Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ: ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

(Το ανατρεπτικό για την εποχή του κήρυγμα για την πίστη, την παιδεία και την κοινωνική ευθύνη»)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 

       Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος ιεραπόστολος και διδάχος του Γένους, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τους δύσκολους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Η δράση του δεν περιορίστηκε στην ανανέωση της πνευματικής ζωής των ανθρώπων, αλλά επεκτάθηκε και σε ζητήματα παιδείας, κοινωνικής ευθύνης, οικογενειακής ζωής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μέσα από το απλό και άμεσο κήρυγμά του, ο Άγιος Κοσμάς ανέδειξε μια μορφή «προοδευτικότητας» βαθιά ριζωμένη στην παράδοση της Εκκλησίας.

      Η λέξη «προοδευτικότητα» χρειάζεται, βέβαια, προσοχή όταν χρησιμοποιείται για έναν άγιο του 18ου αιώνα. Δεν θα ήταν ιστορικά ακριβές να μεταφέρουμε αυτούσιες σύγχρονες πολιτικές ή κοινωνικές αντιλήψεις στην εποχή του. Ωστόσο, μπορούμε να μιλήσουμε για προοδευτικό πνεύμα με την έννοια της προσπάθειας του Αγίου να υπερβεί την αμάθεια, την κοινωνική αδικία, τις προκαταλήψεις και την πνευματική αδιαφορία, οδηγώντας τον άνθρωπο σε μια ζωή φωτισμένη από το Ευαγγέλιο.

 

Η παιδεία ως ανάγκη και δικαίωμα

      Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της δράσης του Αγίου Κοσμά ήταν η ιδιαίτερη έμφαση που έδωσε στην παιδεία. Περιόδευσε σε περιοχές όπου η έλλειψη σχολείων και η αμάθεια αποτελούσαν σοβαρά προβλήματα και ενθάρρυνε τους ανθρώπους να ιδρύουν και να στηρίζουν σχολεία.

     Για τον Άγιο Κοσμά, η μόρφωση δεν αποτελούσε πολυτέλεια ούτε προνόμιο λίγων. Ήταν μέσο πνευματικής αφύπνισης και ελευθερίας. Η γνώση των Γραμμάτων μπορούσε να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει καλύτερα την πίστη του, να διακρίνει την αλήθεια από την πλάνη και να αντιμετωπίσει την άγνοια που γεννά φόβο και εξάρτηση.

     Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η παιδευτική του προσπάθεια δεν ήταν αποκομμένη από την εκκλησιαστική ζωή. Για τον Άγιο Κοσμά, η παιδεία δεν ήταν αυτοσκοπός. Ο άνθρωπος καλείται να καλλιεργεί τόσο τον νου όσο και την καρδιά του. Η αληθινή μόρφωση οδηγεί στη σοφία, όταν συνοδεύεται από ήθος, αγάπη και σεβασμό προς τον συνάνθρωπο.

 

Ένα κήρυγμα απλό και κατανοητό

      Η προοδευτικότητα του Αγίου Κοσμά φαίνεται ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο κήρυττε. Δεν απευθυνόταν σε ένα μικρό κύκλο μορφωμένων ανθρώπων, αλλά σε ολόκληρο τον λαό. Χρησιμοποιούσε απλή γλώσσα, παραδείγματα από την καθημερινότητα και εικόνες που μπορούσαν να κατανοήσουν ακόμη και οι πλέον αγράμματοι ακροατές.

      Αυτή η επιλογή δεν ήταν απλώς θέμα επικοινωνιακής τεχνικής. Αποτελούσε βαθιά ποιμαντική στάση. Ο Άγιος δεν θεωρούσε ότι το Ευαγγέλιο ανήκει σε μια μορφωμένη ελίτ. Το μήνυμα του Χριστού απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από κοινωνική θέση, οικονομική κατάσταση ή μορφωτικό επίπεδο.

      Το κήρυγμά του ήταν άμεσο, συγκεκριμένο και πρακτικό. Δεν περιοριζόταν σε θεωρητικές διατυπώσεις, αλλά συνδεόταν με τον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Η πίστη έπρεπε να μεταμορφώνει την καθημερινότητα και να γίνεται αγάπη, δικαιοσύνη, εγκράτεια και υπευθυνότητα.

 

Η αξία του ανθρώπινου προσώπου

       Στον πυρήνα της διδασκαλίας του Αγίου Κοσμά βρίσκεται η βαθιά χριστιανική αντίληψη για την αξία κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν αξιολογείται με βάση τον πλούτο, την κοινωνική του θέση ή την καταγωγή του, αλλά ως πρόσωπο πλασμένο κατ’ εικόνα Θεού.

       Από αυτή την αντίληψη πηγάζει και η αυστηρή κριτική του απέναντι στην αδικία, στην εκμετάλλευση και στην πλεονεξία. Ο Άγιος στηλίτευε την αδιαφορία των ισχυρών απέναντι στους αδύναμους και καλούσε τους ανθρώπους σε έμπρακτη αγάπη και αλληλεγγύη.

      Εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις πιο επίκαιρες πλευρές του κηρύγματός του. Η Εκκλησία δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια θρησκευτικότητα που αφορά μόνο την ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Η πίστη έχει κοινωνικές συνέπειες. Ο χριστιανός καλείται να ενδιαφέρεται για τον διπλανό του, να μην εκμεταλλεύεται την ανάγκη του άλλου και να χρησιμοποιεί τα αγαθά που διαθέτει με υπευθυνότητα.

 

Η θέση της γυναίκας και η οικογενειακή ζωή

      Ο Άγιος Κοσμάς αναφερόταν συχνά στην οικογένεια, στην ανατροφή των παιδιών και στην ανάγκη να υπάρχει σεβασμός και τάξη μέσα στην κοινωνία. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επιμονή του στην καλλιέργεια και τη μόρφωση των νέων.

      Η προσέγγισή του χρειάζεται να διαβάζεται μέσα στο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο του 18ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, η έμφαση που έδινε στην πνευματική καλλιέργεια και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια αναδεικνύει ένα σημαντικό στοιχείο της ποιμαντικής του: κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στην άγνοια και στην πνευματική εγκατάλειψη. Η τραγική θέση της γυναίκας, την οποία κληρονόμησε η υπόδουλη ελληνική κοινωνία από τους βαρβάρους και αλλοθρήσκους Οθωμανούς, ήταν γι’ αυτόν ένας όνειδος, μια σοβαρή παράβαση των αρχών της χριστιανικής πίστης στην ισότητα των ανθρώπων, ξέχωρα από τη διάκριση των φύλων και κάθε ιδιαιτερότητα. Συμβούλευε να σπουδάζουν και οι θυγατέρες, όπως και οι γιοί. Ακόμη συμβούλευε με έμφαση να σέβονται οι άνδρες τις γυναίκες τους, φέροντας παραδείγματα από ζευγάρια Αγίων της Εκκλησίας μας.  

 

Η κριτική στην κοινωνική και οικονομική αδικία

      Ο Άγιος Κοσμάς δεν φοβήθηκε να μιλήσει για δύσκολα κοινωνικά ζητήματα. Έλεγχε την πλεονεξία, την αισχροκέρδεια και την καταπίεση των φτωχών. Καλούσε τους ανθρώπους να μην κάνουν το χρήμα κριτήριο της ζωής τους και να θυμούνται ότι ο πλούτος έχει νόημα μόνο όταν γίνεται αφορμή προσφοράς.

     Η στάση αυτή δεν αποτελεί μια απλή κοινωνική μεταρρύθμιση με τη σύγχρονη έννοια. Είναι καρπός της ευαγγελικής αντίληψης για τα υλικά αγαθά. Η περιουσία δεν είναι αυτοσκοπός και ο συνάνθρωπος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μέσο προσωπικού κέρδους.

     Έτσι, το κήρυγμα του Αγίου αποκτά μια κοινωνική διάσταση που παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Σε μια εποχή όπου η επιτυχία συχνά μετριέται με την κατανάλωση και την οικονομική ισχύ, η φωνή του θυμίζει ότι η αξία του ανθρώπου δεν βρίσκεται σε όσα κατέχει, αλλά σε αυτό που είναι ενώπιον του Θεού και στον τρόπο με τον οποίο αγαπά τον συνάνθρωπό του.

 

Προοδευτικότητα χωρίς αποκοπή από την Παράδοση

      Ίσως το σημαντικότερο μάθημα από το παράδειγμα του Αγίου Κοσμά είναι ότι η αληθινή ανανέωση δεν προϋποθέτει την εγκατάλειψη της παράδοσης. Ο Άγιος υπήρξε βαθιά παραδοσιακός και ταυτόχρονα εξαιρετικά δυναμικός και ανανεωτικός στην ποιμαντική του δράση.

     Δεν προσπάθησε να δημιουργήσει ένα νέο Ευαγγέλιο. Προσπάθησε να κάνει το Ευαγγέλιο κατανοητό και ζωντανό για τους ανθρώπους της εποχής του. Η προοδευτικότητα, επομένως, δεν βρίσκεται στην άρνηση της παράδοσης, αλλά στην ικανότητα να μεταδίδεται η διαχρονική αλήθεια με τρόπο που να απαντά στις πραγματικές ανάγκες κάθε εποχής.

      Αυτό αποτελεί και μια μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο εκκλησιαστικό κήρυγμα. Η Εκκλησία καλείται να παραμένει πιστή στην αποστολική και πατερική παράδοση, χωρίς όμως να φοβάται να συνομιλεί με τα ερωτήματα του σύγχρονου ανθρώπου.

 

Το μήνυμα του Αγίου Κοσμά σήμερα

      Σήμερα, περισσότερο από δύο αιώνες μετά το μαρτύριό του, ο Άγιος Κοσμάς εξακολουθεί να μιλά στον άνθρωπο. Όχι επειδή οι ιστορικές συνθήκες είναι ίδιες με εκείνες της εποχής του, αλλά επειδή τα βασικά ανθρώπινα προβλήματα παραμένουν: η αδικία, η πλεονεξία, η αμάθεια, η απομόνωση, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο και η αναζήτηση νοήματος.

      Η επικαιρότητα του Αγίου δεν βρίσκεται στην προσπάθεια να τον παρουσιάσουμε ως «σύγχρονο» με τους σημερινούς όρους. Βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: στο ότι, παραμένοντας πιστός στην Ορθόδοξη πίστη και στην παράδοση της Εκκλησίας, μπόρεσε να απαντήσει με τόλμη στις ανάγκες της δικής του εποχής.

      Το παράδειγμά του μας υπενθυμίζει ότι το εκκλησιαστικό κήρυγμα δεν πρέπει να φοβάται τα πραγματικά προβλήματα του ανθρώπου. Χρειάζεται λόγο αληθινό, κατανοητό και ποιμαντικό· λόγο που να συνδέει την πίστη με τη ζωή και τη θεολογία με την καθημερινή πράξη.

      Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός υπήρξε, με αυτή την έννοια, ένας ανανεωτής χωρίς να είναι αποδομητής της παράδοσης, ένας άνθρωπος που κοίταξε μπροστά χωρίς να ξεχάσει τις ρίζες του. Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη μορφή προοδευτικότητας που μπορεί να προσφέρει η Εκκλησία: όχι την άκριτη υιοθέτηση κάθε νέου, αλλά τη δημιουργική και θαρραλέα παρουσία του αιώνιου Ευαγγελίου μέσα σε κάθε νέα εποχή.