
20260601
Η Αγία Μαρίνα η μεγαλομάρτυρας του Χριστού γεννήθηκε σε οικογένεια ειδωλολατρική και επιφανή. Ο πατέρας της Αιδέσιος ήταν επίσημος ιερέας των ειδώλων. Γεννήθηκε κατά το 270 μ.Χ. και έμεινε ορφανή από μητέρα κατά την γέννησή της. Ο πατέρας της την παρέδωσε σε γυναίκα για να τη θηλάσει και να τη μεγαλώσει. Κατά θεία πρόνοια η γυναίκα αυτή ήταν Χριστιανή.
Έτσι η Μαρίνα μεγάλωνε σε ένα περιβάλλον Χριστιανικό. Άκουγε για τον Χριστό, για τη διδασκαλία Του, τα θαύματά Του, το εκούσιο Πάθος, την Σταύρωση, την Ταφή, την Ανάστασή και την Ανάληψή Του. Εποχή διωγμών των Χριστιανών και άκουγε για τα μαρτύρια, τα βάσανα και τις θανατώσεις που υφίσταντο οι Χριστιανοί και μέσα της γεννήθηκε ο πόθος να μαρτυρήσει για τον Σωτήρα Χριστό.
Άρχισε να κατηχεί τα συνομήλικα παιδιά και πολλά δέχονταν τον Χριστιανισμό. Η φήμη έφθασε στα αυτιά του πατέρα της. Την κάλεσε στο σπίτι και η Μαρίνα αφού πρώτα προσευχήθηκε ομολόγησε θαρρετά ότι είναι Χριστιανή. Η προσπάθεια του πατέρα της να την αλλαξοπιστήσει ήταν μάταια, όπως και η προσπάθεια η δική της να απαρνηθεί αυτός τα είδωλα.
Η
Μαρίνα έγινε δεκαπέντε ετών,. Ήταν πολύ όμορφη και σωστή Χριστιανή. Ο
έπαρχος Ολύμβριος πληροφορήθηκε για την Μαρίνα και την κάλεσε στο κριτήριο.
Βλέποντας την απαράμιλλη ομορφιά της την ερωτεύτηκε σαρκικά και σκέφτηκε να την
παντρευτεί. Φθάνοντας η Μαρίνα ο έπαρχος της ζητά να μάθει το όνομά της και ποιον θεό πιστεύει. Του απαντά η Μαρίνα, αφού
προηγουμένως προσευχήθηκε στον Χριστό να την βοηθήσει: «Μαρίναν με λέγουσι,
είμαι ελευθέρων γονέων τέκνον, εύχομαι δε να γίνω δούλη του Θεού και Σωτήρος
μου Ιησού Χριστού, όστις έκαμεν όλον τον κόσμον» . Αμέσως διατάχθηκε η φυλάκισης
της Μαρίνας.
Την επομένη ήταν γιορτή και έφεραν και την Μαρίνα, ελπίζοντες οι άθλιοι, ότι θα θυσίαζε στους ειδωλολατρικούς βωμούς. Άδικα ήλπιζαν και μάταια προσπαθούσαν να την πείσουν. Δεν φοβήθηκε απειλές, ούτε υπέκυψε σε προτάσεις για δώρα και ζωή πλούσια σε υλικά αγαθά. Το δεκαπεντάχρονο κορίτσι όλα αυτά τα περιφρόνησε, δεν την ενδιέφερε ο μάταιος τούτος κόσμος, είχε αφιερωθεί στον Νυμφίο Χριστό. Με θάρρος τους απαντά: «Μην έχεις τινα ελπίδα ματαίως, ηγεμών, εις εμέ, να δειλιάσω ποσώς τα κολαστήρια, ότι δεν θέλει με χωρίσει από τον Χριστόν καμμία θλίψις, λιμός, πυρ, ξίφος και άλλη χαλεπωτέρα βάσανος, ούτε βίαιος και πολυώδυνος θάνατος, ούτε πάλιν απολαύσεις χρυσίου και άλλου πλούτου και τιμής θα με δελεάσωσιν, επειδή όλα αυτά είναι φθαρτά και πρόσκαιρα, η δε ψυχή είναι αθάνατος και ποθεί τα αιώνια. Αν δε νομίζεις ότι ψεύδομαι, εδώ είμαι, και δοκίμασόν με ίνα γνωρίσεις και με το έργον την αλήθειαν. Δείρέ με, σφάξον, κατάκαυσον, πνίξον και παίδευσόν με με κολαστήρια μύρια, όσον θέλεις με βασανίσει χειρότερα, τόσον περισσότερον θέλει με δοξάσει ο Χριστός εις την μέλλουσαν ζωήν και μακαριότητα. Δεν λυπούμαι λοιπόν ζωήν πρόσκαιρον, αλλά παραδίδω προθύμως το σώμα εις τον θάνατον, δια τον αθάνατον Θεόν και Δεσπότη μου, καθώς και αυτός δια την αγάπην μου εσταυρώθη ο αναμάρτητος.» Η απάντηση της δεκαπενταετούς κοπελιάς, εξόργισε τον έπαρχο αλλά έκανε μια προσπάθεια προτείνοντας η Μαρίνα να θυσιάσει και αυτός θα την παντρευόταν και θα αποκτούσε πλούτη και τιμές
Στην αρνητική απάντηση της Μαρίνας διατάσσει την γύμνωσή της και να την δείρουν άσπλαχνα. Πράγματι, από τους ραβδισμούς το αίμα της Αγίας κοκκίνησε το έδαφος . Το σώμα της γέμισε πληγές. Ατάραχη προσευχόταν και ζητούσε δύναμη να υπομένει τα βάσανα . Την έκλεισαν σε σκοτεινή φυλακή χωρίς νερό και τροφή.
Μετά από ημέρες την έφεραν πάλι στο κριτήριο, την κρέμασαν, την βασάνισαν τόσο ώστε το τρυφερό σώμα της έγινε μια άμορφη μάζα. Ο έπαρχος δεν μπορούσε να το αντικρύσει. Την κλείνουν πάλι φυλακή και ο χαιρέκακος διάβολος θέλησε να την κάνει να σταματήσει την προσευχή της εμφανιζόμενος ως δράκοντας έτοιμος να την καταπιεί. Η Αγία προσευχήθηκε και ο δράκοντας έγινε άνθρωπος μαύρος τον οποίο η Αγία κτύπησε με ένα σφυρί στο κεφάλι και στην ράχη και τον εξουδετέρωσε. Αμέσως μόλις ο διάβολος εξαφανίστηκε, εμφανίστηκε φως εξερχόμενον από ένα Σταυρό. Επάνω στο Σταυρό πετούσε λευκό περιστέρι Η περιστερά ήλθεν πλησίον της Αγίας και της λέγει: «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, ότι ενίκησας τον πονηρόν και τον εχθρόν κατήσχυνας, χαίρε δούλη πιστή και αγαθή του Κυρίου σου, τον οποίο επόθησας εξ όλης της καρδίας σου και εμίσησας πάσαν απόλαυσιν πρόσκαιρον. Χαίρε και ευφραίνου, ότι έφθασεν η ημέρα να λάβεις της νίκης τον στέφανον και να εισέλθεις αξιοχρέως εστολισμένη με τας φρονίμους παρθένους εις τον νυμφώνα του νυμφίου και βασιλέως σου». Μετά ταύτα οι πληγές επουλώθηκαν και ούτε ίχνος κακοποίησης φαίνονταν. Όλη την νύκτα δοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Θεό.
Το πρωί την έφεραν στο κριτήριο και ο έπαρχος απέδωσε την ίαση των πληγών στους ειδωλολατρικούς θεούς και ζήτησε από την Αγία να ευχαριστήσει και να θυσιάσει στα είδωλα. Η δήλωσή της ότι η ίαση έγινε από τον Χριστό, πολύ εξόργισε τον έπαρχο που διέταξε νέα βασανιστήρια. Να κρεμάσουν την Αγία γυμνή και να καίουν το σώμα της με λαμπάδες. Υπέμενε τους πόνους προσευχόμενη και ευχαριστούσα τον Χριστό. Μετά γέμισαν ένα μεγάλο λέβητα με νερό και βούτηξαν την Αγία με το κεφάλι προς τα κάτω για να πνιγεί. Η Αγία προσεύχεται και ζητά από τον Χριστό να την απαλλάξει από τα δεσμά και να γίνει το νερό εκείνο ύδωρ Βαπτίσματος και να απαλλαγεί από τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθεί τον νέο άνθρωπο. Σεισμός έγινε πάλι εμφανίστηκε ο Σταυρός, το φως και η περιστερά με τον στέφανον της δόξης για την Αγίαν.
Βλέποντας αυτά ο έπαρχος διέταξε να αποκεφαλίσουν την Αγία η οποία, αφού προσευχήθηκε θερμά δοξολογώντας και ευχαριστώντας τον Κύριο, ζήτησε να συγχωρεθούν οι δήμιοι. Ο δήμιος δίστασε να την αποκεφαλίσει, αλλά η Αγία τον παρακάλεσε να το πράξει. Ήταν 17 Ιουλίου. Η Αγία Μαρίνα παρέδωσε στον Σωτήρα Χριστό την ψυχή της και σε μας το μήνυμα να μη φοβόμαστε κανέναν όταν έχουμε μαζί μας τον Χριστό.
Μυργιώτης Παναγιώτης