Ταπεινή ψυχή μου, νά δώσης —πρῶτα ἀπ' ὅλα— στόν αἰώνια ὑπερένδοξο κάθε εἴδους εὐχαριστία.
Ἐάν ἐργάζεσαι κάτι καλό μήν ὑψηλοφρονεῖς μέ τόν νοῦ σου,
διότι δέν γίνεται κανένα ἀγαθό ἔργο,
Πάντοτε, ὅταν πλαγιάζης, δόξα νά ἀναπέμπης στόν Θεό,
διότι ἔφθασες στό τέλος τῆς ἡμέρας, λυτρωμένος ἀπό τό κακό.
Ὅταν ἐγείρεσαι δόξαζε πάλι
διότι μέ τό μεγάλο ἔλεός Του, δέν σέ κατεδίκασε σέ ἀπώλεια, ἀλλά σοῦ ἐχάρισε τήν ὑγεία καί ζωή.
Στό καθημερινό φαγητό, νά λές νοερά:
Σ' εὐχαριστῶ, Οὐράνιε Πάτερ, γιά τό νερό καί τόν ἀέρα κι' αὐτά τά ἅγια δῶρα!
Ἐάν παιδεύεσαι ἀπό ἀρρώστια,
σκέψου ὅτι ὁποιοδήποτε φάρμακο δέν μπορεῖ νά σέ βοηθήση,
χωρίς τήν Χάρι τοῦ αἰωνίου καί Παναγίου Ἰατροῦ.
Κι ὅταν σέ πειρασμό εὑρίσκεσαι
εὐχαρίστησε μέ χαρά,
διότι βαδίζοντας τήν «στενή όδό»
πατεῖς στά «ἴχνη τοῦ Χριστοῦ».
Ἀπόσπασμα ἀπό ἐδῶ
