«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Ὑπό Ρουμάνου Γέροντος π. Κλεόπα Ἠλίε.
Ἀδελφοί καί Πατέρες,
Γιά δύο πράγματα θά ὁμιλήσω στόν παρόντα λόγο μου: Πρῶτον γιά τό μεγάλο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης καί δεύτερον γιά τήν μεγάλη ἐνοχή καί τιμωρία πού περιμένει ἐμᾶς τούς ἱερεῖς, ἐάν δίνουμε μέ εὐκολία καί χωρίς πολλή ἐξέτασι τά Μυστήρια στούς ἀναξίους. Καί ἀφοῦ τά ἀντικείμενα τοῦ λόγου μας εἶναι δύο, διπλή θά εἶναι καί ἡ ὠφέλειά μας, ἐάν προσέξουμε στά ὅσα θά ἐπακολουθήσουν.
Καί στό πρῶτο θέμα μας θά ἐπιθυμοῦσα νά καταλάβουμε ὅλοι, ὅσοι εἴμεθα στολισμένοι μέ τό δῶρο τῆς ἱερωσύνης, ὅτι θά ἀπολογηθοῦμε κατά τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς κρίσεως ὁ καθένας μέ τόν βαθμό καί τό άξίωμα πού έλαβε καί άναλόγως θά άποκτήσουμε καί τόν βαθμό τῆς χάριτος καί τό δώρο τής σωτηρίας μας. Έάν θά έχουμε πάντοτε αύτή τήν άγία καί μεγάλη φροντίδα καί άγωνιζόμεθα μέ όλη μας τήν δύναμι στήν σωστή έπιτέλεσι αύτού τοΰ άνεκτιμήτου έργου, πού έλάβαμε, τότε θά άκούσουμε ἐκείνη τήν ήμέρα τήν μακάρια φωνή: «Εὖγε, δοῦλε, άγαθέ καί πιστέ! έπί ολίγων ἧς πιστός, έπί πολλών σέ καταστήσω» (Ματθ. 25, 21). Ένώ έάν όκνεύσουμε καί άδιαφορήσουμε, λόγω τῆς μεγάλης εὐθύνης μας πού θά έχουμε, ὡς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ, μέ οργή θά άκούσουμε άπ' Αύτόν, κατά τήν ήμέρα τής έσχάτης κρίσεως: «πορεύεσθε άπ' έμού οί κατηραμένοι εις τό πῦρ τό αἰώνιον τό ήτοιμασμένον τω διαβόλω καί τοις άγγέλοις αύτού» (Ματθ. 25,41).
Ό Αγιος Έφραίμ ό Σῦρος αναφερόμενος στό μέγα άξίωμα τῆς ἱερωσύνης μάς λέγει τά έξής: «Ω, ύπερένδοξο θαύμα! Ω, άήττητος δύναμις! Ω, φοβερό μυστήριο τό τῆς ἱερωσύνης, τό όποιον εἶναι ἅγιο, τιμημένο καί άμωμο καί τό όποιον, όταν ήλθε ὁ Χριστός, τό έχάρισε στούς άναξίους άνθρώπους! Γονατίζω καί μέ δάκρυα καί στεναγμούς παρακαλώ νά ιδώ ώσάν σέ ένα καθρέπτη τόν μεγάλο θησαυρό τῆς ἱερωσύνης. Θησαυρός λέγω γιά εκείνους πού τόν εύρίσκουν άνάλογα μέ τήν ικανότητα καί ένάρετη ζωή των. Αύτός ό θησαυρός είναι άσπίς λαμπρά καί πύργος άκλόνητος καί τείχος άπόρθητο. Είναι γερό θεμέλιο πού ξεκινά άπό τήν γή καί έγγίζει τούς οὐρανίους θόλους. Καί τί λέγω, άδελφοί, ότι έγγίζει τούς θόλους τοῦ οὐρανοῦ. Ανέρχεται χωρίς διακοπή σ' αύτούς τούς ούρα νούς τών οὐρανῶν, άνάμεσα στούς άσωμάτους άγγέλους, τούς οποίους ξεπερνά στήν λαμπρότητα καί εξουσία. Καί όχι μόνο αύτό, άλλά ό ιερεύς συνομιλεί μέ τόν Ἴδιο τόν Βασιλέα τών άγγέλων, τόν Κτίστη καί Φωτοδότη τοῦ κόσμου. Δέν θά παύσω, άδελφοί, νά τιμώ καί δοξάζω τόν βαθμό τοῦ άξιώματός σας, τόν όποιο έδωσε ἡ Άγία Τριάς στούς υιούς τοῦ Αδάμ» (Λόγος περί ίερωσύνης, άπό τά Ασκητικά του).
Αύτά βέβαια έλέχθησαν γιά τήν τιμή καί άξία τής ίερωσύνης, άλλά πώς πρέπει νά εἶναι ό ιερεύς, άς άκούσουμε τί μάς λέγει ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος. «Πρέπει ὁ ιερεύς νά είναι άγιος κατά τήν ψυχή καί τό σώμα. Νά εἶναι στήλη φωτός γιά νά φωτίζη τήν Έκκλησία, δηλαδή τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί νά είναι καθαρώτερος άπό τίς ἀκτῖνες τού ήλιου, γιά νά μή τόν έγκαταλείπη τό Αγιο Πνεύμα». Έπάνω σ' αύτά ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής έχει νά μάς προσθέση τά έξής: «Οποιος ιερεύς δέν είναι άγιος νά άπέχη άπό τήν έπιτέλεσι τῆς Θ. Λειτουργίας γιά νά μή καή σωματικά καί ψυχικά». Σέ άλλο μέρος τοῦ λόγου του λέγει ότι «ό καλός καί άληθινός ιερεύς πρέπει νά είναι ευλογημένος, καθαρός, διδακτικός, ταπεινός, νά μή είναι μέθυσος, νά είναι έγκρατής στήν γλώσσα του, νά μή οργίζεται, νά μή άγαπά τά χρήματα, άλλά νά είναι έλεήμων, φιλόξενος πρός τούς ξένους μικρούς καί μεγάλους νά είναι άγαπητός σέ όλους, ειρηνικός, νά μή λαμβάνη τά δανεικά άπ' αύτούς πού δανείζει, νά μή βλασφημά, νά μή άφορίζη κανέναν, νά μή γίνεται τρόπον τινά έμπορος στήν ύπηρεσία του ἤ δυναστεύει τούς πτωχούς καί νά μή λέγη ψέμματα. Νά μή μεταβαίνη σέ δίκες, νά μή άστειεύεται γιά νά κάνη τούς άλλους νά γελούν, νά μή λέγη λόγια κούφια καί κενόδοξα, άλλά μόνο όσα συντελούν στήν ψυχική ώφέλεια τοῦ ποιμνίου του καί προέρχονται άπό τήν Άγία Γραφή, κατά τό πλείστον. Νά μή εἶναι λαίμαργος καί έκδοτος στίς σωματικές τέρψεις καί άνέσεις γιά νά μή προκαλέση τήν ἀποστροφή τοῦ Αγίου Πνεύματος, νά μή άπαντά μέ οργή καί μίσος, άλλά μέ ταπείνωσι ένώπιον όλων, νά μή είναι πρός κανέναν άλαζονικός καί, έάν κάποιος τοῦ έφταιξε, νά τόν συγχωρή καί δημοσίως πρό τής δύσεως τοῦ ήλίου. Νά έξετάζη μέ πραότητα τίς άμαρτίες τῶν χριστιανών καί μέ φόβο Θεοῦ νά πασχίζη, όπως τίς θεραπεύση. Νά μή διάκειται φιλικά πρός πλουσίους καί έχθρικά πρός τούς πτωχούς».
Ολα αύτά νά τά φυλάττη ό Ιερεύς μέ πολλή φροντίδα καί διάκρισι. Έάν δέν έφαρμόζη όλα αύτά γιά τό κοινόν όφελος καί τήν σωτηρία τῶν πιστῶν, εἶναι προτιμώτερον νά δέση άπό τό λαιμό του μία πέτρα καί νά ριφθή στήν θάλασσα, διότι κατεπάτησε τόν νόμο καί τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, όπως παραβολικά λέγει τό Ιερό Εύαγγέλιο.
Ισως, πατέρες καί άδελφοί, μέ τά όσα μέχρι τώρα άκούσατε, νά δυσαρεστηθήκατε λίγο, γιά τό πόσο ύψηλή πρέπει νά είναι ἡ ζωή τοῦ ἱερέως, άλλά δέν εἶναι καλό νά άποτολμήσουμε νά λάβουμε τό άξίωμα τῆς ἱερωσύνης καί μετά, πρός μεγάλη κατάπληξι, νά μάθουμε άπό τούς Αγίους Πατέρας καί τήν Θεία Γραφή γιά τά μεγάλα καθήκοντα αὐτῆς τῆς άποστολής. Ό Ιερός Χρυσόστομος λέγει γιά τήν άξία τής ιερωσύνης ὅ,τι λέγει σ' αύτό έπάνω καί ό Απόστολος Παύλος: «Πείθεσθε τοις ήγουμένοις ύμών καί ύπείκετε αύτοί γάρ ἀγρυπνοῦσιν ύπέρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν» (Έβρ. 13,17). Κατόπιν θέλοντας νά δείξη τίς ύποχρεώσεις τών ιερέων άπέναντι τοῦ άξιώματός των λέγει τά ἐξῆς πρός τούς πιστούς: «Έσύ φρόντισε γιά τά ιδικά σου καθήκοντα καί προβλήματα καί δέν πρέπει νά φροντίζης τί πρέπει νά κάνουν οί άλλοι, όμως ὁ ιερεύς οφείλει σ' όλη τήν ζωή του νά φροντίζη γιά σένα καί όλους τούς πιστούς τοῦ ποιμνίου του μέ μεγάλη φροντίδα, διαφορετικά θά όδηγηθή μέ όλους τούς κακούς στήν γέεννα τοῦ πυρός». Καί πάλι θέλοντας νά δείξη τήν άξία τής ίερωσύνης τοῦ Νόμου τῆς Χάριτος, ἡ όποία είναι άνώτερη άπό έκείνη τοῦ παλαιού Νόμου, λέγει τά έξής: «Στόν θρόνο τοῦ Μωϋσέως έκάθισαν οί γραμματείς καί φαρισαιοι... ένώ τώρα σέ έμάς δέν είναι ἡ ίερωσύνη τοῦ Παλαιοῦ Νόμου ὁ θρόνος τῶν Προφητῶν, άλλά ὁ θρόνος τοῦ Χριστοῦ. Γι' αύτό καί ό Απόστολος Παύλος λέγει ότι ούτε άγγελοι οὔτε άρχάγγελοι μποροϋν νά έργάζωνται τά τοῦ ιερέως, διότι αύτό τό έργο δόθηκε μόνο στούς άνθρώπους Ιερείς άπό τόν Θεό.
Χαρά καί θαυμασμό, φρίκη καί φόβο μοῦ προκαλεί τό γεγονός ότι τά Θεια εδόθησαν μόνο στούς άνθρώπους άπό τόν Θεό νά έπιτελούνται. Τί μεγάλου δώρου άξιώθηκαν οί άπόγονοι τοῦ Αδάμ! Άλλά, άντίθετα πόση εύθύνη έχουν οί ίερεῖς άπέναντι τοῦ Θεοῦ, έάν δέν τιμήσουν καί ἐργασθοῦν μέ συναίσθησι τό μέγα τοῦτο άξίωμα! Τό αύτό λέγει καί ό εύαγγελιστής Λουκάς (12,48) «παντί δέ ὧ έδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ' αύτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερον αίτήσουσιν αύτόν». Αύτά τά είχε ύπ' όψιν του καί ό Θεῖος Χρυσόστομος όταν έλεγε, στούς έπιθυμοῦντας τό έπισκοπικό άξίωμα τίς δυσκολίες αύτοῦ τοῦ ύπουργήματος. «Πρέπει νά γνωρίζης, άδελφέ, οτι ὁ Επίσκοπος ανήκει σέ όλους καί σηκώνει τό φορτίο όλων τών αμαρτιών τών άλλων καί ότι, όταν οί άλλοι οργίζωνται, ύπάρχει συγχώρησις, ένώ σ' αύτόν δέν ύπάρχει. "Οταν οί άλλοι σφάλλουν σέ κάτι, παρέχεται άφεσις καί συγχώρησις εύκολώτερα άπό ό,τι σέ ένα έπίσκοπο. Λοιπόν, κανείς δέν σέ άναγκάζει σ' αύτό τό άξίωμα καί μή τρέχης νά τό άποκτήσης».
Λοιπόν άδελφοί μου, άπό όσα είπαμε μέχρι έδώ, μπορούμε νά καταλάβουμε, ότι πράγματι μέγα είναι τό ιερατικό άξίωμα καί κατά τό μέτρο τῆς τιμής τοῦ άξιώματός μας, άνάλογος θά είναι καί ή παίδευσίς μας στήν Μέλλουσα Κρίσι, έάν δέν έχουμε έργα άγαθά καί άρετές.
Μετά άπ' αύτά είναι καιρός νά ομιλήσουμε γιά τόν μεγάλο κίνδυνο τῶν ιερέων πού προσφέρουν τά Μυστήρια σέ άπροετοίμαστους ψυχικά χριστιανούς. Καί φαίνεται περισσότερο σήμερα άπό άλλοτε αύτή ή άδιαφορία καί άθεοφοβίά πολλών ιερέων τής επαρχίας, άκόμη καί μερικών μοναστηριών. "Εφθασαν σέ σημείο μερικοί άπό τούς πνευματικούς άδελφούς μας νά θεωρούν τόν έαυτό τους περισσότερο έλεήμονα άπό τόν Δεσπότη Χριστό καί νά μή ύπολογίζουν καθόλου τήν σημασία καί άκρίβεια τών Ιερών Κανόνων, εφαρμόζοντας πάντοτε τήν οικονομία αύτών χωρίς πνευματική διάκρισι καί άποτολμούν νά συγχωρούν τά άσυγχώρητα άπό τούς Αποστολικούς καί τούς άλλους κανόνες τών συνόδων καί μέ ιδική των πρωτοβουλία προσπαθούν νά παρερμηνεύσουν καί άλλοιώ σουν τίς άποφάσεις αύτές.
Άλλά κάθε ένας άπό τούς Πνευματικούς πατέρας πρέπει νά γνωρίζη καί κατανοή τό έξής έργο: "Οτι έάν θά χρησιμοποιήσουν, κατά τήν έξομολόγησι μία άδιάκριτη οικονομία άπέναντι τών Ιερών Κανόνων, λόγω τοῦ βάρους τών άμαρτιών τών μετανοούντων, τότε άντί νά επιτύχουν τήν διόρθωσι καί τήν θεραπεία τών ψυχών των, θά άποδειχθοῦν άπειροι ποιμένες καί άντί νά βγάλουν τό ποίμνιο άπό τόν γκρεμό καί τόν βόρβορο, θά τό οδηγήσουν στήν άβυσσο τών θανασίμων παθών, δίνοντάς το έτσι ώς τροφή στούς άοράτους λύκους. Καί θά είναι άρκε τό γιά τήν τιμωρία των νά χαθή έστω καί ένα πρόβατο, γιά τό όποιο σταυρώθηκε ό Χριστός.
Άλλά μπορεί νά είπή κάποιος άπό τούς Πνευματικούς: «Έγώ έχω τήν έξουσία νά λύνω καί νά δένω, διότι αύτή τήν δύναμι μοῦ έδωσε ό Δεσπότης Χριστός, όταν χειροθετήθηκα Πνευματικός». Πράγματι έχεις τήν έξουσία, άλλά όχι σέ άπεριόριστο βαθμό, διότι τότε δέν θά ήταν άνάγκη νά γράψουν κανόνες οί άγιοι Απόστολοι καί Πατέρες τής Εκκλησίας, δηλαδή ποιμαντικές κατευθύνσεις σύμφωνα μέ τίς όποιες τόσο οί έπίσκοποι όσο καί οί ίερεῖς νά μπορούν νά προσανατολίζωνται στό τί πρέπει νά λύνουν καί νά δένουν καί πώς νά χρησιμοποιούν τήν αύστηρότητα καί συγκατάβασι τών κανόνων γιά τήν διόρθωσι καί θεραπεία τών τραυματισμένων ψυχών άπό τά πάθη καί τήν άμαρτία.
Έδώ είναι πρέπον νά μνημονεύσουμε ένα παράδειγμα άπό τούς έξωτερικούς νόμους: Κάποιος έστω ότι είναι δικαστής, εΐσαγγελεύς ή νομοθέτης καί έπειδή έχει έξουσία καί δύναμι θά πρέπει αύτός μόνος νά άποφασίση σέ όλη τήν πορεία τών δικαστικών άποφάσεων γιά τήν άθώωσι ή καταδίκη αύτών τούς όποιους κρίνει, χωρίς νά ύπολογίζη τά άρθρα τοῦ νόμου; Άρα γε ένας τέτοιος κριτής μπορεί νά ισχυρίζεται ότι είναι δίκαιος; Πιστεύω ότι δέν μπορεί. 'Έστω καί νά είναι σέ οποιοδήποτε μεγάλο παρόμοιο άξίωμα καί άκόμη άνώτερος άπ' όλους, θά πρέπει καί αύτός νά δίνη σημασία στίς άποφάσεις τοϋ νόμου, στόν πολιτικό ή συνταγματικό νόμο μιάς χώρας. Καί έάν ή κρίσις τών έκτός τής Εκκλησίας επιβάλλεται νά είναι δικαία γιά τήν διόρθωσι τών άνθρώπων, τό ίδιο καί περισσότερο ισχύει γιά τούς κριτάς, πού τοποθετήθηκαν άπό τό "Αγιο Πνεύμα στήν Έκκλησία καί έμπιστεύ θηκε σ' αύτούς ό Χριστός τίς ψυχές τών άνθρώπων. Αύτοί λοιπόν μέ τήν έξουσία τού δεσμεΐν καί λύειν πού έλαβαν άπό τόν Χριστό δέν θά πρέπει νά έχουν μεγάλη προσοχή καί διάκρισι κατά τήν πρακτική έφαρμογή τών αιωνίων διδαχών καί νόμων του Θεού;
Επειδή ό Πνευματικός δέν είναι μόνο δικαστής, άλλά ιατρός καί πατήρ πρέπει νά έχη ύπ' όψιν του ότι κανείς άπό τούς ιατρούς, όταν προσκαλήται, δέν δίνει ακατάλληλα φάρμακα καί συνταγές γιά νά μή προέλθη άντί τής ύγείας έπιδείνωσι τής άσθενείας ή καί αύτός άκόμη ό θάνατος. Καί πάλι αύτός πού εΐναι άληθινός πατήρ γιά τήν διόρθωσι καί καθοδήγησι τών παιδιών του δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιή σέ όλες τίς περιστάσεις μόνο τό έλεος, άλλά ένίοτε καί τά έπιτίμια, άνάλογα μέ τά παραπτώματα των, γιά νά μή φθάση στό σημείο πού λέγει τό γραφικό ρητό: «Ος φείδεται τής βακτηρίας, μισεί τόν υἱόν αυτού» (Παροιμ. 13,24). Ό ἴδιος ό Θεός δέν εἶναι μόνο ελεήμων, άλλά καί δίκαιος. Γι αύτό ό Προφήτης Δαβίδ έλεγε έν 'Αγίω Πνεύματι: «"Ελεος καί κρίσιν άσομαί σοι, Κύριε» (Ψαλμ. 100,1). Πράγματι ό Θεός είναι έλεή μων καί μακρόθυμος, άλλά καί δίκαιος Κριτής' λέγουν μάλιστα οι "Αγιοι Πατέρες, ότι έμεῖς πρέπει νά φοβούμεθα περισσότερο τό έλεος παρά τήν δικαιοσύνη Του, διότι έάν λυπήσουμε τήν δικαιοσύνη Του, θά μπορέσουμε νά προστρέξουμε κατόπιν στό έλεός Του' ένώ έάν λυπήσουμε τό έλεός Του, πού κατόπιν θά καταφύγουμε; Γι' αύτό μέ φόβο Θεού νά μνημονεύουμε τόν λόγο πού λέγει: «έλεος γάρ καί οργή παρ' αυτού, καί έπί άμαρτωλούς καταπαύσει ό θυμός αύτοϋ» (Σοφ. Σειράχ 5,6).
Λοιπόν, άδελφοί μου, είναι άνάγκη οί Πνευματικοί πατέρες νά σέβωνται τόσο τούς νόμους τοϋ κράτους, όταν συμφωνούν ἡ δέν άντιτίθενται στόν νόμο τοῦ Θεοῦ, όσο καί τούς Ιερούς Κανόνες καί όπου αύτοί έπιβάλλουν έπιτίμιο καί παίδευσι νά πράττουν άνάλογα καί δπου επιτρέπουν τήν λύσι καί άφεσι νά χορηγούν αύτήν. Καί νά ζυγίζουν καλά τό μέτρο τής άκριβείας ή οικονομίας πού θά έφαρμόσουν σ' αύτούς πού οφείλουν νά τούς οδηγήσουν στήν σωτηρία. Όμοίως είναι καλό νά ένθυμουνται οί Πνευματικοί πατέρες καί τά λόγια τού άγιου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, ό όποιος λέγει: «Δέσε καλά τόν αμαρτωλό μέχρις ότου τιθασσευθή άπό τόν Θεό' μή τόν άφήνης έλεύθερον (άλυτον) γιά νά μή δεθή άπό τήν οργή τοῦ Θεού. Μάλιστα, έάν δέν τόν δέσης έσύ, δέν θά τόν έλευθερώση ό Θεός' καί έάν άκόμη δέν τόν δέσης έσύ, θά τόν περιμένουν τά αιώνια καί άλυτα δεσμά. Διότι «εί γάρ αύτούς διεκρίνομεν, ούκ άν έκρινόμεθα» (Α' Κορ. 11,31). Κατόπιν λέγει στήν συνέχεια ό άγιος Πατήρ: «Λοιπόν, μή πιστεύης ότι αύτό είναι σκληρότης καί άπανθρωπιά, άλλά αύτό γεννάται, όπως βλέπης καί έσύ, άπό τήν πραότητα καί έπιθυμία τής θεραπείας τών κακών τοῦ άμαρτωλοῦ καί άπό μία ποιμαντική μέριμνα γιά τήν σωτηρία του. Άλλά θά μοῦ είπής ότι τοῦ δόθηκε ώς τιμωρία του ένα άρκετά μεγάλο διάστημα. Πόσο διάστημα; Ενας χρόνος, δύο, τρεις; Άλλά έγώ δέν ζητώ τό πλήθος τοῦ χρόνου, άλλά τήν διόρθωσι τής ψυχής... Έάν ό άμαρτωλός ταπεινώθηκε, μετανόησε, τότε επιτελέσθηκε τό πάν. Έάν δέν έγινε αύτό, τότε σέ τίποτε δέν ώφέλησε τό μάκρος τοῦ χρόνου! Διότι έμεῖς δέν ζητάμε έάν ή πληγή δέθηκε γιά ένα διάστημα χρόνου ή καί περισσότερο, άλλά έάν χρησιμοποιήθηκε καλός επίδεσμος. Έάν ό άμαρτωλός ώφελήθηκε σέ ένα μικρό διάστημα, τότε νά τοῦ βγάλης τόν επίδεσμο πού τοῦ έβαλες, ένώ, έάν δέν ωφελήθηκε τίποτε, βάλε τόν επίδεσμο καί άφησέ τον γιά δέκα χρόνια. Αύτό θά είναι γιά έσένα τό κριτήριο καί τό όριο γιά νά λύσης μία πληγή, δηλ. τήν θεραπεία τής πληγής αυτού ό όποιος αιχμαλωτίσθηκε άπό τήν άμαρτία».
Τό πόσο μεγάλο πράγμα είναι ή δικαιοσύνη, γιά τούς Πνευματικούς Πατέρες, φαίνεται άπό τά παρακάτω χρυσά λόγια τοῦ άγίου Χρυσοστόμου: «Τόσο ή άκρίβεια όσο καί ή οικονομία ή συγκατάβασις στούς Κανόνες πρέπει νά γίνεται άνάλογα μέ τό μέτρο τοῦ πόθου διορθώσεως καί τήν φανέρωσι τών καρπών τής μετανοίας αύτοϋ ό όποιος μετανοεί».
Κατόπιν δείχνοντας μέ πόση εύλάβεια καί άγιωσύνη θά πρέπει νά έρχώμεθα γιά τό Σώμα καί τό Αίμα τού Κυρίου, μάς λέγει ό ίδιος πατήρ: «Οταν θά 'ιδής τό Σώμα τοῦ Κυρίου μπροστά σου, λέγε πρός τόν έαυτόν σου τά έξής: Χάριν τοῦ Σώματος αύτοῦ έγώ δέν είμαι πλέον παρά γή καί σποδός, δέν εἶμαι δούλος, άλλά έλεύθερος. Γι' αύτό έλπίζω νά λάβω τόν ούρανό καί τά άγαθά του, τήν άθάνατη ζωή, τήν τάξι τών άγγέλων, καί τήν συγκατοίκησι μέ τόν Χριστό».
Καί τώρα έν κατακλείδι καί σάν μία σφραγίδα γιά όλα όσα είπαμε, θά ειπούμε τά λόγια τοῦ άγίου Χρυσοστόμου, πού άναφέρονται στόν άνάξιο Ιερέα: «Ό ιερεύς πού ύπηρετεῖ τά Αγια καί κοινωνεί άναξίως, ομοιάζει μέ αύτούς πού έσταύρωσαν τόν Χριστό καί τόν έλόγχευσαν γιά νά Τοῦ χύσουν τό Αίμα στήν γή».
Πατέρες καί άδελφοί, έπιθυμώ νά ζητήσω συγγνώμη άπό όλους, ιδιαίτερα άπ' αύτούς πού έλαβαν τό χάρισμα τής ιερωσύνης, διότι έτόλμησα νά σάς ύπενθυμίσω αύτά πού σίγουρα γνωρίζετε, άλλά άναφερόμενος πάλι σ αύτά ήθελα καί τόν έαυτό μου πρώτα νά κάνω προσεκτικώτε ρο καί τούς άδελφούς μου νά ώφελήσω, κατά τήν δύναμί μου, ώστε όλοι μέ τήν χάρι τοΰ Κυρίου νά φυλαγώμεθα καί νά μή τιμωρηθοῦμε άπό τήν δικαία οργή Του. 'Αμήν.
Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.
