Ρωτοῦσε ἐπίμονα ἡ μητέρα του τὸν Θαλῆ τὸν Μιλήσιο πότε θὰ παντρευτῇ.
-«Οὕπω καιρός». Τῆς ἔλεγε ἐκεῖνος. Δὲν εἶναι ἀκόμη καιρός.
Ἔπειτα ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἡ μητέρα του ἐπανῆλθε.
-Πότε ἐπιτέλους θὰ παντρευτῇς; ρώτησε μὲ ἀγωνία.
-«Οὐκέτι καιρός» ἀπάντησε αὐτὴ τὴ φορά. Πέρασε πιὰ ὁ καιρός. Δὲν ὑπάρχουν πιὰ περιθώρια. Γέρασα.
Ἀπὸ τὸ «οὕπω» μέχρι ὁ «οὐκέτι» ὁ χρόνος κύλησε καὶ χάθηκε! Καὶ ὁ Θαλῆς ἔμεινε μόνος!
(Ἀποστέλλει ὁ Δημήτριος Φ.)