Ἑορτολόγιο: Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, 1990, στὴν ἱερά Μονῆ Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΑ΄
Φλώρινα, ἀριθμ. φύλλου «ΚΥΡΙΑΚΗΣ» 1094(2)
Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Πέμπτη 6 Αὐγούστου 2026 (2004)
Τὸ ζήτημα αὐτὸ συνετάραξε τὶς συνειδήσεις καὶ δίχασε τοὺς θεολόγους. Οἱ
δυτικοὶ εἶπαν, ὅτι ἦταν κτιστό, ὅπως τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Θεολόγοι ὅμως
τῆς Ἀνατολῆς ὑποστήριξαν μὲ σθένος, ὅτι εἶνε ἄκτιστο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος
ὁ Παλαμᾶς, ποὺ ἀφιέρωσε δύο θαυμάσιες ὁμιλίες στὴ Μεταμόρφωσι τοῦ
Σωτῆρος, παρατηρεῖ, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο γράφει· «καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον
αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 2). Δὲν λέει ὅτι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ
ἦταν ὁ ἥλιος, ἀλλὰ «ὡς ὁ ἥλιος». Ἑπομένως ἦταν διαφορετικὸ φῶς,
ἄκτιστο φῶς. Ὁ φυσικὸς ἥλιος εἶνε πενιχρὴ εἰκόνα τοῦ πνευματικοῦ Ἡλίου
ποὺ εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως ἦταν μιὰ
μαρμαρυγὴ (=λάμψις, ἀκτινοβολία) τοῦ ἀκτίστου θείου φωτός, ἀνταύγεια
τῆς θείας του οὐσίας. Αὐτὸ ὑποστήριξε μὲ δύναμι ὁ ἅγιος Γρηγόριος,
προφορικὰ καὶ γραπτά.
Ὡρισμένοι ὑποτιμοῦν τὸ θέμα. Οἱ θεολόγοι καὶ κληρικοί, λένε, μαλώνουν
γιὰ τὸ ἂν τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως ἦταν ἄκτιστο ἢ κτιστό· μ᾿ αὐτὸ τὸ
ἀσήμαντο θέμα ἀσχολοῦνται;… Στοὺς κυρίους αὐτοὺς φαίνεται τὸ θέμα
σχολαστικό, ἀμελητέο, καὶ τοὺς ἀφήνει ἀσυγκίνητους. Αὐτοὺς τοὺς
συγκινεῖ τὸ ποδόσφαιρο, ἡ πολιτική, ἡ μόδα, καὶ δίνουν μάχες γι᾿ αὐτά.
Ἀλλοίμονο! ζοῦμε σὲ ἐποχὴ καταπτώσεως, ποὺ θεωρεῖ τὰ χαλίκια διαμάντια
καὶ τὰ διαμάντια χαλίκια. Τότε ὅμως ἦταν ἀλλιῶς· οἱ ἄνθρωποι
ἀσχολοῦνταν μὲ τὰ θέματα τῆς πίστεως.
Ἡ ἐποχή μας ὑστερεῖ. Θέλετε ἀπόδειξι; Δὲν θέλω νὰ φέρω διαταραχή, ἀλλὰ
καὶ δὲν μπορῶ ν᾿ ἀποσιωπήσω τὴν ἀλήθεια· γι᾿ αὐτὸ θὰ μιλήσω ἀνωνύμως.
Σήμερα δὲν ἀμφισβητεῖται τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως· ἀμφισβητεῖται αὐτὴ ἡ
ἀναμαρτησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ μάλιστα ἀπὸ ἱεράρχη τοῦ οἰκουμενικοῦ
θρόνου! Τὸν ἱεράρχη αὐτόν, ὁ μικρὸς καὶ ἐλάχιστος ἐγώ, μήνυσα στὸ
Πατριαρχεῖο. Ἀλλὰ τὸ Πατριαρχεῖο δὲν τοῦ ἔκανε παρατήρησι. Παρατήρησε
ἐμένα· σὲ ἔγγραφο μοῦ λέει, ὅτι εἶμαι πολὺ εὐαίσθητος…
* * *
Ἀλλ᾿ ἂς στραφοῦμε σὲ ἁπλούστερες
σκέψεις. Μία τέτοια σκέψι εἶνε τὸ αἴτημα ποὺ ἐξέφρασε ὁ ἀπόστολος
Πέτρος· «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι…» (ἔ.ἀ. 17,4).
Ὅλοι ἔχουμε δεῖ τὸν ἥλιο ν᾿ ἀνατέλλῃ. Θαυμάσιο θέαμα! Φτάνει ἡ ἀνατολὴ
τοῦ ἡλίου γιὰ ν᾿ ἀποδείξῃ τὴν ὕπαρξι Θεοῦ δημιουργοῦ. Καὶ διερωτῶμαι· Ἂν
ἐμεῖς μένουμε ἔκθαμβοι μπροστὰ στὴν ἀνατολὴ τοῦ φυσικοῦ ἡλίου, ποιά
ἔκστασι, παρακαλῶ, αἰσθάνθηκαν οἱ μαθηταὶ βλέποντας τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς
Θεότητος στὴν κορυφὴ τοῦ Θαβὼρ ἀπὸ τὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ;
«Ἔλαμψε», λέει, «τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ
ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς» (ἔ.ἀ. 17,2). Τὰ ἁπλᾶ ἐνδύματα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ
ὕφαναν στὸν ἀργαλειὸ τὰ χέρια τῆς Παναγίας μας καὶ ποὺ δὲν εἶχαν καμμιά
σχέσι μὲ τὶς μίτρες, τὰ ἐγκόλπια, τὶς ῥάβδους καὶ τὰ χρυσοκέντητα
ἄμφια ἡμῶν τῶν σημερινῶν ἀρχιερέων, ἔλαμψαν σὰν τὸ φῶς. Ἦταν δὲ τόσο
ὑπέροχα τὰ αἰσθήματα τῶν μαθητῶν, ὥστε ὁ Πέτρος τόλμησε καὶ ἔκανε τὴν
πρότασι· «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Κύριε, δὲν θέλω τίποτε
ἄλλο· μόνο νὰ μείνουμε ἐδῶ· νὰ μείνουμε γιὰ πάντα καὶ νὰ σὲ βλέπουμε.
Ἐδῶ βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε τροφὴ οὔτε νερὸ οὔτε σκιὰ οὔτε δέντρο οὔτε
πατέρας οὔτε μητέρα οὔτε γυναίκα οὔτε παιδιὰ οὔτε ἄλλα θέλγητρα τοῦ
κόσμου. Ὑπάρχεις ὅμως ἐσύ. Κι ὅταν βλέπουμε ἐσένα, ἡ ψυχή μας γεμίζει
χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Μιὰ μόνο μαρμαρυγὴ ἀπὸ τὸ φῶς σου, Κύριε, μᾶς
χορταίνει. Τί θέ᾿ς, λοιπόν, νὰ κατεβῇς κάτω στὸν κόσμο; Ἀρκετὰ
θηριομάχησες μὲ τοὺς φαρισαίους…
Καὶ ὁ Κύριος τί εἶπε· Πέτρο, ὅσο κι ἂν ἀγαπᾷς τὸ Θαβώριο ὄρος, ἐν
τούτοις πρέπει νὰ κατεβῶ κάτω, ἐκεῖ ποὺ εἶνε οἱ γραμματεῖς καὶ
φαρισαῖοι, ἐκεῖ ποὺ εἶνε οἱ ἐχθροί, ἐκεῖ ποὺ ἑτοιμάζουν τὰ καρφιὰ γιὰ
νὰ μὲ καρφώσουν καὶ νὰ μὲ θανατώσουν, ἐκεῖ ποὺ θὰ χυθῇ τὸ αἷμα μου…
Ἦταν πράγματι ἀνάγκη νὰ χυθῇ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Διότι τὸ αἷμα του εἶνε
τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας. «Τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ …καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ
πάσης ἁμαρτίας», λέει ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης (Α΄ Ἰω. 1,7)· εἶνε Ἰορδάνης
ποταμός· αὐτὸ κοινωνοῦμε ἀπὸ τὸ ἅγιο ποτήριο.
Τὸ αἴτημα τοῦ Πέτρου δὲν ἔγινε δεκτό. Ἡ κάθοδος στὸν κόσμο κρίθηκε
ἀναγκαία. Καὶ κατέβηκαν, γιὰ νὰ δώσουν μάχες σκληρὲς κατὰ τοῦ
κοσμοκράτορος. Δὲν ἐπιμένω περισσότερο· θὰ τονίσω μόνο, ὅτι τὸ Θαβὼρ
ὑφίσταται καὶ σήμερα, ὄχι μόνο ὡς ὑλικὴ ὑπόστασι ἀλλὰ καὶ ὡς σύμβολο
ὑπερτάτων ἀξιῶν.
«Εἰς τὰ ὄρη, ψυχή, ἀρθῶμεν…, ὅθεν βοήθεια ἥκει» (Παρακλ.,
ἀναβ., ἦχ. πλ. α΄). Τὸ Ἀραράτ, ὅπου κάθησε ἡ κιβωτὸς τοῦ Νῶε, σύμβολο
τῆς εἰρηνεύσεως Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ὁ Κάρμηλος, ὅπου κατέφυγε ὁ Ἠλίας,
σύμβολο τῆς ἀποστασίας τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸ Θεό. Τὸ Θαβώρ, ὅπου φάνηκε ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, σύμβολο τῆς ἐρημικῆς καὶ μοναχικῆς ζωῆς. Ὁ Γολγοθᾶς, ὅπου ἔρρευσε τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, σύμβολο τῆς ὑπερτάτης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα ἔχουν τὴν ἀξία τους. Ποιός ὅμως εἶνε ὁ δρόμος ποὺ πρέπει ν᾿ ἀκολουθήσῃ ὁ Χριστιανὸς στὴ ζωή του; ὁ δρόμος τοῦ Θαβὼρ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἢ ὁ δρόμος τῆς πάλης ἐν τῷ κόσμῳ; Τὴν ἀπάντησι δίνει ὁ
ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος λέει, ὅτι μία εἶνε ἡ ὁδὸς τῆς
ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ διχάζεται σὲ δύο· στὴ χαμηλή, τὴν ἐπίγεια, τὴ
ζωὴ μέσα στὸν κόσμο, καὶ στὴν ὑψηλή, τὴν θεία, τὴν πνευματική, τὴ ζωὴ
τοῦ μοναχοῦ, τὴν παρθενική. Ἡ μία ὁδὸς ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὴ
Μάρθα, ἡ ὁποία «περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν», καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὴ
Μαρία, «ἣ καὶ παρακαθήσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, ἤκουε τὸν λόγον
αὐτοῦ» (Λουκ. 10,39-40). Καὶ ἡ μία ὁδὸς καλὴ καὶ ἡ ἄλλη καλύτερη.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπάρχῃ ἁρμονία ἀνάμεσα στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη ζωή,
πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ταπείνωσις ἑκατέρωθεν, καὶ ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν καὶ ἐκ
μέρους τῶν κοσμικῶν. Ποτέ μὴν περάσῃ ἀπὸ τὴ σκέψι τοῦ μοναχοῦ ὁ
λογισμός, ὅτι ἡ ἁγιότης βρίσκεται μόνο στὴν ἔρημο.
Τέτοιος λογισμὸς τάραξε κάποτε τὴ διάνοια τοῦ καθηγητοῦ τῆς ἐρήμου, τοῦ
Μεγάλου Ἀντωνίου, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς τὸν ὡδήγησε μέσα στὴν ἁμαρτωλὴ
Ἀλεξάνδρεια, σὲ κάποιο σοκάκι. Ἄγγελος Κυρίου τοῦ λέει· Ἀντώνιε, ἐδῶ σ᾿
ἕνα ἐργαστήριο βρίσκεται ὁ πιὸ ἅγιος ἄνθρωπος τῆς γῆς. Ὁ Ἀντώνιος
φαντάστηκε ὅτι θὰ εἶνε κανένας ἐπίσκοπος ἢ ἱερεὺς ἢ μοναχός. Ποιά ὅμως
ἦταν ἡ ἔκπληξί του ὅταν εἶδε – τί· ἕνα τσαγκάρη!
–Τί κάνεις ἐδῶ; τὸν ρώτησε ὁ Ἀντώνιος.
–Φτωχὸς ἄνθρωπος εἶμαι, ἀπαντᾷ ἐκεῖνος. Σπίτι δὲν ἔχω. Ἔχω γυναῖκα κ᾿
ἕξι παιδιά. Δουλεύω ἐδῶ, μπαλώνω παπούτσια. Τὸ ψωμὶ ποὺ βγάζω τὸ
μοιράζομαι μὲ τοὺς φτωχούς…
Τότε ὁ Ἀντώνιος τὸν εὐλόγησε. Κατάλαβε, ὅτι μέσα στὸν κόσμο ὑπάρχουν
πραγματικὰ διαμάντια· τοὺς γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ὁ γινώσκων «τοὺς ὄντας
αὐτοῦ» (Β΄ Τιμ. 2,19).
* * *
Ταπεινός, ἀγαπητοί μου, πρέπει νὰ εἶνε ὁ μοναχὸς καὶ νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὸ φρόνημα ἐκεῖνο τοῦ Παύλου ποὺ ἔλεγε· «Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ» (Α΄ Τιμ. 1,15).
Ἀλλὰ κ᾿ ἐμεῖς οἱ κοσμικοὶ πρέπει νὰ ἔχουμε ταπεινὸ φρόνημα. Νὰ βλέπουμε
τοὺς μοναχοὺς ὡς ἀγγέλους ἐπὶ τῆς γῆς, νὰ θεωροῦμε τὰ μοναστήρια ὡς
καιόμενες καὶ μὴ καταφλεγόμενες βάτους, νὰ τὰ ἀτενίζουμε ὡς Θαβώρ, ἀλλὰ
καὶ ὡς Κάρμηλον καὶ ὡς Γολγοθᾶν. Ἁμαρτάνει ὅποιος περιφρονεῖ τὸ μοναχὸ
καὶ νομίζει ὅτι εἶνε τεμπέλης. Ἔλα, ἀγαπητέ μου, στὸ μοναστήρι, ζῆσε
τὴ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ, κάνε τὸ διακόνημά του, τὴ λατρεία του, τὴν ἀγρυπνία
του, τὴ νηστεία του, καὶ βλέπουμε ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃς νὰ ἔχῃς τὴν ἴδια
γνώμη. Ἀδικοῦν τὴ μοναχικὴ ζωὴ ὅσοι τρέφουν περιφρονητικὴ ἰδέα γι᾿
αὐτήν. Δὲν μπορεῖ ἡ κόττα, ποὺ σκαλίζει τὴν κοπριὰ καὶ τρώει σκουλήκια,
νὰ περιφρονῇ τὸ χρυσάετο ποὺ σελαγίζει στὰ ὕψη καὶ ἀντικρύζει κατάματα
τὸν ἥλιο. Καὶ δὲν μπορεῖ ὁ κοσμικός, ποὺ ζῇ μέσα στὴν κοπριὰ τοῦ κόσμου
καὶ τρώει τὰ σκουλήκια τῆς ἁμαρτίας, νὰ περιφρονῇ τὸ χρυσάετο μοναχό,
ποὺ σελαγίζει στὰ ὕψη τοῦ πνευματικοῦ αἰθέρα καὶ μὲ βλέμμα καθαρὸ
ἀτενίζει τοὺς οὐρανούς.
Συνεργασία λοιπὸν καὶ ταπείνωσι ἑκατέρωθεν, γιὰ νὰ ἔρχεται ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸ καθολικὸ τῆς ἱ. μονῆς Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους τὴν 6/19-8-1990. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 6-8-2004, ἐπανέκδοσις 12-6-2026.
