαγχνίζετο καί ἀναζητοῦσε τρόπους πῶς νά τούς ἀπελευθερώση. Μέ χρήματα πού ἐξοικονομοῦσε ἀπό πλουσίους Ἕλληνες ἐμπόρους καί ἄρχοντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἔχοντας γνωριμία μέ κάποιον Μουσουλμᾶνο τῆς συγκλήτου, πολλούς ἀπ᾿ αὐτούς τούς ἐξηγόραζε καί τούς ἀπέλυε νά ἐπιστρέψουν στίς πατρίδες τους. Ἄλλοι ἀπ᾿ αὐτούς ἦσαν Ρουμᾶνοι, ἄλλοι Βούλγαροι καί Σέρβοι, ἄλλοι Ἕλληνες καί ἄλλοι Ρῶσσοι.
Ἔμαθε γιά τά ἀνθρωπιστικό αὐτό ἔργο του ὁ σουλτᾶνος καί ὠργίσθηκε πολύ. Ἀπεφάσισε νά τόν θανατώση. Ὁ ἀρχίατρος τοῦ σουλτάνου ἀκούοντας τήν ἀπόφασι του, τόν συμβούλευσε νά δεχθῆ νά ἔλθη μπροστά του ὁ κατηγορούμενος μοναχός Ἰωακείμ. Καθώς ἐκεῖνος ἀνερχόταν τά σκαλιά γιά νά μπῆ στό παλάτι τοῦ σουλτάνου, ἐσκόνταψε καί ἡ γενειάδα του πού ἦτο μέσα σ᾿ ἕνα σακκίδιο κρεμασμένο ἀπό τόν λαιμό του, βγῆκε καί ξαπλώθηκε μπροστά του. Τόν εἶδε μέ τήν μακριά γενειάδα ὁ σουλτᾶνος (ἄλλος ὄχι ὁ προηγούμενος) καί τόν εὐλαβήθηκε μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ χαρίση τήν ζωή.
Ἀφοῦ ὁ ἡγεμών Ἰωάννης Ἀλεξάνδρου Γκίκας ἀγόρασε τήν ἡγεμονία τῆς Οὐγροβλαχίας ἐκάλεσε τόν π. Ἰωακείμ νά ἔλθη μαζί του. Τό ἴδιο ἔπραξε καί ὁ ἡγεμών τῆς Μολδαβίας Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης.
Φθάνοντας στήν Δακία ὁ π. Ἰωακείμ ἐζήτησε ἀπό τόν ἡγεμόνα Ἀλέξανδρον τά δανεικά χρήματα. Ἐκεῖνος ἐκάλεσε τούς ἀρχιερεῖς καί ἄλλους ἄρχοντές του καί συνεσκέφθησαν ὅτι, ἐάν ἡ ἁγιορείτικη μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, δέν ἔχει κληρονομήσει ἕνα κτῆμα, θά πρέπει νά τῆς τό προσφέρουν πρός παρηγορία τῶν Πατέρων καί ἐπανίδρυσι τῆς Μονῆς τους. Πράγματι ὅλοι συμφώνησαν καί βρέθηκε τέτοιο Μετόχιο στήν γεωγραφική θέσι Φωξάνη, ὅπου ἦτο ἕνα μονύδριον τῆς κυριάρχου Μονῆς Πούτνα. Μέ χρυσόβουλλο τό ἐχάρισαν στήν Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου νά παραμείνη ἀναπόσπαστο τμῆμα στόν ἅπαντα αἰῶνα καί νά μνημονεύωνται τά ὀνόματα τῶν δωρητῶν του αἰωνίως.
Ἀφοῦ παρέλαβε τό Μονύδριον, κατεστάθη ἡγούμενος σ᾿ αὐτὸ καί ἐφρόντισε γιά τήν οἰκοδομική του ἀποκατάστασι. Μετά κατῆλθε στό Βουκουρέστιο καί ἐπισκέφθηκε τόν ἡγεμόνα Ἀλέξανδρον Ὑψηλάντην. Κι αὐτός χάρηκε πολύ ἀπ᾿ αὐτή τήν συνάντησι καί τοῦ ἐχάρισε ἄλλο κτῆμα μέ τό μονύδριον τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος. Στήν συνέχεια κατέβηκε ὁ π. Ἰωακείμ στήν Κωνσταντινούπολι, ἀπ᾿ ὅπου καί ἀπέστειλε τά συναχθέντα χρήματα στό Μοναστήριό του γιά τήν ἔναρξι τῶν οἰκοδομῶν.
Τόν ἄγγελον αὐτόν τῆς παρηγορίας καί τῆς στοργῆς τῶν αἰχμαλώτων ἐκείνου τοῦ καιροῦ, τόν ἀσκητήν Ἰωακείμ, τόν συναντοῦμε καί στήν νῆσο Πρώτη τῶν Πριγκηποννήσων. Ἐκεῖ στόν λόφο αὐτῆς τῆς νήσου ἵδρυσε ἐκ θεμελίων ἄλλη μονή πρός τιμήν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ τό ἔτος 1785. Ἐπάνω ἀπό τήν εἴσοδο τῆς ἐκκλησίας τῆς Μονῆς διασώζεται μαρμάρινη πλάκα ἡ ὁποία ἀναγράφει τά ἑξῆς:
"Ἀφ᾿ οὗ ἀμέτρητα καλά ἔκαμεν εἰς ἀνθρώπους
καί ἠλευθέρωσε πολλούς εἰς διαφόρους τόπους,
καί βοηθεῖ καί ὀρφανά καί χήρας καί ἀπόρους,
καί κατορθοῖ πᾶν ἀγαθόν μέ διαφόρους τρόπους
Ἰωακείμ ὁ Μοναχός καί δοῦλος τοῦ Κυρίου
καί Σκευοφύλαξ τῆς Μονῆς ἐν Ἄθῳ Γρηγορίου
ἐκ βάθρων ἀνεκαίνισε μέ ἔξοδον μεγάλον
τῆς Πρώτης τήν Μονήν αὐτήν ἔκτισε καί ἄλλην,
ἐν τῆ Βλαχίᾳ καί Μονήν ἄλλην τοῦ Γρηγορίου
εὐκόλως τήν ἀνέδειξε βοηθείᾳ τοῦ Κυρίου.
Ὁρμᾶται δέ ὁ ἀγαθός ἐκ τῆς Ἀκαρνανίας,
ἀπό τήν κώμην Κατοχήν ἐκ θείας Ἀθωνίας,
χιλίους ὀγδοήκοντα πέντε καί ᾿πτακοσίους,
ἐκαινουργήθη ἡ Μονή μέ κόπους του μυρίους.
Λοιπόν ἀναγινώσκοντες ταῦτα, ὦ ἀδελφοί μου,
ἄς δεηθῶμεν τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτόν ἀγαπητοί μου.
Ἀργότερα ἐπέστρεψε καί ὁ ἴδιος στό Μοναστήρι του, ἀσχολήθηκε μέ τά μοναχικά του καθήκοντα καί τήν ἀναδιοργάνωσι τῆς Ἀδελφότητος. Μέ τά χρήματα πού ἔφερε, κτίσθηκε ἀκόμη καί ἡ ἀνατολική τριόροφος πτέρυγα τό 1783. Ἀγόρασε καί ἄλλα μετόχια στίς πεδιάδες τῆς Χαλκιδικῆς
Ἐκοιμήθη στό νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς τό 1815 σέ ἡλικία 105 ἐτῶν. Ὑπέφερε ἀπό ψωρίασι καί ἀναπνευστικά προβλήματα. Αἰωνία του ἡ μνήμη! Νά ἔχουμε τήν ἁγία του εὐχή καί νά συγχωρήσει τά λάθη ὅλων μας.
Καθώς μπαίνουμε στήν Λιτή τοῦ Καθολικοῦ, στόν δεξιό τοῖχο βλέπουμε μία ἐνδιαφέρουσα τοιχογραφία. Εἰκονίζονται δύο κτίτορες τῆς Μονῆς: Ὁ ὅσιος Γρηγόριος μέ φωτοστέφανο καί ὁ μακάριος Γέροντας Ἰωακείμ, χωρίς φωτοστέφανο στό κεφάλι του. Αὐτή ἡ τοιχογραφία, ζωγραφίσθηκε ἀπό μαθητές τοῦ ὁσίου Γέροντος Ἰωακείμ καί μάλιστα, ὅταν ἀκόμη ἦτο στήν ζωή.
Ἀφ᾿ ὅτου ἦλθα ὁ γράφων στήν Μονή μας τό 1975 καί μετά ἀπό ἕνα δύο χρόνια, ἦλθαν ὁμάδα συμπατριωτῶν τοῦ ὁσίου Γέροντος Ἰωακείμ ἀπό τήν γενέτειρά του καί μᾶς εἶπαν ὅτι κάνει ὁ Ὅσιος ἐμφανίσεις σέ μερικούς εὐλαβεῖς χριστιανούς καί τούς λέγει ὅτι εἶναι ἅγιος καί θέλει νά τόν τιμοῦν ὡς ἅγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας μέ ἀσματική Ἀκολουθία. Ἐνθυμοῦμαι ἦλθαν καί ἄλλες φορές, χωρίς τότε ἐμεῖς νά ἐνεργήσουμε κάτι τό σχετικόν, ὡς νεοφερμένοι καί ἄπειροι στόν ἀγῶνα καί στήν μοναστική δεοντολογία.
Καί μόλις προσφάτως, μέ ἐντολή τοῦ σεβαστοῦ μας Γέροντος ἀρχιμ. π. Χριστοφόρου, ἀποφασίσαμε νά ἀσχοληθοῦμε μέ τούς κτίτορες καί εὐεργέτας τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς. Ἐπιθυμοῦμε νά τούς τιμήσουμε καί νά τούς ἀνταποδώσωμεν τό ἐλάχιστον, ἔστω ἕναν ὕμνον δόξης καί εὐχαριστίας. Ἐλπίζομεν μέ τάς εὐχάς τῶν ἀοιδίμων αὐτῶν Πατέρων μας νά ἐπιτύχωμεν τοῦ προσδοκωμένου σκοποῦ μας.
Ὑπό π. Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου