Ἡ Κρίσις τοῦ συγχρόνου Γάμου:
Ἀπὸ τὴν Μυσταγωγίαν τῶν Πατέρων εἰς τὴν ἀποδόμησιν τῆς Οἰκογενείας
Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου
Ὁ γάμος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ αἰῶνες βιώθηκε μέσα στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ὡς λιμάνι σωτηρίας, ὡς ἀπάνθρωπος ἀσκητικὸς στίβος καὶ ὡς ἕνα ἐπίγειο ἐργαστήριο ἁγιότητος, ἔχει μετατραπεῖ σὲ μιὰ προσωρινὴ «συμφωνία συμβίωσης» μὲ ἄτυπη ἡμερομηνία λήξης. Ἡ ἱερότητα ἔχει ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν χρησιμοθηρία, ἡ θυσία ἀπὸ τὸν ἀκραῖο ἐγωκεντρισμὸ καὶ ἡ πνευματικὴ συζυγία ἀπὸ μιὰ χαλαρὴ νομικὴ ἢ ψυχολογικὴ διευθέτηση, ποὺ διαλύεται μὲ τὴν πρώτη δυσκολία.
Ἡ τραγικὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ πνευματικὴ αἱμορραγία τοῦ ποιμνίου καὶ ἡ κατάρρευση τοῦ γάμου συμβαίνουν ἐντὸς τῶν τειχῶν, διευκολυνόμενες ἀπὸ τὴν πρωτοφανῆ ὀλιγωρία, τὴν ἀδιαφορία καὶ τὴν γραφειοκρατικὴ ἀποξένωση τῆς διοικούσας Ἐκκλησίας καὶ τῆς πλειονότητας τῶν ἐπισκόπων της.
Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ μέγεθος τῆς σημερινῆς πτώσης, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀναβαπτιστοῦμε στὰ νάματα τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ὁ γάμος εἶναι «μυστήριον μέγα», ὅπως διακηρύσσει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του (Ἐφεσ. 5:32), διότι εἰκονίζει καὶ ἐνσαρκώνει τήν σχέση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι μιὰ δυναμική, ὀντολογκὴ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ὅπου δύο ἑτερόκλητα πρόσωπα καλοῦνται νὰ ὑπερβοῦν τὴν διαιρεμένη καὶ φιλόζωη φύση τους καὶ νὰ γίνουν «σάρκα μία».
Ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν θεολόγος τοῦ γάμου καὶ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀναλύει μὲ μοναδικό τρόπο τὸ πνευματικὸ βάθος αὐτῆς τῆς ἕνωσης. Γιὰ τὸν ἱερὸ πατέρα, ὁ γάμος δὲν εἶναι ἕνας χῶρος ἀνέμελης εὐδαιμονίας, ἀλλὰ ἕνα στάδιο πνευματικοῦ ἀγώνα. Ἡ συζυγία ἀπαιτεῖ τὴν πλήρη κένωση — τὸ ἄδειασμα — τοῦ ἀτομικοῦ ἐγώ, ὥστε νὰ χωρέσει μέσα του ὁ ἄλλος. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος:
«Ὅταν γυνὴ καὶ ἀνὴρ εἰς ἓν ἔλθωσιν, οὐκ ἐπίγειον πρᾶγμα νομίζονται, ἀλλ᾿ εἰκόνα Θεοῦ αὐτοῦ».
Ὁ ἴδιος πατέρας, γνωρίζοντας την σκληρότητα τοῦ ἀνθρώπινου πειρασμοῦ, ἐπισημαίνει τὴν συνεκτικὴ δύναμη τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία δὲν βασίζεται στὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ ἢ στὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ στὴν πνευματικὴ δέσμευση:
«Οὐδὲν οὕτως ἰσχυρὸν πρὸς συνεκτικότητα βίου, ὡς γυναικὸς καὶ ἀνδρὸς ἀγάπη».
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, μὲ τὴν γνωστὴ ποιητικὴ καὶ βαθειά θεολογική του γλώσσα, προσεγγίζει τὸν γάμο ὡς μιὰ ὁδὸ πνευματικῆς ἀνυψώσεως. Ὁ γάμος δὲν καθηλώνει τὸν ἄνθρωπο στὰ γήινα, ἀλλὰ, ὅταν βιώνεται σωστά, τοῦ δίνει τὰ φτερά γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Δημιουργό του:
«Γάμος ἐστίν… κλείς σωφροσύνης, ἔρωτος ὁμόφρονος ἕλξις, πτερὸν πρὸς Θεὸν ὑψιπετῆσαν».
Παράλληλα, ὁ Ἅγιος Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἔρχεται νὰ ἀπαντήσει σὲ ὅσους, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ γνωστικὲς ἢ αἱρετικὲς τάσεις τῆς ἐποχῆς του, ὑποτιμοῦσαν τὸν γάμο ἔναντι τῆς ἀγαμίας. Συνδέει ἄμεσα τὴν συζυγικὴ ἑστία μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν παρουσία Του ἀνάμεσα στοὺς πιστούς:
«Τίσιν οὖν οἱ δύο καὶ τρεῖς συνηγμένοι εἰσὶν ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, παρὰ τίσιν ὁ Κύριος οὐκ ἔστιν; Τίνες δὲ οἱ δύο, εἰ μὴ ἀνὴρ καὶ γυνή;»
Στὴν πατερικὴ παράδοση, ὁ γάμος ἔχει σαφῆ ἀσκητικὸ χαρακτήρα. Ὅπως ὁ μοναχὸς δίνει ὑποσχέσεις ὑπακοῆς καὶ παρθενίας (μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀποκλειστικῆς ἀφιέρωσης στὸν Θεό), ἔτσι καὶ οἱ σύζυγοι δίνουν ὑπόσχεση ἀμοιβαίας ὑπακοῆς, πίστης καὶ κοινοῦ ἀγώνα. Ἡ φιλαυτία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἀπαίτηση νὰ περνάει πάντα τὸ δικό μας, θεωροῦνται οἱ κατ᾿ ἐξοχὴν ἐχθροὶ τοῦ γάμου. Ἡ θεραπεία τους δὲν βρίσκεται στὶς ψυχολογικὲς συμβουλές, ἀλλὰ στὴν μετάνοια, τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν μετοχὴ στὸ Ποτήριον τῆς Ζωῆς.
Στὸν ἀντίποδα αὐτῆς τῆς σταυροαναστάσιμης, θυσιαστικῆς καὶ μυσταγωγικῆς θεώρησης τοῦ γάμου, βρίσκεται ἡ σύγχρονη ἀμερικανικὴ καὶ εὐρωπαϊκὴ προπαγάνδα. Μὲ ὄχημα τὸν ριζοσπαστικὸ φεμινισμό, τὸν ἄκρατο δικαιωματισμὸ καὶ τὴν λατρεία τοῦ μεταμοντέρνου ναρκισσισμοῦ, τὰ δυτικὰ ἰδεολογικὰ κέντρα ἔχουν ἐξαπολύσει ἕνα ἀνηλεῆ, συστηματικὸ πόλεμο ἐναντίον τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας. Στόχος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ βελτίωση τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ ἡ πλήρης ἀποδόμηση καὶ ὀντολογικὴ παραποίηση τῆς ἕνωσης τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας.
Ἡ μεγαλύτερη διαστρέβλωση ποὺ ἐπέφερε ὁ ριζοσπαστικὸς φεμινισμὸς τῆς Δύσης ἦταν ἡ μεταφορὰ τῆς μαρξιστικῆς κοινωνιολογικῆς θεωρίας περὶ «πάλης τῶν τάξεων» μέσα στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας. Ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναικά ἔπαψαν νὰ ἀντιμετωπίζονται ὡς δύο συμπληρωματικὰ μέλη μιᾶς ἑνιαίας, ἀδιάσπαστης πνευματικῆς ὀντότητος καὶ μετατράπηκαν σὲ «ἀντίπαλα στρατόπεδα».
Ἡ πατερικὴ ἔννοια τῆς «ὑπακοῆς» καὶ τῆς «κένωσης» — ἡ ὁποία στὴν Ὀρθοδοξία ἀφορᾶ καὶ τοὺς δύο συζύγους, καθὼς ὁ ἕνας καλεῖται νὰ θυσιάζεται γιὰ τὸν ἄλλον — διαβάλλεται συστηματικὰ καὶ συκοφαντεῖται ὡς δῆθεν «πατριαρχικὴ καταπίεση» καὶ «ὑποδούλωση τῆς γυναικός». Ἡ δυτικὴ προπαγάνδα ἐμβολιάζει τὶς ψυχὲς τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων μὲ καχυποψία, ἐγωιστικὴ διεκδίκηση καὶ μιὰ διαρκὴ αἴσθηση ἀδικίας, καθιστώντας τὴν εἰρηνικὴ συμβίωση πρακτικὰ ἀδύνατη.
Παράλληλα, ἡ σύγχρονη δυτικὴ κουλτούρα χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν λατρεία τοῦ «Ἐγώ». Tὸ ὑπέρτατο ἀγαθὸ στὴν μεταμοντέρνα κοινωνία δὲν εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς, οὔτε ἡ προσφορά στόν πλησίον, ἀλλὰ ἡ λεγόμενη «αὐτοπραγμάτωση». Ὁ ἄνθρωπος γαλουχεῖται ἀπὸ τὰ μέσα ἐνημέρωσης, τὸν κινηματογράφο, τὰ κοινωνικὰ δίκτυα καὶ τὴν ψευδο-ψυχολογία μὲ τὸ δόγμα ὅτι τίποτα δὲν πρέπει νὰ στέκεται ἐμπόδιο στὴν προσωπική του εὐτυχία, τὴν καριέρα, τὴν ἀπόλαυση ἢ τὴν ἐλευθερία του.
Ὁ γάμος στὴν Δύση ἔχει ἀπογυμνωθεῖ πλήρως ἀπὸ κάθε μεταφυσικό, μυστηριακὸ βάθος. Ἔχει καταντήσει ἕνα καταναλωτικὸ προϊόν. Ὅπως ἀγοράζουμε μιὰ συσκευὴ μὲ ἐγγύηση καὶ τὴν πετᾶμε, ὅταν χαλάσει, ἐπειδὴ ἡ ἐπισκευή της κοστίζει, ἔτσι ἀντιμετωπίζεται καὶ ἡ συζυγικὴ σχέση. Ὅταν ὁ γάμος ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς μιὰ ψυχολογική, σεξουαλικὴ ἢ οἰκονομικὴ συναλλαγή, στερεῖται τῶν πνευματικῶν θεμελίων ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ἀντέξει στὶς καταιγίδες τῆς ζωῆς.
Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ πατερικὸ ἦθος ἀποτελεῖ μιὰ ζοφερὴ πραγματικότητα ποὺ ἀποτυπώνεται ἀνάγλυφα καὶ ἀμείλικτα στὴν γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν. Οἱ στατιστικὲς ἐκθέσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν (ἀπὸ τὴν ΕΛΣΤΑΤ καὶ τὴ Eurostat) ἀποκαλύπτουν τὸ μέγεθος τῆς δημογραφικῆς καὶ κοινωνικῆς καθίζησης ποὺ συντελεῖται στὴν πατρίδα μας.
Ἄν συγκρίνουμε τὴν κατάσταση τῶν περασμένων δεκαετιῶν — ἰδιαίτερα τῶν δεκαετιῶν τοῦ 1970 καὶ 1980, ὅταν ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, παρὰ τὶς ὅποιες ἀδυναμίες της, διατηροῦσε ἀκόμα στενοὺς ὀργανικοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τὸ κοινοτικὸ ἦθος — μὲ τὴν σημερινὴ πραγματικότητα, ἡ ἀνατροπὴ προκαλεῖ δέος καὶ τρόμο.
Τὶς περασμένες δεκαετίες, τὸ διαζύγιο ἀποτελοῦσε μιὰ σπάνια, ἔσχατη λύση ποὺ προκαλοῦσε κοινωνικὸ καὶ πνευματικὸ κλονισμό. Καταγράφονταν λιγότερα ἀπὸ 10 διαζύγια ἀνὰ 100 γάμους, γεγονὸς ποὺ ἀπεδείκνυε ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων εἰσερχόταν στὸ μυστήριο μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς ἰσόβιας δέσμευσης καὶ τῆς ἀμοιβαίας ὑπομονῆς.
Σήμερα, ἡ εἰκόνα ἔχει ἀνατραπεῖ πλήρως. Σύμφωνα μὲ τὰ πλέον πρόσφατα στατιστικὰ δεδομένα, στὴν Ἑλλάδα καταγράφονται πλέον περίπου 15.500 διαζύγια ἐτησίως. Tὸ νούμερο αὐτὸ ἀποκτᾶ ἀκόμη πιὸ ἐφιαλτικὲς διαστάσεις ἂν συνεκτιμηθεῖ μὲ τὴν δραματικὴ μείωση τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν γάμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πέσει κάτω ἀπὸ τὶς 37.000 ἀνὰ ἔτος. Αὐτὸ σημαίνει, μὲ ἁπλὰ μαθηματικά, ὅτι σχεδὸν 1 στοὺς 2.5 γάμους ποὺ τελοῦνται στὴν πατρίδα μας καταλήγει ὁριστικὰ στὴν διάλυση.
Ἡ ἄμεση, ἡ πιὸ τραγικὴ συνέπεια αὐτῆς τῆς ἐπιδημίας διαζυγίων εἶναι ἡ ραγδαία αὔξηση τῶν μονογονεϊκῶν οἰκογενειῶν, ποὺ ἀποτελοῦν πλέον τὸ 9% τοῦ συνόλου τῶν νοικοκυριῶν μὲ ἐξαρτώμενα παιδιὰ στὴν Ἑλλάδα.
Τὰ σύμφωνα συμβίωσης ξεπερνοῦν πλέον τὰ 14.000 ἐτησίως, παρουσιάζοντας ἐκρηκτικὴ αὐξητικὴ τάση. Tὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι πλέον ἀποφεύγουν ἐσκεμμένα τὴν μυστηριακὴ εὐλογία καὶ τὴν πνευματικὴ δέσμευση. Ἐπιλέγουν μιὰ καθαρὰ νομική, εὔκολα ἀνακλητὴ διευθέτηση, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ λυθεῖ μὲ μιὰ ἁπλὴ ἐπίσκεψη σὲ συμβολαιογράφο, ἀποδεικνύοντας ὅτι εἰσέρχονται στὴ σχέση μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς εὔκολης φυγῆς.
Tὸ πιὸ ἐπώδυνο, τὸ πιὸ σκανδαλῶδες, ὅμως, κομμάτι τῆς κρίσης ἐντοπίζεται ἀλλοῦ: στὴν ὀλιγωρία, τὴν ἀδιαφορία, τὴν πνευματικὴ νωθρότητα καὶ τὴν γραφειοκρατικὴ ἀποξένωση τῆς ἴδιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας.
Ἡ πρώτη μεγάλη προδοσία συντελεῖται μὲ τὴν ἀνοχὴ — ἂν ὄχι μὲ τὴν ἐνθάρρυνση — τῆς πλήρους ἀποϊεροποίησης τοῦ ἴδιου τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου.
Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σοβαρὲς ποιμαντικὲς παραλείψεις τῆς διοικούσας Ἐκκλησίας εἶναι ἡ παντελὴς ἔλλειψη σοβαρῆς, συστηματικῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς προετοιμασίας τῶν νέων γιὰ τὸν γάμο. Στὶς περισσότερες Μητροπόλεις τῆς χώρας, οἱ λεγόμενες «Σχολές Γονέων» ἢ τὰ σεμινάρια προετοιμασίας νέων ζευγαριῶν εἴτε εἶναι ἐντελῶς ἀνύπαρκτα, εἴτε λειτουργοῦν ὡς διακοσμητικὰ σχήματα, στὰ χαρτιά, γιὰ νὰ παρουσιάζεται ἁπλῶς ἕνα ὑποτιθέμενο ἔργο στὶς ἐκθέσεις πεπραγμένων.
Ἡ πιὸ τραντακτὴ ἀπόδειξη τῆς ὀλιγωρίας καὶ τῆς πνευματικῆς ἀναλγησίας τῶν ἐπισκόπων βρίσκεται στὸν τρόπο λειτουργίας τῶν Πνευματικῶν Δικαστηρίων, τῶν ὀργάνων δηλαδὴ ποὺ εἶναι ἐπιφορτισμένα μὲ τὴν ἐξέταση τῶν αἰτήσεων διαζυγίου καὶ τὴν ἔκδοση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ διαζυγίου.
Τὰ Πνευματικὰ Δικαστήρια στὶς περισσότερες Μητροπόλεις ἔχουν καταντήσει μιὰ διεκπεραιωτική, ψυχρή, γραφειοκρατικὴ ρουτίνα, ἕνα ἁπλὸ «σφαγεῖο» ἱερῶν δεσμῶν. Οἱ σύζυγοι δὲν βλέπουν ποτὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου τους. Οἱ ὑποθέσεις ἐξετάζονται μαζικά, μέσα ἀπὸ φακέλους καὶ ἔγγραφα ποὺ ὑποβάλλουν οἱ δικηγόροι. Ἡ Ἐκκλησία «σηκώνει τὰ χέρια ψηλά» μὲ χαρακτηριστική, ἐγκληματική εὐκολία. Ἀντὶ νὰ πολεμήσει γιὰ τὴν σωτηρία τῆς οἰκογένειας, ὁ ἐπίσκοπος ὑπογράφει τὸ ἐκκλησιαστικὸ διαζύγιο μὲ τὴν ἴδια ψυχρότητα καὶ ταχύτητα ποὺ ἕνας δημόσιος ὑπάλληλος σφραγίζει ἕνα πιστοποιητικὸ γέννησης ἢ θανάτου. Ἡ γραφειοκρατία ἔχει καταπιεῖ τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη, καὶ ἡ πνευματικὴ ὀρφάνια τοῦ ποιμνίου ὁλοκληρώνεται.
Ἡ προστασία τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας, ἡ ἐπιστροφὴ στὸ θυσιαστικό, σταυρικὸ ἦθος τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μιὰ ρομαντικὴ πολυτέλεια ἢ μιὰ συντηρητικὴ ἐμμονή. Εἶναι ζήτημα πνευματικῆς ἐπιβίωσης, εἶναι τὸ μεγάλο στοίχημα τοῦ μέλλοντός μας. Ἂς ἀναλάβει ὁ καθένας τὶς εὐθύνες του, προτοῦ ἡ ἱστορία μᾶς καταδικάσει γιὰ ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία.