
Το παρόν άρθρο αποτελεί μια απάντηση προ τον αρχιμανδρίτη π. Αθηναγόρα Σουπουρτζή για τις θέσεις που διατύπωσε με παρέμβασή του στο f/b επί του αναρτημένου εκεί άρθρου μου "Οι τρεις βαθμίδες της ψηφιακής μεταστοιχείωσης". Ο διάλογος λύνει παρεξηγήσεις, αναδεικνύει ζητήματα και βοηθά στην κατανόησή τους. Μακάρι να έπαιρνε θέση και κανένας επίσκοπος.
Ο Προσωπικός Αριθμός και η πνευματική ευθύνη της έγκαιρης εγρήγορσης
Διάλογος με έναν κληρικό.
Με ιδιαίτερο σεβασμό προς τον λόγιο συνομιλητή μας (αρχιμανδρίτη π. Αθηναγόρα Σουπουρτζή), προς την ιερατική του ιδιότητα και προς τον συνοδικό θεσμό, θεωρούμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι η διαφωνία μας δεν στηρίζεται στην απλουστευτική θέση ότι κάθε διοικητικός αριθμός αποτελεί αυτομάτως το «χάραγμα» της Αποκαλύψεως. Ούτε ισχυριζόμαστε ότι κάθε τεχνολογικό μέσο είναι εκ φύσεως κακό ή ότι η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας συνιστά αφ’ εαυτής άρνηση της πίστεως.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: πότε οφείλει να αρχίζει η πνευματική, εκκλησιαστική και κοινωνική αντίσταση; Όταν ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός εξαναγκασμού και αποκλεισμού έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία ή όταν διακρίνουμε ότι οικοδομούνται σταδιακά οι αναγκαίες προϋποθέσεις του; Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσιαστική διαφορά μας.
Α.- Δεν εξετάζουμε τον Προσωπικό Αριθμό απομονωμένο
Ο σεβαστός κληρικός αντιμετωπίζει τον Προσωπικό Αριθμό κυρίως ως ένα συγκεκριμένο διοικητικό αναγνωριστικό. Υπό αυτήν την απομονωμένη θεώρηση είναι ευχερές να υποστηριχθεί ότι ένας αριθμός, αυτός καθαυτός, δεν έχει θεολογικό περιεχόμενο. Πράγματι, κανείς αριθμός δεν είναι από μόνος του ούτε αγαθός ούτε κακός, ούτε μπορεί να αποτελεί αυτομάτως ομολογία ή άρνηση πίστεως.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η αριθμητική μορφή του Π.Α. Το ζήτημα είναι η λειτουργία του μέσα στη συνολική αρχιτεκτονική που οικοδομείται.
Ο Προσωπικός Αριθμός προορίζεται να αποτελέσει το ενιαίο και μόνιμο αναγνωριστικό, μέσω του οποίου θα αντιστοιχίζονται και θα διασυνδέονται οι διαφορετικές πλευρές της διοικητικής και κοινωνικής παρουσίας του ανθρώπου. Συνδέεται με τη νέα ηλεκτρονική ταυτότητα, τα κρατικά μητρώα, τις ψηφιακές υπηρεσίες και, δυνητικά, με κάθε μελλοντική διαδικασία ηλεκτρονικής πιστοποίησης.
Δεν έχουμε, επομένως, ενώπιόν μας έναν ακόμη αριθμό μητρώου περιορισμένης χρήσεως. Έχουμε το κεντρικό «κλειδί» μιας υποδομής καθολικής ταυτοποίησης και διασύνδεσης. Η αξιολόγησή του δεν μπορεί να γίνεται μόνο με βάση το τι επιτρέπει σήμερα η νομοθεσία, αλλά και με βάση τη δύναμη που αποκτά το σύστημα για το αύριο.
Η τεχνολογία δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από τη διακηρυγμένη σημερινή χρήση της. Πρέπει να κρίνεται και από τις δυνατότητες εξουσίας που συγκεντρώνει, ιδίως όταν οι δυνατότητες αυτές μπορούν αργότερα να ενεργοποιηθούν με μία απλή νομοθετική ή διοικητική μεταβολή.
Β. Άλλο η ταύτιση και άλλο η πνευματική συσχέτιση
Ο συνομιλητής μας ορθώς απορρίπτει την αυτόματη ταύτιση κάθε ηλεκτρονικού συστήματος ταυτοποίησης με το «χάραγμα». Συμφωνούμε ότι η προφητεία της Αποκαλύψεως δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται επιπόλαια, ούτε να μετατρέπεται σε εργαλείο φόβου.
Από αυτό, όμως, δεν ακολουθεί ότι απαγορεύεται κάθε πνευματική συσχέτιση των σύγχρονων εξελίξεων με την προφητική προειδοποίηση. Το 13ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως δεν περιγράφει απλώς έναν οποιονδήποτε αριθμό. Περιγράφει ένα σύστημα εξουσίας μέσα στο οποίο η δυνατότητα αγοράς και πώλησης εξαρτάται από την αποδοχή συγκεκριμένου σημείου και αριθμού.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό. Βρίσκεται στη σύνδεση της ενιαίας αναγνώρισης του ανθρώπου, της υποχρεωτικής συμμετοχής σε ένα σύστημα, του ελέγχου των κοινωνικών και οικονομικών λειτουργιών και της δυνατότητας αποκλεισμού εκείνου που δεν συμμορφώνεται.
Δεν λέμε ότι ο σημερινός Π.Α. είναι ήδη το «χάραγμα». Λέμε ότι ο συνδυασμός μοναδικού αριθμού, καθολικής ηλεκτρονικής ταυτότητας, διασύνδεσης δεδομένων και αποκλειστικά ψηφιακής πιστοποίησης μπορεί να δημιουργήσει την τεχνική και διοικητική υποδομή ενός συστήματος που θα διαθέτει τα λειτουργικά χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφονται στην Αποκάλυψη.
Η διάκριση αυτή είναι αποφασιστική. Δεν ταυτίζουμε αυθαίρετα. Δεν αδιαφορούμε, όμως, ούτε για την κατεύθυνση προς την οποία οδηγούνται τα πράγματα.
Γ. Η θεολογική διάσταση δεν αρχίζει μόνο με ρητή απαίτηση αρνήσεως της πίστεως
Σύμφωνα με την άποψη που ο σεβαστός κληρικός διατυπώνει, η θεολογική αξιολόγηση ενός μέτρου εξαρτάται κυρίως από το εάν αυτό συνδέεται με εξαναγκασμό της συνείδησης, περιορισμό της θρησκευτικής ομολογίας ή αποκλεισμό από βασικές κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Τα κριτήρια αυτά είναι ασφαλώς σοβαρά. Είναι, όμως, υπερβολικά στενά αν εφαρμοσθούν αποκλειστικά.
Η προσβολή της ελευθερίας του προσώπου δεν αρχίζει μόνο όταν το κράτος ζητήσει από τον χριστιανό να αρνηθεί ρητώς τον Χριστό. Πνευματικό ζήτημα ανακύπτει και όταν διαμορφώνεται ένα περιβάλλον καθολικού ελέγχου, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ελεύθερο και ανεπανάληπτο πρόσωπο και μετατρέπεται σε πλήρως καταγράψιμη, προβλέψιμη και διαχειρίσιμη ψηφιακή οντότητα.
Η ορθόδοξη ανθρωπολογία δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ελευθερία της εξωτερικής θρησκευτικής ομολογίας. Ενδιαφέρεται για το αυτεξούσιο, για την ελευθερία της συνείδησης, για την ανεπανάληπτη αξία του προσώπου και για την αποτροπή κάθε εξουσίας που επιδιώκει να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά επάνω στον άνθρωπο.
Επομένως, η καθολική προφιλοποίηση, η αλγοριθμική χειραγώγηση και η δυνατότητα κοινωνικού αποκλεισμού δεν είναι απλώς τεχνικά προβλήματα ή ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Αφορούν άμεσα την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου και, ως εκ τούτου, διαθέτουν αναμφισβήτητη πνευματική και θεολογική διάσταση.
Δ. Οι τρεις βαθμίδες του κινδύνου
Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές συνέπειες της ψηφιακής μεταστοιχείωσης.
Η πρώτη είναι η προφιλοποίηση και ο εντοπισμός του πολίτη μέσω της συγκέντρωσης και καθολικής διασύνδεσης των πληροφοριών του. Εδώ απειλείται πρωτίστως η ιδιωτικότητα.
Η δεύτερη είναι η δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων, των προτιμήσεων και των απόψεών του μέσω αλγορίθμων. Εδώ απειλείται το ανεπηρέαστο της κρίσης και, τελικά, το ίδιο το αυτεξούσιο.
Η τρίτη και σοβαρότερη είναι η δημιουργία του αποκλειστικά ψηφιακού πολίτη: του ανθρώπου που, εάν δεν διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό και την ηλεκτρονική ταυτότητα και δεν πιστοποιείται μέσω αυτών, δεν μπορεί να εργάζεται, να συναλλάσσεται, να ταξιδεύει, να λαμβάνει δημόσιες υπηρεσίες ή να ασκεί θεμελιώδη δικαιώματα.
Στην τρίτη αυτή βαθμίδα ο αριθμός και η ηλεκτρονική ταυτότητα παύουν να είναι απλά μέσα διευκόλυνσης. Γίνονται όροι κοινωνικής υπάρξεως. Ο φυσικός άνθρωπος δεν αρκεί πλέον να εμφανισθεί ενώπιον της Πολιτείας ως πρόσωπο. Πρέπει να αναγνωρισθεί προηγουμένως από το ψηφιακό σύστημα. Εάν το σύστημα δεν τον πιστοποιεί, θα είναι κοινωνικά σαν να μην υπάρχει.
Αυτό είναι το έσχατο σημείο. Αυτή είναι η κόκκινη γραμμή.
Και ακριβώς επειδή ο κληρικός αναγνωρίζει ότι ο αποκλεισμός από βασικές κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες αποτελεί κρίσιμο στοιχείο θεολογικής αξιολόγησης, η μεταξύ μας διαφωνία περιορίζεται κυρίως στο πότε πρέπει να αντιδράσουμε. Εκείνος φαίνεται να τοποθετεί την αποφασιστική κρίση όταν ο αποκλεισμός θα έχει ήδη θεσπισθεί. Εμείς υποστηρίζουμε ότι πρέπει να εμποδίσουμε εγκαίρως την ολοκλήρωση της υποδομής που θα καταστήσει τον αποκλεισμό τεχνικά εύκολο και πολιτικά εφαρμόσιμο.
Ε. Η αρχή της προαιρετικότητας είναι η ασφαλής δοκιμασία
Εάν ο Προσωπικός Αριθμός και η ηλεκτρονική ταυτότητα είναι πράγματι απλώς μέσα διοικητικής διευκόλυνσης, γιατί πρέπει να είναι υποχρεωτικά;
Γιατί να μην παρέχεται στον πολίτη η δυνατότητα να εξυπηρετείται και να πιστοποιείται με εναλλακτικό, μη ηλεκτρονικό τρόπο; Γιατί να μην προστατεύεται θεσμικά το δικαίωμα εκείνου που, για λόγους συνείδησης, ιδιωτικότητας ή ασφάλειας, δεν επιθυμεί να ενταχθεί σε ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα;
Η προαιρετικότητα αποτελεί το καθαρότερο κριτήριο των πραγματικών προθέσεων ενός συστήματος. Όσο το ψηφιακό μέσο είναι επιλογή, παραμένει εργαλείο στην υπηρεσία του ανθρώπου. Όταν γίνεται υποχρεωτικό και αποκλειστικό, ο άνθρωπος τίθεται στην υπηρεσία του συστήματος.
Η απαίτηση της «ΕΞΟΔΟΥ» δεν είναι η κατάργηση της τεχνολογίας ούτε η απαγόρευση της ψηφιακής εξυπηρέτησης για όσους την επιθυμούν. Είναι η κατοχύρωση της προαιρετικότητας, η διατήρηση φυσικών και αναλογικών τρόπων συναλλαγής και το δικαίωμα του πολίτη να υπάρχει και να συμμετέχει στην κοινωνία χωρίς υποχρεωτική ψηφιακή ταυτότητα και καθολικό προσωπικό αναγνωριστικό.
Αυτή η θέση είναι και δημοκρατικά και ποιμαντικά ισορροπημένη. Δεν επιβάλλει την άρνηση σε κανέναν, αλλά δεν επιτρέπει ούτε την επιβολή της αποδοχής σε όλους.
ΣΤ. Η συνοδική διαβεβαίωση δεν κλείνει οριστικά τον προβληματισμό
Τιμούμε τον συνοδικό θεσμό και δεν παραγνωρίζουμε τη βαρύτητα της απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Ωστόσο, η ΔΙΣ δεν ταυτίζεται με την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, αλλά αποτελεί διαρκές διοικητικό όργανο περιορισμένης σύνθεσης και συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων. Επομένως, η κρίση της για τον Προσωπικό Αριθμό δεν μπορεί να εμφανίζεται ως οριστική και αμετάκλητη συνοδική απόφαση ολόκληρης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πολύ περισσότερο δεν αποκλείει την περαιτέρω θεολογική εξέταση του ζητήματος ούτε δεσμεύει τη συνείδηση των πιστών σαν να επρόκειτο για απόφαση δογματικού χαρακτήρα.
Δεν ξέρουμε αν έγινε διάλογος μεταξύ των μελών της, ούτε ποιες γνώμες/τάσεις διαμορφώθηκαν. Η κρίση της αφορά τον Προσωπικό Αριθμό υπό τα δεδομένα που τέθηκαν τότε ενώπιόν της από τον εκπρόσωπο του Κράτους και το νομικό της σύμβουλο. Εάν τεθούν όμως υπόψη της Συνόδου της Ιεραρχίας άλλα στοιχεία για τη λειτουργία του, την έκταση της διασύνδεσης, το βαθμό υποχρεωτικότητας και κυρίως για τις συνέπειες της μη αποδοχής του, οφείλει να επανεξετασθεί και η αξιολόγησή του.
Επιπλέον, η θεολογική κρίση δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την τεχνική και νομική πραγματικότητα. Εάν η τεχνική ενημέρωση στην ΔΙΣ περιορίσθηκε στην περιγραφή του μέτρου ως διοικητικής διευκόλυνσης, χωρίς πλήρη εξέταση της μελλοντικής διαλειτουργικότητας, της δυνατότητας καθολικής διασύνδεσης και του ενδεχόμενου αποκλεισμού, τότε και η θεολογική διαβεβαίωση αναγκαστικά εκδόθηκε μέσα σε περιορισμένο πραγματικό πλαίσιο.
Το ζήτημα δεν είναι αν η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έχει αρμοδιότητα να εκφέρει θεολογική κρίση. Ασφαλώς και έχει. Το ερώτημα είναι αν όταν κληθεί να αποφανθεί θα έχει τεθεί ενώπιόν της ολόκληρη η αρχιτεκτονική και όλες οι πιθανές συνέπειες του συστήματος, ώστε η κρίση της να καλύπτει όχι μόνο τον σημερινό Π.Α., αλλά και τη σύνδεσή του με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και κυρίως τη μελλοντική μετατροπή του διδύμου αυτού σε υποχρεωτική πύλη κοινωνικής συμμετοχής.
Άλλωστε, η ίδια η συνοδική παράδοση δεν καταργεί την προσωπική ευθύνη, τη φωνή της συνείδησης και την υποχρέωση ποιμένων και πιστών να επισημαίνουν εγκαίρως έναν αναδυόμενο κίνδυνο. Η υπακοή στην Εκκλησία δεν είναι πνευματική αδράνεια ούτε παραίτηση από τη διάκριση και τη νήψη. Υπενθυμίζουμε ότι δεν είναι λίγες οι αποφάσεις Συνόδων που τις απέρριψε η εκκλησιαστική συνείδηση (βλ. περί ληστρικών συνόδων).
Ζ. Δεν αρκεί να αντιδράσουμε όταν θα είναι πλέον αργά
Κανένα ολοκληρωτικό σύστημα δεν εμφανίζεται εξαρχής με την τελική του μορφή. Οικοδομείται σταδιακά[1], με επιμέρους μέτρα που παρουσιάζονται ως ουδέτερα, χρήσιμα και απολύτως αναγκαία. Πρώτα δημιουργείται το μοναδικό αναγνωριστικό. Έπειτα διασυνδέονται τα μητρώα. Στη συνέχεια οι υπηρεσίες μεταφέρονται αποκλειστικά στο ψηφιακό περιβάλλον. Τελικά η ψηφιακή πιστοποίηση γίνεται αναγκαίος όρος πρόσβασης σε δικαιώματα και αγαθά.
Σε κάθε στάδιο μπορεί να υποστηρίζεται ότι «δεν έχει ακόμη συμβεί κάτι θεολογικά επιλήψιμο». Όταν, όμως, ολοκληρωθεί η αλυσίδα, ο άνθρωπος που θα θελήσει να αρνηθεί ίσως βρεθεί ήδη χωρίς πραγματική δυνατότητα επιλογής.
Η χριστιανική νήψη δεν είναι πανικός, ούτε συνωμοσιολογία. Είναι η ικανότητα να διακρίνουμε τις εξελίξεις πριν φθάσουν στην τελική τους μορφή. Ο συνετός δεν περιμένει να εκδηλωθεί ολόκληρο το κακό για να αναγνωρίσει την κατεύθυνσή του. Εξετάζει τα σημεία, τις δυνατότητες, τις εξαρτήσεις που δημιουργούνται και τις ελευθερίες που βαθμιαία καταργούνται.
Γι’ αυτό η θέση μας δεν είναι ότι «ο Π.Α. είναι ήδη το χάραγμα». Είναι ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει, μαζί με την υποχρεωτική ηλεκτρονική ταυτότητα, το αναγκαίο εργαλείο ενός συστήματος μέσα στο οποίο κανείς δεν θα μπορεί να αγοράζει, να πωλεί, να εργάζεται ή να συμμετέχει κοινωνικά χωρίς την ψηφιακή έγκρισή του.
Η.- Συμπέρασμα
Συμφωνούμε με τον σεβαστό κληρικό ότι χρειάζεται θεολογική σοβαρότητα, αποφυγή εύκολων ταυτίσεων και σεβασμός προς τον συνοδικό θεσμό. Διαφωνούμε, όμως, με την ιδέα ότι ο πνευματικός προβληματισμός μπορεί να ανασταλεί έως ότου εμφανισθεί ρητός εξαναγκασμός της συνείδησης ή ολοκληρωμένος κοινωνικός αποκλεισμός.
Το θεολογικό ζήτημα δεν αρχίζει μόνο στο τέλος της διαδρομής. Αρχίζει από τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να αποτελεί το μέτρο της τεχνολογίας και η συμμετοχή του στην κοινωνία αρχίζει να εξαρτάται από την υπαγωγή του σε ένα καθολικό ψηφιακό σύστημα.
Η ιδιωτικότητα είναι μεγάλο αγαθό. Το ανεπηρέαστο της κρίσης και το αυτεξούσιο είναι ακόμη μεγαλύτερα. Η τελική, όμως, κόκκινη γραμμή είναι να μην καταστεί η ψηφιακή ταυτότητα και ο αριθμός όρος κοινωνικής υπάρξεως.
Κάθε δημοκρατικός πολίτης έχει καθήκον να υπερασπισθεί αυτή τη γραμμή. Ο χριστιανός έχει επιπλέον πνευματικό χρέος να βρίσκεται σε διαρκή νήψη. Όχι για να ορίσει αυθαίρετα ημερομηνίες και ταυτίσεις, αλλά για να μη συναινέσει, από αμέλεια ή εφησυχασμό, στην οικοδόμηση ενός μηχανισμού που αύριο θα μπορεί να απαιτήσει από τον άνθρωπο την πλήρη υποταγή του.
[1] Για την πορεία εξοικείωσης από την «κάρτα» στο «σφράγισμα» βλ. σχετικά τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου σε: Γ. Αποστολάκη, «Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων υπό το φως της πατερικής εσχατολογίας», https://www.iepomenimera.gr/index.php/el/ekklisia-kai-theologia/georgios-apostolakis-i-didaskalia-tou-osiou-paisiou-tou-agioreitou-peri-ilektronikon-taftotiton-ypo-to-fos-tis-paterikis-esxatologias.