Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΤΙΤΩΡ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΡΙΜΕΤΣ ΑΡΧΙΜ. π. ΔΟΜΕΤΙΟΣ

Τό ἀρχαιότερο πνευματικό καθίδρυμα στά βουνά τῆς Δυτικῆς Ρουμανίας, πού λέγεται Τρανσυλβανία, εἶναι τό μοναστήρι Ριμέτς, ὄνομα πού προέρχεται ἀπό παραφθορά τῆς ἑλληνικῆς λέξεως ἐρημίτης, πού σημαίνει ὅτι παλαιά ἐκεῖ ἀσκήτευαν πολλοί ἐρημίτες.

Ἡ πέτρινη μικρή ἐκκλησία τῆς μονῆς εἶναι κτισμένη ἐπάνω στήν θαυματουργική πηγή, μία πηγή πού τρέχει νερό μέχρι σήμερα κάτω ἀπό τό Ἱερό Βῆμα καί μπροστά ἀπό τήν Ἁγία τράπεζα. Ἐκεῖ πλήθη Πιστῶν ἔρχονται γιά νά πάρουν ἁγίασμα πρός θεραπείαν τους.

Διά μέσου τῆς μακραίωνης ἱστορίας του τό μοναστήρι ἐπέρασε πολλές περιπέτειες καί δοκιμασίες, ἐνῶ στήν περίοδο τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ἐρημώθηκε τελείως.

Αὐτός ὁ ὁποῖος ἐπανέφερε  τήν ζωή στήν μονή ἦτο ὁ ἱερομόναχος πατήρ Δομέτιος, τόν ὁποῖον καί ἐγνώρισα προσωπικά.  Κοντός στό ἀνάστημα, μέ πραεῖα μορφή καί καρδιά γεμάτη ἀπό καλωσύνη, ἐκλεκτό δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ταπεινός καί  πλήρης ἀγάπης γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἔζησε μόνο 51 χρόνια, ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ Παροιμιαστής, σέ ὀλίγα χρόνια ἐξεπλήρωσε χρόνους μακρούς. Μέ πίστι καί ἀκαταπόνητο ζῆλο, σέ λίγα χρόνια κατώρθωσε τό ἔρημο μοναστήρι, νά τό ἀνασυστήση καί πνευματικά καί ὑλικά. Ἄφησε αἰώνια τήν μνήμη του στά γύρω χωριά, τῶν ὁποίων ἦτο Πνευματικός πατήρ. Ὁ τάφος του, μπροστά ἀπό τά καλογερικά κελλιά τῶν μοναζουσῶν εἶναι πάντοτε στολισμένος μέ λουλούδια καί κεριά, τά ὁποῖα καίγουν τριγύρω ἡμέρα καί νύκτα. Ἔρχονται οἱ ἑκατοντάδες Πιστοί πού τά ἀνάβουν καί κλαῖνε στό μνῆμα του, ζητῶντας συμβουλές καί τοῦ ἐξομολογοῦνται σάν νά τόν βλέπουν μπροστά τους ζωντανό, ἀπαρηγόρητοι ἀπό τόν αἰφνίδιο χαμό του, διότι, ὅταν ζοῦσε ἦτο σέ ὅλους πατέρας, ἀδελφός καί ποιμήν πνευματικός.

Ὁ σταυρός ἐπάνω στόν τάφο του γράφει: «Ἀρχιμανδρίτης Δομέτιος Μανωλάκε, 1924-1975. Ἐδῶ ἀναπαύεται ἐν εἰρήνῃ, προσδοκῶν ἀνάστασιν ὁ ἀρχιμανδρίτης Δομέτιος Μανωλάκε, ἱδρυτής τῆς μονῆς Ριμέτς, τοῦ νομοῦ Ἄλμπα, Πνευματικός τῆς μοναχικῆς αὐτῆς Ἀδελφότητος τῶν μοναζουσῶν καί πνευματικός πατήρ πολλῶν Χριστιανῶν τῶν περιχώρων...».

            Μετά ἀπό τόσες δεκαετίες ἀπό τοῦ θανάτου του, ἡ παρουσία του εἶναι αἰσθητά δυνατή στήν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς καί οἱ μοναχές ἔχουν νά διηγοῦνται θαυμαστά ἔργα ἀπό τήν ζωή του, ἀνάμεσα στά ὁποῖα ἀκολουθοῦν μερικά ἀπ᾿ αὐτά γιά νά μᾶς δείξουν τήν πνευματική μορφή τοῦ π. Δομετίου.

«Κάποιο καλοκαίρι, μᾶς διηγεῖται ἡ ἡγουμένη Ἰεροσολύμα, εἶχε βρέξει πολύ καί ὁ ποταμός, πού εἶναι ἀπέναντι ἀπό τήν μονή μας, εἶχε σχεδόν πλημμυρίσει ἀπό θορυβώδη νερά. Δέν ὑπῆρχε μία γέφυρα, παρά μόνο μία ξύλινη κρεμαστή στενή γέφυρα. Ἦτο Κυριακή καί, μετά τήν Θεία Λειτουργία, οἱ Πιστοί πού ἦσαν στήν Μονή γιά τήν Ἀκολουθία, ἔπρεπε νά γυρίσουν στά σπίτια τους. Στό τέλος τούς ἀκολουθοῦσε καί ὁ π. Δομέτιος φορώντας ἐπιτραχήλιο καί φαιλόνιο διότι μετέφερε τά Ἄχραντα Μυστήρια σ᾿ ἕνα ἀσθενῆ κάποιου ἐκεῖ χωριοῦ. Ὅταν ἔφθασαν σ᾿ αὐτή τήν κρεμαστή γέφυρα, οἱ Πιστοί περνοῦσαν μέ προσοχή ἕνας-ἕνας καί μέ πολύ φόβο ἐξ αἰτίας τοῦ πλημμυρισμένου χειμάρρου. Ἀλλά, παρ᾿ ὅλη τήν προσοχή τους, μία γυναῖκα δυσκίνητη ἐγλύστρησε καί ἔπεσε μέσα στόν χειμαρρώδη ποταμό. Ποιός τώρα νά πέση μέσα νά τήν βγάλη; Χωρίς καθόλου νά σκεφθῆ ὁ π. Δομέτιος, ντυμένος, ὅπως ἦτο μέ τά ἱερά ἄμφιά του, ἔδωσε σ᾿ ἕνα παιδάκι τό Ἅγιο Ποτήριο καί ἐπήδησε μέσα στόν ποταμό. Ἔφθασε κοντά στήν γυναῖκα, τήν ἔπιασε καί τήν ἔβγαλε στήν ἀπέναντι ὄχθη.

-Πῶς ἐπήδησες, πάτερ, σέ τέτοια χειμαρρώδη νερά; Τόν ἐρώτησαν ἔκθαμβοι οἱ Χριστιανοί.

-Καί πῶς ν᾿ ἀφήσω νά πνιγῆ αὐτή ἡ Χριστιανή μας καί μετά νά παραμείνουν τά παιδιά της ὀρφανά; Τούς ἀπήντησε...

 

Ἦτο Παρασκευή, ἡ ἡμέρα μιᾶς ἑβδομάδος, μᾶς διηγεῖται ἡ ἡγου­μένη. Τήν ἑπομένη, ἡμέρα Σάββατο, ἔπρεπε νά πληρώσουμε τούς ἐργάτες μας, πού ἐργάζοντο γιά τήν ἀνακαίνισι τῶν κτιρίων τῆς μονῆς μας. Μᾶς χρειαζόταν τό ποσό τῶν 5.100 λέϊ.

-Τί θά κάνουμε, Πανοσιώτατε; Τόν ἐρωτοῦσα ἐγώ μέ δάκρυα καί ἀγωνία. Αὔριο εἶναι ἡμέρα πληρωμῶν καί ἐμεῖς δέν ἔχουμε οὔτε ἕνα λέϊ στό ταμεῖο τῆς μονῆς μας.

-Γιατί εἶσαι ἄπιστη; Μέ ἐρωτοῦσε ἐπιτιμητικά ὁ Πατήρ. Ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία μᾶς ἐβοήθησε τόσες φορές, δέν θά μᾶς ἀφήση καί τώρα.

Τό Σάββατο τό πρωΐ, ὁ π. Δομέτιος ἐπῆγε στήν ἀγορά, στό γειτονικό χωριό γιά διάφορα ὀψώνια. Ἐνῶ ἔφευγε, τόν ἐρώτησα καί πάλι μέ ἀγωνία:

-Τί θά κάνουμε, Πανοσιώτατε; Σήμερα πρέπει νά πληρώσουμε τούς ἐργάτες μας.

-Πήγαινε στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας στήν ἐκκλησία. Προσευχήσου μέ πίστι καί αὐτή δέν θά μᾶς ἀφήση...

Ἐπῆγα ἐγώ στήν Εἰκόνα της, προσκύνησα, μᾶς διηγεῖται ἡ ἡγουμένη, κατόπιν ἐπῆγα στίς δουλειές μου μέ βαρειά τήν ψυχή μου. Τό μεσημέρι, ὅταν ὁ π. Δομέτιος ἐπέστρεψε στό μοναστήρι, ἦλθα μπροστά του στενοχωρημένη.

-Προσκύνησες τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου; Μ᾿ ἐρώτησε καί ἐρχόταν πρός τό μέρος μου.

-Τήν προσκύνησα, τοῦ ἀπήντησα ἐγώ μέ μισάκλειστα τά χείλη, ἀλλά ἡ προσευχή μου εἶναι ἀδύνατη καί δέν πρόκειται νά γίνη τίποτε.

Ἐνῶ συζητούσαμε στόν δρόμο, μπροστά στό μοναστήρι καί ἀπεναντι ἀπό τό ποτάμι, εἴδαμε ὅτι ἕνα μικρό αὐτοκίνητο ἔμπαινε στήν αὐλή τῆς μονῆς μας. Ὁ πατήρ μοῦ εἶπε χαρούμενος:

-Τά χρήματα πού ζητᾶμε ἔρχονται τώρα!

Ἀπό τό αὐτοκίνητο κατέβηκε μία κυρία καί ἦλθε πρός τό μέρος μας. Γνωρισθήκαμε μεταξύ μας. Ἦτο μία κυρία ἀπό τό Βουκουρέστιο, ἡ ὁποῖα μᾶς εἶπε τά ἑξῆς:

-Εἶχα μεγάλες δυσκολίες στήν οἰκογένειά μου. Παρεκάλεσα τόν Θεό νά μέ βοηθήση, ὑποσχόμενος νά δώσω ἕνα ποσό χρημάτων σέ μιά ἐκκλησία, ἐάν θά λυτρωθῶ ἀπό τά βάσανά μου. Ὁ Καλός Θεός μέ βοήθησε καί τά προβλήματά μου ἐπῆραν καλλίτερη πορεία. Σκέφθηκα τότε τό ποσό αὐτό νά τό δώσω στό μοναστήρι Τσερνίκα (ἀνδρικό, 12 χιλιόμετρα ἔξω ἀπό τό Βουκουρέστι). Τήν νύκτα ἐκείνη ὅμως, μοῦ ἐμφανίσθηκε στό ὄνειρο μία μεγαλόπρεπη Κυρία, ἐνδεδυμένη πολύ ὡραῖα καί μοῦ εἶπε: «Ὄχι στήν μονή Τσερνίκα, ἀλλά  στό Ριμέτς νά δώσης τά χρήματα, διότι ἐκεῖ ἔχουν ἀπόλυτη ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτά».

Ἐγώ δέν εἶχα ἀκούσει γι᾿ αὐτό τό μοναστήρι μέχρι τώρα, ἀλλά ἐνδιαφέρθηκα νά μάθω ποῦ εἶναι καί ἦλθα γιά νά ἐκπληρώσω τήν ὑπόσχεσί μου.

Κατόπιν ἔβγαλε ἕνα φάκελλο, μοῦ τόν ἔδωσε λέγοντάς μας:

-Νά τόν ἀνοίξετε μετά τήν ἀναχώρησί μου.

Ἐπῆρα τόν φάκελλο καί εὐχαρίστησα τήν κυρία, ἡ ὁποία ἀνέβηκε στό αὐτοκίνητό της καί ἀνεχώρησε. Ἅπλωσα τό χέρι μου νά δώσω τόν φάκελλο στόν π. Δομέτιο, ἀλλά ἐκεῖνος δέν τόν δέχθηκε καί μοῦ εἶπε:

-Πήγαινε νά τόν βάλης μπροστά στήν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, διότι αὐτή μᾶς ἔστειλε αὐτά τά χρήματα.

Ἐπήγαμε μαζί στήν ἐκκλησία, ἔβαλα τόν φάκελλο στήν Εἰκόνα μπροστά. Τήν ἐπροσκυνήσαμε καί κατόπιν τόν ἀνοίξαμε. Ἦσαν μέσα 5.000 λέϊ.

Μέ δάκρυα στά μάτια εὐχαρίστησα τήν Κυρία Θεοτόκο γιά τήν βοήθειά της. Τώρα εἴχαμε μέ τί νά πληρώσουμε τούς ἐργάτες μας. Μᾶς ἐχρειάζοντο ἀκόμη 100 λέϊ. Ὅμως μετά ἀπό λίγη ὥρα ἦλθε ἕνας Χριστιανός ἀπό κάποιο χωριό. Μᾶς ἔδωσε ἕνα χαρτί μέ ὀνόματα γιά μνημόσυνο καί 100 λέϊ. Ἔτσι τό ἀπόγευμα εἴχαμε ἤδη στά χέρια μας τό ποσό πού ἠθέλαμε. Ὁ Καλός Θεός καί ἡ Μητέρα Του Κυρία Θεοτόκος ἔκαναν τό θαῦμα τους μέ τήν δυνατή πίστι τοῦ π. Δομετίου καί τήν βαθειά του εὐλάβεια πρός τήν Κυρία Θεοτόκο.

Ἀπέθανε ὁ π. Δομέτιος ἐπάνω στούς κόπους τῶν πολλῶν καθη­κόντων του. Εἶχε βρέξει κάποια φορά πάρα πολύ καί ὁ π. Δομέτιος ἐπήγαινε μέ ἀρκετές ἀδελφές στό γειτονικό χωριό νά πάρουν καί μεταφέρουν τρόφιμα καί ἄλλα πράγματα γιά τήν μονή μας. Αὐτοκίνητο δέν ἐρχόταν στήν μονή ἐξ αἰτίας τῶν συχνῶν βροχοπτώσεων καί πλημμυρῶν. Καθ᾿ ὁδόν ἔλεγε στίς Ἀδελφές ὅτι εἶδε ἕνα ὡραῖο ὄνειρο, ἀλλά δέν τούς τό εἶπε. Ἔφθασαν στό χωριό, ἐπῆραν τά χαρτόκουτα μέ τά τρόφιμα. Ὁ π. Δομέτιος ἐπῆρε δύο ἀπό τά μεγαλύτερα κουτιά, τά ἔβαλε στήν πλάτη του καί ἀνεχώρησαν γιά τό μοναστήρι. Ὅταν ἔφθασαν στήν ξύλινη κρεμαστή γέφυρα, ὁ πατήρ ἐκάθισε λίγο κάτω, δίπλα στό νερό καί...δέν σηκώθηκε. Ἔπασχε ἀπό ἆσθμα. Τόν μετέφεραν οἱ Ἀδελφές στό μοναστήρι μέ δάκρυα καί στεναγμούς. Στήν ταφή του παραβρέθηκε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ἄλμπα Ἰούλια Αἰμιλιανός, περισσότεροι ἀπό 100 ἱερεῖς καί χιλιάδες Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νά διανύσουν μεγάλες ἀποστάσεις  ἀλλάζοντας συνεχῶς κατευθύνσεις, λόγῳ τῶν πολλῶν βροχῶν ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶχαν πλημμυρίσει τά ποτάμια. Ροῦχα γιά τόν ἐνταφιασμόν του , τοῦ ἔδωσαν δύο ἄλλοι ἱερεῖς τοῦ μοναστηριοῦ, διότι αὐτός δέν εἶχε παρά τά ροῦχα πού φοροῦσε. Τά εἶχε δώσει ὅλα ἐλεημοσύνη στούς πτωχούς τῶν γύρω χωριῶν.

Ἡ θερμή πίστις του, ἡ ἀγάπη του γιά τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους μέχρι θυσίας, ἡ βαθειά του ταπείνωσις καί ἡ ἐλεήμων καρδία του, μέ ὅλα αὐτά ἦτο στολισμένη ἡ ψυχή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Δομετίου. Ὄχι μόνο γιά τήν Ἀδελφότητα, ἀλλά καί γιά τούς Χριστιανούς τῶν γύρω σκορπισμένων μέσα στά δάση χωριῶν, ὁ π. Δομέτιος ἦτο ὁ ἀκούραστος διάκονος τῆς ἀγάπης  στήν κάθε ἀνάγκη τους, στήν ἀσθένειά τους, στήν συμφορά τους, γιά τήν ἐξομολόγησί τους, χωρίς νά ξεκουράζεται ἐνίοτε τίς νύκτες.

Ἐκοπίασε σάν ἕνας καλός ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ καί τώρα ἀναπαύεται μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους στήν χαρά τοῦ Κυρίου του.

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά. Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου