Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Περί τοῦ ἀξιώματος τῆς ἱερωσύνης καί περί τιμωρίας τῶν ἱερέων πού δίνουν τά Ἅγια Μυστήρια στούς ἀναξίους

 

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

Ὑπό Ρουμάνου Γέροντος π. Κλεόπα Ἠλίε.

Ἀδελφοί καί Πατέρες,

Γιά δύο πράγματα θά ὁμιλήσω στόν παρόντα λόγο μου: Πρῶτον γιά τό μεγάλο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης καί δεύτερον γιά τήν μεγάλη ἐνοχή καί τιμωρία πού περιμένει ἐμᾶς τούς ἱερεῖς, ἐάν δίνουμε μέ εὐκολία καί χωρίς πολλή ἐξέτασι τά Μυστήρια στούς ἀναξίους. Καί ἀφοῦ τά ἀντικείμενα τοῦ λόγου μας εἶναι δύο, διπλή θά εἶναι καί ἡ ὠφέλειά μας, ἐάν προσέξουμε στά ὅσα θά ἐπακολουθήσουν.

Καί στό πρῶτο θέμα μας θά ἐπιθυμοῦσα νά καταλά­βουμε ὅλοι, ὅσοι εἴμεθα στολισμένοι μέ τό δῶρο τῆς ἱερωσύνης, ὅτι θά ἀπολογηθοῦμε κατά τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς κρίσεως ὁ καθένας μέ τόν βαθμό καί τό άξίωμα πού έλα­βε καί άναλόγως θά άποκτήσουμε καί τόν βαθμό τῆς χά­ριτος καί τό δώρο τής σωτηρίας μας. Έάν θά έχουμε πάντοτε αύτή τήν άγία καί μεγάλη φροντίδα καί άγωνιζόμεθα μέ όλη μας τήν δύναμι στήν σωστή έπιτέλεσι αύτού τοΰ άνεκτιμήτου έργου, πού έλάβαμε, τότε θά άκούσουμε ἐκείνη τήν ήμέρα τήν μακάρια φωνή: «Εὖγε, δοῦλε, άγαθέ καί πιστέ! έπί ολίγων ἧς πιστός, έπί πολλών σέ καταστή­σω» (Ματθ. 25, 21). Ένώ έάν όκνεύσουμε καί άδιαφορήσουμε, λόγω τῆς μεγάλης εὐθύνης μας πού θά έχουμε, ὡς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ, μέ οργή θά άκούσουμε άπ' Αύτόν, κατά τήν ήμέρα τής έσχάτης κρίσεως: «πορεύεσθε άπ' έμού οί κατηραμένοι εις τό πῦρ τό αἰώνιον τό ήτοιμασμένον τω διαβόλω καί τοις άγγέλοις αύτού» (Ματθ. 25,41).

Ό Αγιος Έφραίμ ό Σῦρος αναφερόμενος στό μέγα άξίωμα τῆς ἱερωσύνης μάς λέγει τά έξής: «Ω, ύπερένδοξο θαύμα! Ω, άήττητος δύναμις! Ω, φοβερό μυστήριο τό τῆς ἱερωσύνης, τό όποιον εἶναι ἅγιο, τιμημένο καί ά­μωμο καί τό όποιον, όταν ήλθε ὁ Χριστός, τό έχάρισε στούς άναξίους άνθρώπους! Γονατίζω καί μέ δάκρυα καί στεναγμούς παρακαλώ νά ιδώ ώσάν σέ ένα καθρέπτη τόν μεγάλο θησαυρό τῆς ἱερωσύνης. Θησαυρός λέγω γιά εκεί­νους πού τόν εύρίσκουν άνάλογα μέ τήν ικανότητα καί ένάρετη ζωή των. Αύτός ό θησαυρός είναι άσπίς λαμπρά καί πύργος άκλόνητος καί τείχος άπόρθητο. Είναι γερό θεμέλιο πού ξεκινά άπό τήν γή καί έγγίζει τούς οὐρανίους θόλους. Καί τί λέγω, άδελφοί, ότι έγγίζει τούς θόλους τοῦ ορανοῦ. Ανέρχεται χωρίς διακοπή σ' αύτούς τούς ούρα νούς τών οὐρανῶν, άνάμεσα στούς άσωμάτους άγγέλους, τούς οποίους ξεπερνά στήν λαμπρότητα καί εξουσία. Καί όχι μόνο αύτό, άλλά ό ιερεύς συνομιλεί μέ τόν Ἴδιο τόν Βασιλέα τών άγγέλων, τόν Κτίστη καί Φωτοδότη τοῦ κό­σμου. Δέν θά παύσω, άδελφοί, νά τιμώ καί δοξάζω τόν βαθμό τοῦ άξιώματός σας, τόν όποιο έδωσε ἡ Άγία Τριάς στούς υιούς τοῦ Αδάμ» (Λόγος περί ίερωσύνης, ά­πό τά Ασκητικά του).

Αύτά βέβαια έλέχθησαν γιά τήν τιμή καί άξία τής ίερωσύνης, άλλά πώς πρέπει νά εἶναι ό ιερεύς, άς άκούσου­με τί μάς λέγει ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος. «Πρέπει ὁ ιερεύς νά είναι άγιος κατά τήν ψυχή καί τό σώμα. Νά εἶναι στήλη φωτός γιά νά φωτίζη τήν Έκκλησία, δηλαδή τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί νά είναι καθαρώτερος άπό τίς ἀκτῖνες τού ήλιου, γιά νά μή τόν έγκαταλείπη τό Αγιο Πνεύ­μα». Έπάνω σ' αύτά ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής έ­χει νά μάς προσθέση τά έξής: «Οποιος ιερεύς δέν είναι άγιος νά άπέχη άπό τήν έπιτέλεσι τῆς Θ. Λειτουργίας γιά νά μή καή σωματικά καί ψυχικά». Σέ άλλο μέρος τοῦ λό­γου του λέγει ότι «ό καλός καί άληθινός ιερεύς πρέπει νά είναι ευλογημένος, καθαρός, διδακτικός, ταπεινός, νά μή είναι μέθυσος, νά είναι έγκρατής στήν γλώσσα του, νά μή οργίζεται, νά μή άγαπά τά χρήματα, άλλά νά είναι έλεήμων, φιλόξενος πρός τούς ξένους μικρούς καί μεγάλους νά είναι άγαπητός σέ όλους, ειρηνικός, νά μή λαμβάνη τά δανεικά άπ' αύτούς πού δανείζει, νά μή βλασφημά, νά μή άφορίζη κανέναν, νά μή γίνεται τρόπον τινά έμπορος στήν ύπηρεσία του ἤ δυναστεύει τούς πτωχούς καί νά μή λέγη ψέμματα. Νά μή μεταβαίνη σέ δίκες, νά μή άστειεύεται γιά νά κάνη τούς άλλους νά γελούν, νά μή λέγη λόγια κούφια καί κενόδοξα, άλλά μόνο όσα συντελούν στήν ψυχική ώφέλεια τοῦ ποιμνίου του καί προέρχονται άπό τήν Άγία Γραφή, κατά τό πλείστον. Νά μή εἶναι λαίμαρ­γος καί έκδοτος στίς σωματικές τέρψεις καί άνέσεις γιά νά μή προκαλέση τήν ἀποστροφή τοῦ Αγίου Πνεύματος, νά μή άπαντά μέ οργή καί μίσος, άλλά μέ ταπείνωσι ένώ­πιον όλων, νά μή είναι πρός κανέναν άλαζονικός καί, έάν κάποιος τοῦ έφταιξε, νά τόν συγχωρή καί δημοσίως πρό τής δύσεως τοῦ ήλίου. Νά έξετάζη μέ πραότητα τίς άμαρ­τίες τῶν χριστιανών καί μέ φόβο Θεοῦ νά πασχίζη, όπως τίς θεραπεύση. Νά μή διάκειται φιλικά πρός πλουσίους καί έχθρικά πρός τούς πτωχούς».

Ολα αύτά νά τά φυλάττη ό Ιερεύς μέ πολλή φροντί­δα καί διάκρισι. Έάν δέν έφαρμόζη όλα αύτά γιά τό κοινόν όφελος καί τήν σωτηρία τῶν πιστῶν, εἶναι προτιμώτερον νά δέση άπό τό λαιμό του μία πέτρα καί νά ριφθή στήν θάλασσα, διότι κατεπάτησε τόν νόμο καί τήν διδα­σκαλία τοῦ Κυρίου, όπως παραβολικά λέγει τό Ιερό Εύαγγέλιο.

Ισως, πατέρες καί άδελφοί, μέ τά όσα μέχρι τώρα άκούσατε, νά δυσαρεστηθήκατε λίγο, γιά τό πόσο ύψηλή πρέπει νά είναι ἡ ζωή τοῦ ἱερέως, άλλά δέν εἶναι καλό νά άποτολμήσουμε νά λάβουμε τό άξίωμα τῆς ἱερωσύνης καί μετά, πρός μεγάλη κατάπληξι, νά μάθουμε άπό τούς Αγίους Πατέρας καί τήν Θεία Γραφή γιά τά μεγάλα κα­θήκοντα αὐτῆς τῆς άποστολής. Ό Ιερός Χρυσόστομος λέγει γιά τήν άξία τής ιερωσύνης ὅ,τι λέγει σ' αύτό έπάνω καί ό Απόστολος Παύλος: «Πείθεσθε τοις ήγουμένοις ύ­μών καί ύπείκετε αύτοί γάρ ἀγρυπνοῦσιν ύπέρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν» (Έβρ. 13,17). Κατόπιν θέλοντας νά δείξη τίς ύποχρεώσεις τών ιερέων άπέναντι τοῦ άξιώματός των λέγει τά ἐξῆς πρός τούς πιστούς: «Έσύ φρόντισε γιά τά ιδικά σου καθήκοντα καί προβλήματα καί δέν πρέπει νά φροντίζης τί πρέπει νά κάνουν οί άλλοι, όμως ὁ ιερεύς οφείλει σ' όλη τήν ζωή του νά φροντίζη γιά σένα καί όλους τούς πιστούς τοῦ ποιμνίου του μέ μεγάλη φροντίδα, διαφορετι­κά θά όδηγηθή μέ όλους τούς κακούς στήν γέεννα τοῦ πυ­ρός». Καί πάλι θέλοντας νά δείξη τήν άξία τής ίερωσύνης τοῦ Νόμου τῆς Χάριτος, ἡ όποία είναι άνώτερη άπό έκεί­νη τοῦ παλαιού Νόμου, λέγει τά έξής: «Στόν θρόνο τοῦ Μωϋσέως έκάθισαν οί γραμματείς καί φαρισαιοι... ένώ τώρα σέ έμάς δέν είναι ἡ ίερωσύνη τοῦ Παλαιοῦ Νόμου ὁ θρόνος τῶν Προφητῶν, άλλά ὁ θρόνος τοῦ Χριστοῦ. Γι' αύτό καί ό Απόστολος Παύλος λέγει ότι ούτε άγγελοι οὔ­τε άρχάγγελοι μποροϋν νά έργάζωνται τά τοῦ ιερέως, διό­τι αύτό τό έργο δόθηκε μόνο στούς άνθρώπους  Ιερείς ά­πό τόν Θεό.

Χαρά καί θαυμασμό, φρίκη καί φόβο μοῦ προκαλεί τό γεγονός ότι τά Θεια εδόθησαν μόνο στούς άνθρώπους άπό τόν Θεό νά έπιτελούνται. Τί μεγάλου δώρου άξιώθηκαν οί άπόγονοι τοῦ Αδάμ! Άλλά, άντίθετα πόση εύθύνη έχουν οί ίερεῖς άπέναντι τοῦ Θεοῦ, έάν δέν τιμήσουν καί ἐργασθοῦν μέ συναίσθησι τό μέγα τοῦτο άξίωμα! Τό αύτό λέγει καί ό εύαγγελιστής Λουκάς (12,48) «παντί δέ ὧ έδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ' αύτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερον αίτήσουσιν αύτόν». Αύτά τά είχε ύπ' όψιν του καί ό Θεῖος Χρυσόστομος όταν έλεγε, στούς έπιθυμοντας τό έπισκοπικό άξίωμα τίς δυσκολίες αύτο το ύπουργήματος. «Πρέπει νά γνωρίζης, άδελφέ, οτι ὁ Επίσκοπος ανήκει σέ όλους καί σηκώνει τό φορτίο όλων τών αμαρτιών τών άλλων καί ότι, όταν οί άλλοι οργίζωνται, ύπάρχει συγχώρησις, ένώ σ' αύτόν δέν ύπάρχει. "Ο­ταν οί άλλοι σφάλλουν σέ κάτι, παρέχεται άφεσις καί συγχώρησις εύκολώτερα άπό ό,τι σέ ένα έπίσκοπο. Λοι­πόν, κανείς δέν σέ άναγκάζει σ' αύτό τό άξίωμα καί μή τρέχης νά τό άποκτήσης».

Λοιπόν άδελφοί μου, άπό όσα είπαμε μέχρι έδώ, μπορούμε νά καταλάβουμε, ότι πράγματι μέγα είναι τό ιε­ρατικό άξίωμα καί κατά τό μέτρο τῆς τιμής το άξιώμα­τός μας, άνάλογος θά είναι καί ή παίδευσίς μας στήν Μέλλουσα Κρίσι, έάν δέν έχουμε έργα άγαθά καί άρετές.

Μετά άπ' αύτά είναι καιρός νά ομιλήσουμε γιά τόν μεγάλο κίνδυνο τῶν ιερέων πού προσφέρουν τά Μυστή­ρια σέ άπροετοίμαστους ψυχικά χριστιανούς. Καί φαίνε­ται περισσότερο σήμερα άπό άλλοτε αύτή ή άδιαφορία καί άθεοφοβίά πολλών ιερέων τής επαρχίας, άκόμη καί μερικών μοναστηριών. "Εφθασαν σέ σημείο μερικοί άπό τούς πνευματικούς άδελφούς μας νά θεωρούν τόν έαυτό τους περισσότερο έλεήμονα άπό τόν Δεσπότη Χριστό καί νά μή ύπολογίζουν καθόλου τήν σημασία καί άκρίβεια τών Ιερών Κανόνων, εφαρμόζοντας πάντοτε τήν οικονο­μία αύτών χωρίς πνευματική διάκρισι καί άποτολμούν νά συγχωρούν τά άσυγχώρητα άπό τούς Αποστολικούς καί τούς άλλους κανόνες τών συνόδων καί μέ ιδική των πρω­τοβουλία προσπαθούν νά παρερμηνεύσουν καί άλλοιώ σουν τίς άποφάσεις αύτές.

Άλλά κάθε ένας άπό τούς Πνευματικούς πατέρας πρέπει νά γνωρίζη καί κατανοή τό έξής έργο: "Οτι έάν θά χρησιμοποιήσουν, κατά τήν έξομολόγησι μία άδιάκριτη οικονομία άπέναντι τών Ιερών Κανόνων, λόγω το βά­ρους τών άμαρτιών τών μετανοούντων, τότε άντί νά επι­τύχουν τήν διόρθωσι καί τήν θεραπεία τών ψυχών των, θά άποδειχθον άπειροι ποιμένες καί άντί νά βγάλουν τό ποίμνιο άπό τόν γκρεμό καί τόν βόρβορο, θά τό οδηγή­σουν στήν άβυσσο τών θανασίμων παθών, δίνοντάς το έ­τσι ώς τροφή στούς άοράτους λύκους. Καί θά είναι άρκε τό γιά τήν τιμωρία των νά χαθή έστω καί ένα πρόβατο, γιά τό όποιο σταυρώθηκε ό Χριστός.

Άλλά μπορεί νά είπή κάποιος άπό τούς Πνευματι­κούς: «Έγώ έχω τήν έξουσία νά λύνω καί νά δένω, διότι αύτή τήν δύναμι μο έδωσε ό Δεσπότης Χριστός, όταν χειροθετήθηκα Πνευματικός». Πράγματι έχεις τήν έξου­σία, άλλά όχι σέ άπεριόριστο βαθμό, διότι τότε δέν θά ή­ταν άνάγκη νά γράψουν κανόνες οί άγιοι Απόστολοι καί Πατέρες τής Εκκλησίας, δηλαδή ποιμαντικές κατευθύν­σεις σύμφωνα μέ τίς όποιες τόσο οί έπίσκοποι όσο καί οί ίερεῖς νά μπορούν νά προσανατολίζωνται στό τί πρέπει νά λύνουν καί νά δένουν καί πώς νά χρησιμοποιούν τήν αύστηρότητα καί συγκατάβασι τών κανόνων γιά τήν διόρθωσι καί θεραπεία τών τραυματισμένων ψυχών άπό τά πάθη καί τήν άμαρτία.

Έδώ είναι πρέπον νά μνημονεύσουμε ένα παράδειγ­μα άπό τούς έξωτερικούς νόμους: Κάποιος έστω ότι είναι δικαστής, εΐσαγγελεύς ή νομοθέτης καί έπειδή έχει έξου­σία καί δύναμι θά πρέπει αύτός μόνος νά άποφασίση σέ όλη τήν πορεία τών δικαστικών άποφάσεων γιά τήν άθώωσι ή καταδίκη αύτών τούς όποιους κρίνει, χωρίς νά ύπολογίζη τά άρθρα το νόμου; Άρα γε ένας τέτοιος κρι­τής μπορεί νά ισχυρίζεται ότι είναι δίκαιος; Πιστεύω ότι δέν μπορεί. 'Έστω καί νά είναι σέ οποιοδήποτε μεγάλο παρόμοιο άξίωμα καί άκόμη άνώτερος άπ' όλους, θά πρέπει καί αύτός νά δίνη σημασία στίς άποφάσεις τοϋ νό­μου, στόν πολιτικό ή συνταγματικό νόμο μιάς χώρας. Καί έάν ή κρίσις τών έκτός τής Εκκλησίας επιβάλλεται νά είναι δικαία γιά τήν διόρθωσι τών άνθρώπων, τό ίδιο καί περισσότερο ισχύει γιά τούς κριτάς, πού τοποθετήθη­καν άπό τό "Αγιο Πνεύμα στήν Έκκλησία καί έμπιστεύ θηκε σ' αύτούς ό Χριστός τίς ψυχές τών άνθρώπων. Αύ­τοί λοιπόν μέ τήν έξουσία τού δεσμεΐν καί λύειν πού έλα­βαν άπό τόν Χριστό δέν θά πρέπει νά έχουν μεγάλη προ­σοχή καί διάκρισι κατά τήν πρακτική έφαρμογή τών αιω­νίων διδαχών καί νόμων του Θεού;

Επειδή ό Πνευματικός δέν είναι μόνο δικαστής, άλ­λά ιατρός καί πατήρ πρέπει νά έχη ύπ' όψιν του ότι κα­νείς άπό τούς ιατρούς, όταν προσκαλήται, δέν δίνει ακα­τάλληλα φάρμακα καί συνταγές γιά νά μή προέλθη άντί τής ύγείας έπιδείνωσι τής άσθενείας ή καί αύτός άκόμη ό θάνατος. Καί πάλι αύτός πού εΐναι άληθινός πατήρ γιά τήν διόρθωσι καί καθοδήγησι τών παιδιών του δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιή σέ όλες τίς περιστάσεις μόνο τό έ­λεος, άλλά ένίοτε καί τά έπιτίμια, άνάλογα μέ τά παρα­πτώματα των, γιά νά μή φθάση στό σημείο πού λέγει τό γραφικό ρητό: «Ος φείδεται τής βακτηρίας, μισεί τόν υἱόν αυτού» (Παροιμ. 13,24). Ό ἴδιος ό Θεός δέν εἶναι μό­νο ελεήμων, άλλά καί δίκαιος. Γι αύτό ό Προφήτης Δα­βίδ έλεγε έν 'Αγίω Πνεύματι: «"Ελεος καί κρίσιν άσομαί σοι, Κύριε» (Ψαλμ. 100,1). Πράγματι ό Θεός είναι έλεή μων καί μακρόθυμος, άλλά καί δίκαιος Κριτής' λέγουν μάλιστα οι "Αγιοι Πατέρες, ότι έμεῖς πρέπει νά φοβούμε­θα περισσότερο τό έλεος παρά τήν δικαιοσύνη Του, διότι έάν λυπήσουμε τήν δικαιοσύνη Του, θά μπορέσουμε νά προστρέξουμε κατόπιν στό έλεός Του' ένώ έάν λυπήσου­με τό έλεός Του, πού κατόπιν θά καταφύγουμε; Γι' αύτό μέ φόβο Θεού νά μνημονεύουμε τόν λόγο πού λέγει: «έλε­ος γάρ καί οργή παρ' αυτού, καί έπί άμαρτωλούς κατα­παύσει ό θυμός αύτοϋ» (Σοφ. Σειράχ 5,6).

Λοιπόν, άδελφοί μου, είναι άνάγκη οί Πνευματικοί πατέρες νά σέβωνται τόσο τούς νόμους τοϋ κράτους, ό­ταν συμφωνούν ἡ δέν άντιτίθενται στόν νόμο το Θεο, ό­σο καί τούς Ιερούς Κανόνες καί όπου αύτοί έπιβάλλουν έπιτίμιο καί παίδευσι νά πράττουν άνάλογα καί δπου επι­τρέπουν τήν λύσι καί άφεσι νά χορηγούν αύτήν. Καί νά ζυ­γίζουν καλά τό μέτρο τής άκριβείας ή οικονομίας πού θά έφαρμόσουν σ' αύτούς πού οφείλουν νά τούς οδηγήσουν στήν σωτηρία. Όμοίως είναι καλό νά ένθυμουνται οί Πνευματικοί πατέρες καί τά λόγια τού άγιου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, ό όποιος λέγει: «Δέσε καλά τόν αμαρ­τωλό μέχρις ότου τιθασσευθή άπό τόν Θεό' μή τόν άφήνης έλεύθερον (άλυτον) γιά νά μή δεθή άπό τήν οργή το Θεού. Μάλιστα, έάν δέν τόν δέσης έσύ, δέν θά τόν έλευθερώση ό Θεός' καί έάν άκόμη δέν τόν δέσης έσύ, θά τόν περιμένουν τά αιώνια καί άλυτα δεσμά. Διότι «εί γάρ αύ­τούς διεκρίνομεν, ούκ άν έκρινόμεθα» (Α' Κορ. 11,31). Κατόπιν λέγει στήν συνέχεια ό άγιος Πατήρ: «Λοιπόν, μή πιστεύης ότι αύτό είναι σκληρότης καί άπανθρωπιά, άλ­λά αύτό γεννάται, όπως βλέπης καί έσύ, άπό τήν πραότη­τα καί έπιθυμία τής θεραπείας τών κακών το άμαρτωλο καί άπό μία ποιμαντική μέριμνα γιά τήν σωτηρία του. Άλλά θά μο είπής ότι το δόθηκε ώς τιμωρία του ένα άρκετά μεγάλο διάστημα. Πόσο διάστημα; Ενας χρό­νος, δύο, τρεις; Άλλά έγώ δέν ζητώ τό πλήθος το χρό­νου, άλλά τήν διόρθωσι τής ψυχής... Έάν ό άμαρτωλός ταπεινώθηκε, μετανόησε, τότε επιτελέσθηκε τό πάν. Έάν δέν έγινε αύτό, τότε σέ τίποτε δέν ώφέλησε τό μάκρος το χρόνου! Διότι έμεῖς δέν ζητάμε έάν ή πληγή δέθηκε γιά έ­να διάστημα χρόνου ή καί περισσότερο, άλλά έάν χρησι­μοποιήθηκε καλός επίδεσμος. Έάν ό άμαρτωλός ώφελήθηκε σέ ένα μικρό διάστημα, τότε νά το βγάλης τόν επί­δεσμο πού το έβαλες, ένώ, έάν δέν ωφελήθηκε τίποτε, βάλε τόν επίδεσμο καί άφησέ τον γιά δέκα χρόνια. Αύτό θά είναι γιά έσένα τό κριτήριο καί τό όριο γιά νά λύσης μία πληγή, δηλ. τήν θεραπεία τής πληγής αυτού ό όποιος αιχμαλωτίσθηκε άπό τήν άμαρτία».

Τό πόσο μεγάλο πράγμα είναι ή δικαιοσύνη, γιά τούς Πνευματικούς Πατέρες, φαίνεται άπό τά παρακάτω χρυ­σά λόγια το άγίου Χρυσοστόμου: «Τόσο ή άκρίβεια όσο καί ή οικονομία ή συγκατάβασις στούς Κανόνες πρέπει νά γίνεται άνάλογα μέ τό μέτρο το πόθου διορθώσεως καί τήν φανέρωσι τών καρπών τής μετανοίας αύτοϋ ό ό­ποιος μετανοεί».

Κατόπιν δείχνοντας μέ πόση εύλάβεια καί άγιωσύνη θά πρέπει νά έρχώμεθα γιά τό Σώμα καί τό Αίμα τού Κυ­ρίου, μάς λέγει ό ίδιος πατήρ: «Οταν θά 'ιδής τό Σώμα το Κυρίου μπροστά σου, λέγε πρός τόν έαυτόν σου τά έ­ξής: Χάριν το Σώματος αύτο έγώ δέν είμαι πλέον παρά γή καί σποδός, δέν εἶμαι δούλος, άλλά έλεύθερος. Γι' αύ­τό έλπίζω νά λάβω τόν ούρανό καί τά άγαθά του, τήν άθάνατη ζωή, τήν τάξι τών άγγέλων, καί τήν συγκατοίκησι μέ τόν Χριστό».

Καί τώρα έν κατακλείδι καί σάν μία σφραγίδα γιά ό­λα όσα είπαμε, θά ειπούμε τά λόγια το άγίου Χρυσοστό­μου, πού άναφέρονται στόν άνάξιο Ιερέα: «Ό ιερεύς πού ύπηρετεῖ τά Αγια καί κοινωνεί άναξίως, ομοιάζει μέ αύ­τούς πού έσταύρωσαν τόν Χριστό καί τόν έλόγχευσαν γιά νά Το χύσουν τό Αίμα στήν γή».

Πατέρες καί άδελφοί, έπιθυμώ νά ζητήσω συγγνώμη άπό όλους, ιδιαίτερα άπ' αύτούς πού έλαβαν τό χάρισμα τής ιερωσύνης, διότι έτόλμησα νά σάς ύπενθυμίσω αύτά πού σίγουρα γνωρίζετε, άλλά άναφερόμενος πάλι σ αύτά ήθελα καί τόν έαυτό μου πρώτα νά κάνω προσεκτικώτε ρο καί τούς άδελφούς μου νά ώφελήσω, κατά τήν δύναμί μου, ώστε όλοι μέ τήν χάρι τοΰ Κυρίου νά φυλαγώμεθα καί νά μή τιμωρηθομε άπό τήν δικαία οργή Του. 'Αμήν.

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου