Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Ἡ ἔρημος – «Ποθεν ἡμιν ἐν ἐρημια ἄρτοι τοσουτοι ὥστε χορτασαι ὄχλον τοσουτον;» (Ματθ. 15, 33)

Ακολουθει μοι.ινΠεριληπτικὲς μεταγλωττίσεις
βιβλίο «Ἀκολούθει μοι» τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
1965 Ἡ ἔρημος –

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2744

Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,14-22)
26 Ἰουλίου 2026

Ἡ ἔρημος

«Ποθεν ἡμιν ἐν ἐρημια ἄρτοι τοσουτοι ὥστε χορτασαι ὄχλον τοσουτον;» (Ματθ. 15,33)

Στὴν ἔρημο καὶ πάλι ὁ Κύριος. Μαζὶ καὶ οἱ μαθηταί. Ἀλλὰ ἡ παρουσία του μέσα στὸν κόσμο ἦταν τόσο εὐεργετική, ὥστε ἡ ἀπουσία του, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, γινόταν αἰσθητή. Δὲν ἔκαναν χωρὶς αὐτόν. Τὸν ἤθελαν πάντα κοντά τους, νὰ τὸν βλέπουν, ν᾽ ἀκοῦνε τὴ φω­­νή του, νὰ χαίρωνται τὴν εὐλογία του. Πόσο διαφορετικὰ ἔ­νιω­θαν ὅ­ταν ἦταν κοντὰ στὴ θεανδρι­κὴ προσωπικότητά του! Γι᾽ αὐτό, μόλις πληροφορήθηκαν ὅτι βγῆκε στὴν ἔρημο, τὸν ἀναζήτησαν· καὶ δὲν ἄργησαν ν᾽ ἀ­νακαλύψουν ποῦ εἶχε ἀποσυρθῆ. Ἡ εἴδησι μεταδό­θηκε. Πυκνὰ πλήθη ἄφηναν τὰ σπίτια, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, ἄρρωστοι ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ δι­άφορες ἀσθένειες μα­ζεύτηκαν. Χιλιάδες λαός. Ἡ ἔρημος μεταβλήθηκε σὲ πόλι.

Καὶ ὁ Ἰησοῦς βλέποντας τὸ λαὸ στὴν ἔρημο, ἔ­νιωσε εὐ­σπλαχνία· ἀντὶ νὰ καθοδηγοῦν­ται καὶ νὰ προ­στατεύωνται ἀπὸ τοὺς διδασκάλους τοῦ Ἰσρα­ήλ, ἦταν ἐγκαταλελειμμένοι, σὰν πρόβατα χωρὶς ποιμένα. Νά ὅμως τώρα ὁ καλὸς Ποιμέ­νας! Καὶ τὰ πρόβατα ἀκοῦνε τὴ φωνή του καὶ ἔρχονται κον­τά του. Τροφὴ τῶν ἀ­λόγων προβάτων ἡ χλόη· καὶ τροφὴ τῶν λογι­κῶν προβάτων; Ἡ θεία διδαχή. Διψασμένα, πεινασμένα τὰ λογικὰ πρόβατα, εὕρισκαν στὸ Χριστὸ ὅ,τι ζητοῦ­σαν. Κ᾽ ἐκεῖνος ἄρ­χισε στὴν ἔρημο τὸ ἔργο του· δίδασκε καὶ θεράπευε.
Ὁ ἥλιος πήγαινε νὰ βασιλέψῃ, μὰ ὁ Κύριος συνέχιζε. Καν­ένας ἀ­πὸ τὸ πλῆθος δὲν ἔδειχνε διάθε­σι νὰ φύγῃ· ὅλοι ἀφωσιωμένοι στὴ διδαχή. Ἀκούγον­τας εἶχαν μεταρσι­ωθῆ σ᾽ ἕναν ἀνώτερο πνευμα­τικὸ κόσμο, ζοῦσαν στιγμὲς θεϊκῆς εὐφροσύνης, εἶ­χαν λησμονήσει τὸν ἑαυτό τους. Φανταστῆτε· τρεῖς μέρες ἦ­ταν νη­στι­κοί! Κι ὅμως παράπονο δὲν ἀκούστηκε. Ὅ­σο τὸ πνεῦ­μα τρέφεται, τόσο τὸ σῶμα γίνεται λιγώτερο ἀ­παιτητι­κό· σὲ μερι­κὲς περιπτώσεις ἁγίων λησμονεῖ καὶ φαγητὸ καὶ ποτὸ καὶ ὕπνο. Ἀλλ᾽̓ ὅταν τὸ πνεῦ­μα παύσῃ νὰ τροφοδοτῆται μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ ἄν­θρωπος γίνεται ὅ­λος ὕλη, ὅ­λος στομάχι καὶ κοιλιά, καὶ τίποτ᾽ ἄλλο δὲν σκέπτεται παρὰ πῶς θὰ ἱκανοποιήσῃ τὶς αἰ­σθήσεις.
Ἐνῷ ὅμως οἱ ὄχλοι δὲν ἔδειχναν καμμιά ἀνησυχία, οἱ μαθηταὶ ἐπεμβαίνουν. Λένε στὸν Κύριο· –Ἔ­ρη­μος εἶν᾽ ὁ τό­πος κ᾽ ἡ ὥρα πε­ρασμένη· ὁ ἥλιος πάει νὰ βασιλέψῃ. Καιρὸς νὰ τοὺς ἀ­πο­λύσῃς, νὰ πᾶνε στὶς κον­τινὲς πόλεις ν᾽ ἀ­γοράσουν ἄρ­τους. Ὁ Κύριος λέει· –«Δότε ὑ­μεῖς αὐ­τοῖς φαγεῖν». Μὰ οἱ μαθηταὶ δὲν εἶχαν μαζί τους παρά μόνο πέντε ἄρτους κριθα­ρένιους καὶ δύο ψάρια· τί νὰ σοῦ κάνουν αὐτά; Κ᾽ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κόψουν σὲ κομματάκια τοὺς ἄρτους, καθένας ἀπὸ ᾽κεῖ­νες τὶς χιλιάδες οὔτε ψίχουλο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πάρῃ.
Φυσικὸ εἶνε ν᾽ ἀποροῦν γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή. Ἀλλ᾽ ὁ Κύρι­­ος προστάζει νὰ φέρουν ἐμ­πρός του τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια. Ὑ­ψώνει τὸ βλέμμα στὸν οὐρανό, τὰ εὐλογεῖ, τὰ κό­βει σὲ κομμάτια, δίνει στοὺς μαθητάς, κι αὐτοὶ ἀρχίζουν νὰ μοιράζουν στοὺς ὄχλους ποὺ κατ᾽ ἐντολήν του ἔ­χουν στρωθῆ κατὰ̓ ὁμάδες στὸ χορτάρι. Διανέμουν, καὶ τὰ κομμά­τια δὲν ἐξαν­τλοῦνται. Ὅλοι όσοι βρέθηκαν ἐκεῖ πῆραν καὶ χόρτασαν. Καὶ ἦταν γύρω στὶς πέντε χιλιάδες ἄν­τρες, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ πρέπει νά ᾽ταν διπλάσιοι.
Τὸ νὰ χορτάσῃ τόσος λαὸς μὲ πέν­τε ἄρτους καὶ δύο ψά­ρια εἶνε θαῦμα ποὺ πολλοὶ δὲν θέλουν νὰ τὸ πιστέψουν. Ἀ­ποροῦν, γιατὶ σκέπτονται μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική, ἡ ὁ­ποία κρίνει τὸ θαῦ­μα αὐτὸ –καὶ μόνο αὐτό;– ἀπαράδεκτο. Ἀλλὰ γιὰ ὅποιον πιστεύει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός, τὸ θαῦ­μα αὐτό, καὶ κάθε ἄλλο, ἦταν δυνατά. Για­τὶ τί εἶ­νε δυσ­κολώτερο, ἡ δη­μιουργία τῆς ὕλης ἀπὸ τὸ μηδέν, ἢ τὸ νὰ βγῇ ἀ­πὸ ὑπάρχου­σα ὕλη νέα ὕλη; Ἀ­σφαλῶς τὸ πρῶτο. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος ὡς Θεὸς ἐποίησε τὸ δυσκολώ­­τερο, δημιούργησε στὴν Ἑξαήμερο ὕλη ἐκ τοῦ μηδε­νός, δὲν μπορεῖ ἀπὸ τὴν ὕλη ἐκείνη νὰ δημιουργήσῃ τώρα διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ ἄλλη ὕλη;
Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, λέει ὁ Χρυσόστομος, νὰ δημιουρ­γήσῃ κ᾽ ἐδῶ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀμέτρητους ἄρτους καὶ ψάρια. Δὲν τὸ ἔκανε· ἤθελε ν᾽ ἀποστομώσῃ αἱρετι­κοὺς ὅπως ὁ Μαρκί­ων, ποὺ διδάσκουν ὅτι ἡ ὕλη δὲν εἶνε δημιούργημα τοῦ καλοῦ ἀλλὰ τοῦ κακοῦ θεοῦ. Ὄχι. Καὶ ἡ ὕλη εἶνε δημιούργη­μα τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου Θεοῦ. Δὲν εἶνε μισητὴ καὶ ἀπόβλητη· ἀ­πόδειξις τὸ θαῦμα τοῦτο (Εἰς τὸ κατὰ Ἰω., ὁμ. ΜΒ΄· P.G. 59,239 κ.ἑ.).
Ἐδῶ βέβαια ἔχουμε ἕνα μυστήριο ποὺ μένει ἀκατανό­ητο. Καὶ μήπως εἶνε τὸ μόνο; Πῶς –γιὰ ν᾽ ἀναφέ­ρω ἕνα παράδει­γμα– μέσα σ᾽ ἕνα κόκκο σίτου ὑπάρχει κλεισμένη τόση δύνα­μι, ὥστε αὐτή, ὑπὸ κατάλ­ληλες συν­θῆκες, νὰ μπορῇ νὰ κάνῃ τὸ θαῦμα ποὺ βλέπουμε κάθε χρόνο ὅταν πρασινίζουν οἱ κάμ­ποι ἀπὸ στάχυα; Δυστυχῶς αὐ­τὸ ποὺ βλέπου­με τὸ θέρος δὲν τὸ σκεπτόμαστε, δὲν θαυ­μά­ζουμε· δὲν ῥω­τᾶμε, πῶς ἀπὸ ἕνα κόκκο σίτου, ἕνα σπόρο ποὺ πέφτει στὴ γῆ καὶ σαπίζει, προέρ­χεται ἕνας ὡ­ραιότατος στάχυς μὲ πλῆθος ὅμοιους κόκκους; Ποιός ἐγκατέστησε τὸ μυστηριῶδες αὐτὸ ἐργοστάσιο, ὥστε ἐπὶ αἰῶνες τώρα καὶ χιλιετίες νὰ παράγῃ ἀπὸ τὴν ἴδια γῆ, ἀπὸ τὰ ἴδια χώ­ματα, ἀν­υπολόγιστες ποσότητες, ποὺ ἔθρεψαν τρέφουν καὶ θὰ τρέφουν δισεκατομμύρια ἀνθρώπους;
Ἀλλὰ τώρα, ἀφήνοντας πολλὲς ἄλ­­λες διδακτικὲς λεπτο­μέ­­ρειες, θέλω γιὰ τὸ σκοπό μας νὰ ἐπιστήσω τὴν προσο­χή σας σὲ μία λεπτομέρεια τοῦ θαύματος. Καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ ἀ­πορία ποὺ ἐπρόβαλαν οἱ μαθηταὶ ἐν σχέσει μὲ τὸν ἐπισιτισμὸ τόσου λαοῦ. Ἀπορία, ποὺ καὶ σὲ ἄλλη περίπτωσι, στὸν χορτασμὸ τεσσάρων χιλιάδων μὲ «ἑπτὰ ἄρτους καὶ ὀλίγα ιχθύδια» (Ματθ. 15,32-39. Μάρκ. 8,1-9), προέβαλαν λέγοντας· «Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦ­τοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;». Καὶ ἡ ἀπορία αὐ­τὴ εἶνε μία ἀπόδειξι τῆς ἀτελοῦς πίστεως ποὺ εἶχαν γιὰ τὸν Ἰησοῦ οἱ μα­θηταί. Εἶχαν ἐμπρός τους τὸ Θεό, τὸν δημιουργὸ τοῦ παν­τός, τὸν τροφέα τῆς κτίσεως, ποὺ «ἀ­νοίγει τὴν χεῖρά του καὶ ἐμπιμ­πλᾷ πᾶν ζῷον εὐ­δοκίας» (Ψαλμ. 103,28), καὶ ἀποροῦσαν! Ἔ­πρεπε νὰ συμ­βῇ τὸ θαῦμα αὐτό, γιὰ νὰ πάρουν μία εἰ­κό­να τῆς παντοδυ­ναμίας τοῦ Ἰησοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἀπορία τους ἐξακολουθεῖ νὰ εἶνε καὶ ἀπορία ἐκείνων ποὺ εἶνε σήμερα ἐπιφορτισμένοι μὲ τὸ καθῆκον τοῦ ἐπισιτισμοῦ, ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ, τοῦ λαοῦ.
Καὶ γιὰ μὲν τὸν ὑλικὸ ἐπισιτισμὸ ἀκοῦμε νὰ λένε· Ὁ πληθυσμὸς τῆς Γῆς συνεχῶς αὐξάνει. Πλησιάζει τὰ 4 δισεκατομ­μύρια· τῷ 2.000 θὰ ἔχῃ ὑπερβῆ τὰ 6. Τί θὰ γίνουμε; πῶς θὰ ζή­σῃ τόσος κόσμος; Πρὶν ἐνσκήψῃ ἡ συμφορὰ τοῦ λιμοῦ, τῆς με­γάλης πείνας ποὺ θὰ θερίζῃ τὴν ἀνθρωπότητα, πρέπει τὰ κρά­τη νὰ λάβουν μέτρα. Καὶ ὡς πρῶτο μέτρο οἱ σοφὲς κεφαλὲς προτείνουν τὸν περιορισμὸ τῶν γεννήσεων. Ὅσο τὸ δυνα­τὸν λιγώτερα παιδιά! Αὐτὸ εἶνε τὸ σύνθημα, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὶς μεγάλες πόλεις τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Εὐρώπης καὶ ἔφτασε ἕως τὰ μικρότερα χωριὰ καὶ συνοικισμούς. Ἡ ἀποφυγὴ τῆς τε­κνογονίας ἔγινε μόδα. Ἀλλὰ τὸ σύνθημα αὐτὸ ἀνήκει σὲ μιὰ γενεὰ ποὺ ἔπαυσε νὰ πιστεύῃ ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Πατήρ, ποὺ μεριμνᾷ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα πολὺ καλύτερα ἀπὸ τὶς ὑ­πηρε­σίες ἐπισιτισμοῦ τῶν κρατῶν. Ὁ πανικός, ποὺ τοὺς ἔχει πιάσει, δὲν δικαιολογεῖται καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀκόμη ἀπόψεως. Ἐπιστήμονες δι­απρεπεῖς, ποὺ ἔχουν ἀσχοληθῆ μὲ τὸ δημογραφικὸ καὶ τὸ ἐπισιτιστικὸ πρόβλημα, ἀποφαίνον­ται, ὅ­τι ἡ Γῆ μένει ἀκόμη κατὰ μέγα μέρος ἀνεκμετάλλευτη. Ὑ­πάρχουν ἐκτάσεις ποὺ μένουν τελείως ἀκαλλιέργητες. Ἡ Αὐ­στραλία π.χ., μία ἤ­πει­ρος σὰν τὴν Εὐρώπη, ποὺ μπορεῖ, ἐὰν καλλι­εργηθῇ ὁλόκληρη, νὰ συντηρήσῃ ἄνω τῶν 200 ἑκατομ­μυρίων κόσμο, εἶνε σήμερα ἀραιότατα κατοικημένη, μὲ πληθυσμὸ λίγο μεγαλύτερο ἀπὸ τὴ μικρή μας Πατρίδα, ποὺ ἐδαφι­κὰ εἶνε τὸ 1/50 τῆς Αὐστραλίας. Τὸ ὑπέδαφος ἐπίσης τῆς Γῆς παραμένει ἐν πολλοῖς ἀνεκμετάλλευτο. Οὔτε ξέρουμε τί ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἔξοχο τοῦ­το δῶρο τοῦ Δημιουργοῦ, μπορεῖ σὺν τῷ χρόνῳ ν᾽ ἀνακαλύψῃ. Ἐρωτῶ· Ἀποκλείεται ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς, μὲ νέα μέθοδο καὶ μέσα καλλιεργείας, νὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν παραγωγὴ καὶ νὰ παράγῃ τόσα ὅ­σα σήμερα δὲν παράγει μία ἐκτεταμένη πεδιάδα; Τί τὸ παρά­δοξο, ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἔκλεισε μέσα σὲ ἕνα μόριο ὕλης τεράστια δύναμι πού, ἄγνωστη στὶς προηγούμενες γενεές, ἀνακα­λύφθηκε τελευταῖα, καὶ ἡ ἀνακάλυψι αὐτή, τῆς πυρηνικῆς ἐν­εργείας, πρόκειται νὰ σημάνῃ ἐπανάστασι σὲ ὅλους τοὺς κλά­δους τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος καὶ στὴν γεωπονι­κή; Ὀλιγόπιστοι ἄνθρωποι! Στὴν ἀπορία σας, πῶς θὰ τραφοῦν τό­σα δισεκατομμύρια, μποροῦ­με ν᾽ ἀπαντήσουμε· Φτάνει τὸ λί­γο χῶμα τῆς Γῆς, τὰ λίγα ὑλικὰ ἀγαθά, ὅταν εὐ­λογοῦνται ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ φωτίζει τοὺς ἀν­θρώπους νὰ βρίσκουν νέους πό­ρους καὶ μεθόδους, φτάνουν νὰ θρέψουν διπλάσιο καὶ τριπλά­σιο πληθυσμό, καὶ ἔτσι τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεν­τακισχιλίων νὰ ἐπαναλαμ­βάνεται μὲ πολλοὺς τρόπους.
«Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι το­σοῦτοι ὥσ­τε χορτάσαι ὄ­χλον τοσοῦτον;». Αὐτὴ ἡ ἀπορία σὲ τόνο δραματικὸ ξανακού­στηκε σ᾽ ἐ­μᾶς στὰ χρόνια τῆς γερμανικῆς κα­τοχῆς. Οἱ τύραννοι εἶχαν γυμνώσει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὁ λαός μας βρέθηκε σὰν σὲ τόπο ἔρημο. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἐπι­σιτισμοῦ εἶ­χε γίνει ὀξύτατο. Ἀπορία λαοῦ, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε ἐλάχιστα δράμια ἄρτου καὶ πουλοῦσε ὅ,τι εἶχε γιὰ νὰ ἐξ­οικο­νομήσῃ λίγα δράμια ἀ­ραβόσιτο. Ἀλλὰ μέσα σ᾽ ἐκείνη τὴν ἐρη­μιά, ποὺ προκαλοῦσε ἀφ᾽ ἑ­νὸς ἡ σκληρότητα τῶν τυράννων καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ πλεονεξία μερικῶν δικῶν μας, ἀκούστηκε καὶ πά­λι ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ ἀ­πευθυνόταν σὲ πιστοὺς ὑπηρέ­τες του, διακόνους τοῦ θείου λόγου, νὰ λέῃ· «Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν». Κήρυκες τοῦ Εὐ­αγγελίου, φροντίστε γιὰ τὸν ἐ­πισιτισμὸ τοῦ φτωχοῦ λαοῦ, καὶ ἐγὼ θὰ εὐλογῶ κάθε προσπάθεια. Τὴ μυστικὴ αὐτὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου ἄκουσαν καὶ ἐξ­ετέλεσαν πιστοὶ ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ θαῦμα ἐπαναλήφθηκε τὸν 20ὸ αἰῶνα. Ἱεροκήρυκες, ποὺ δὲν εἶχαν τίπο­τα, ἀλλὰ κήρυτταν τὸ Χριστὸ καὶ καλοῦ­σαν τὸ λαὸ νὰ βοηθή­σῃ ἀδελφοὺς ἕτοιμους νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα, εὐλογή­θηκαν ἀ­πὸ τὸν Κύριο καὶ ἵδρυσαν σὲ διάφορες πόλεις ἑστί­ες συσσιτίων ποὺ ἔθρεψαν χιλιάδες λαοῦ. Πῶς βρίσκονταν τὰ τρόφιμα, πῶς καλύπτονταν οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, αὐτὸ τὸ γνωρίζουν μόνο ὅσοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ ἔρ­γο αὐτὸ τῆς ἐπιβιώσεως τοῦ λαοῦ μας. Τὸ θαῦ­μα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἐ­παναλαμβανόταν. Ὅλοι τὸ ἔβλεπαν. Κι αὐ­τοὶ ἀκόμα οἱ ἄπιστοι θαύμαζαν πῶς ἡ Ἐκκλησία μὲ πιστοὺς ἐργάτες της κάνει τέτοια θαύματα.
Ἀλλ᾽ ἐὰν σὲ ἔκτακτες περιστάσεις ὅπως αὐτὲς ἡ Ἐκκλησία συνεχίζοντας τὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ πρέπῃ νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἐ­πισιτισμὸ τοῦ πεινασμένου λαοῦ καὶ νὰ κάνῃ τὸ πᾶν ὥστε νὰ μὴν πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ πεῖ­να, ἀσυγ­κρίτως περισσότερο ὀ­φείλει νὰ ἐν­διαφέρεται γιὰ τὸν πνευματικὸ ἐπισιτισμὸ τοῦ λαοῦ της. Τό κύριο, τὸ οὐσιῶδες ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶνε ὁ ἄρτος μὲ τὸν ὁποῖο «τρέφονται ψυχαὶ Θεὸν πεινῶσαι» (Γρηγ. Ναζ.· P.G. 36,545). Γιατὶ πεινᾷ καὶ ἡ ψυχή. Πεινᾷ τὴν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια δὲν εἶνε οἱ ποικίλες καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενες φιλοσοφικὲς θεωρίες, ποὺ μπορεῖ νὰ περιέχουν κάποια ψήγματα ἀληθεί­ας, γιὰ νὰ τὰ βρῇς ὅμως αὐτὰ πρέπει ν᾽ ἀνασκαλεύσῃς βου­νὰ ὁ­λό­κληρα ἀπὸ σκουριά, ἀπὸ πλάνες τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ. Σωστὰ εἶπαν, ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶνε ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρωπίνων πλα­νῶν. Ἡ ἀλήθεια δὲν εἶνε τὰ φανταχτερὰ λόγια τῶν ῥη­τόρων καὶ φιλοσόφων. Αὐτά, ὅπως τὰ χαρακτήρισε κάποιος ἀπὸ τοὺς νεώτερους συγγραφεῖς, εἶνε ῥοκανίδια καὶ πρι­ονίδια, τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ νὰ φάῃ αὐτὸς ποὺ πεινᾷ. Ἡ ψυ­χὴ ζητάει τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια εἶνε ἡ ἀτμόσφαιρα, μέσα στὴν ὁποία ζῇ καὶ ἀ­ναπαύεται ἡ ψυχή. Αὐτὴ εἶνε «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰω. 4,11), αὐτὴ εἶνε ὁ ἄρτος ὁ ἐπουράνιος. Ἀλλὰ τοῦτο τὸν ἄρτο μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὸν ἔχει. Ὁ ἴδιος διακήρυξε ὅτι Αὐτός εἶνε ἡ Ἀλήθεια, ἡ ἐνσαρκωμένη Ἀλήθεια· «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (ἔ.ἀ. 14,6). Καὶ στὴν ἀρχιερα­τική του προσευχή, ἀπευθυνόμε­νος σὰν ἄνθρωπος πρὸς τὸν ἐπουράνιο Πατέρα, θερμὰ παρακαλεῖ γιὰ τοὺς μαθητάς του, νὰ ζοῦν ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ἁγιαζόμενοι διαρκῶς καὶ προ­οδεύοντας πνευματικῶς· «Ἁ­γί­ασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι» (ἔ,ἀ. 17, 17).
Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὄχι τὴ φιλοσο­φικὴ ἢ ἐπιστημονικὴ ἢ ὅποια ἄλλη ἐγκόσμια, ἀλ­λὰ τὴν ἀ­λήθεια τὴν θεία, τὴν μεταφυ­σική, αὐτὴν ποὺ ἦλθε ἄνωθεν καὶ δίνει ἀπάν­τησι στὰ ζητήματα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ψυχῆς, αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ἐ­κή­­ρυξε ὁ Κύριος καὶ αὐτὴν ὡς ἄρ­­τον οὐράνιο παρέλαβαν οἱ μαθηταὶ καὶ διένειμαν στὶς πεινασμέ­νες ψυχές. Στὸ στόμα τῶν ἀ­ποστόλων ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ αὐ­ξανόταν καὶ πληθυνόταν σφό­δρα – σφόδρα, ὅπως τὰ κλάσματα τῶν ἄρτων στὴν ἔρημο. Αὐ­τὸς ὁ λόγος, αὐ­τὸς ὁ ἐπουράνιος ἄρτος, διὰ μέσου τῶν διαδό­χων τῶν ἀ­ποστόλων ἐξακολου­θεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ δι­ανέμεται στοὺς πιστούς. Ἡ ἐν­τολὴ τοῦ Κυρίου γιὰ τὸν πνευματικὸ ἐπισιτισμὸ τοῦ λαοῦ ἐξακολουθεῖ ν᾽ ἀ­κούγεται ἔντονα· Ὦ ἐ­πίσκοποι καὶ ἱερεῖς καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκ­κλησί­ας, «δότε αὐτοῖς φαγεῖν». Εἶ­στε ὑποχρεωμένοι νὰ παραθέτετε τράπεζα πνευματική. Καὶ ὅ­πως στὴν τράπεζα ὁ­ποιουδήποτε, εἴτε βασιλέως εἴτε ἰδιώτου, εἴτε πλου­σίου εἴ­τε φτωχοῦ, ὁ ἄρ­τος εἶνε ἀπαραίτητος, ἔτσι καὶ στὴν πνευμα­τικὴ τράπεζα, ποὺ πρέπει νὰ στρώνετε, πρέπει νὰ ὑ­πάρχῃ ὁ ἄρ­τος, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο ἐὰν ἀ­φήσετε τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ χωρὶς πνευματικὴ τροφοδοσία.
Τὸ πρόβλημα τοῦ ἐπισιτισμοῦ τῶν φτωχῶν θὰ λυνόταν εὔκολα, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐὰν οἱ πλούσιοι διέθεταν γι᾽ αὐτοὺς τὰ ἀγαθά τους. Δυστυχῶς ἐπικρατεῖ ἀσπλαχνία, κ᾽ ἔτσι ἡ φροντίδα πέφτει στὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ ἱερεῖς, ποὺ ἔπρεπε ν᾽ ἀσχολοῦνται μὲ τὴ δι­­ακονία τοῦ θείου λόγου, τὴν προσευχὴ ὑ­πὲρ τοῦ λαοῦ καὶ τὴ δημόσια λατρεία, παρα­μελοῦν αὐτὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν ὑλικὲς ἀ­νάγκες. Αὐτὰ ὅμως τοὺς κάνουν κατώτερους ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ποὺ ἦ­ταν ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ ὑλικὲς ἀπασχολήσεις γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν ἀδιάσπαστοι τὸ θυσιαστήριο (βλ. Χρυσ. εἰς Ματθ. ὁμ. ΠΕ΄· P.G. 58,763-764).
Ὁσαδήποτε φιλανθρωπικὰ ἔρ­γα ἐὰν κάνετε, ὀρφανοτροφεῖα, γηροκομεῖα, νοσοκομεῖα, ὑδραγω­γεῖα, δρόμους καὶ γεφύρια, καὶ χρυσὸ καὶ ἀσήμι ἐὰν διανείμετε, ὅλα αὐτὰ δὲν μποροῦν ν᾽ ἀναπληρώσουν τὸ κύριο χρέος, ποὺ ἔ­χετε πρὸς τὸ λαό· καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ κατάλληλη προσφορὰ τοῦ θεί­ου λόγου, τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Φιλανθρωπικὰ κατα­στήματα μπορεῖ ν᾽ ἀνεγείρῃ καὶ ὁ ἄπιστος ἀκόμη. Ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια, τὸν πνευματικὸ ἄρ­το ποὺ ζητοῦν οἱ πεινασμέ­νες ψυχές, ποιός μπορεῖ νὰ τὸν δώσῃ; ἡ πολιτική; ἡ στοὰ τῶν μασόνων; ἡ ἐπιστήμη; ἡ φιλοσοφία; Ὄχι. Μόνο ἡ Ἐκ­κλησία τοῦ Χριστοῦ, «ἥτις ἐστί», κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦ­λο, «στῦ­λος καὶ ἑ­δραί­ωμα τῆς ἀληθείας» (Α’ Τιμ. 3,15). Ἀλλοίμονο ἐ­ὰν παύσῃ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ λαλῆται· θὰ ἐ­πέλθῃ τότε συμφορὰ πνευματι­κὴ ἀπερίγραπτη· θὰ ἐκπληρω­θῇ ἡ προφητεία ποὺ λέει, ὅτι θὰ πέ­σῃ πεῖνα, λιμὸς ὄχι ἄρτου, ἀλ­λὰ «λιμὸς τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου» (Ἀμ. 8,11). Παρατηρῆ­στε τί γίνεται σὲ ἐπισκοπὲς ποὺ ἐπίσκοποι, ἀν­ίκανοι νὰ κηρύξουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, νομί­ζουν πὼς ἐκπληρώνουν τὸ κα­θῆκον τους ἀ­σχολούμενοι μόνο σὲ ἔργα κοινωνικῆς προνοίας, διανέμοντας τρόφιμα καὶ ἐν­δύματα – κι αὐτὰ ὄχι ἀ­πὸ τὰ δικά τους χρήματα, ἀλλ᾽ ἀ­πὸ ἐνισχύσεις ἑτεροδόξων. Σὲ τέτοιες ἐπισκο­πὲς οἱ ἄνθρωποι ἔ­χουν μὲν τὰ στομάχια τους στραμ­μένα πρὸς τὸν ἐπίσκοπο, γογγύζοντας δι­αρκῶς ἐναντίον του γιὰ ἀδικίες στὴ διανομὴ τῶν ὑλικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τὰ πνεύματά τους τὰ ἔχουν στραμμένα πρὸς ἄλλες κατευθύνσεις, πρὸς διαφόρους διδασκάλους τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς πλάνης.
Ὦ Κύριε! Δῶσε στὴν Ἐκκλησία διδασκάλους καὶ ποιμέ­νες ποὺ νὰ πονοῦν τὸ λαό σου, νὰ νοιάζωνται γιὰ τὴν ἐπικρά­τησι στὴν κοινωνία ἀρχῶν δικαιοσύνης, ὥστε κανείς νὰ μὴ στερῆται τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ ζωή, ἀλλὰ κυρίως νὰ κοπιάζουν καὶ νὰ μοχθοῦν στὸ ἔρ­γο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυ­­χῶν, καὶ καμμία πεινασμένη ψυχὴ νὰ μὴ μένῃ χωρὶς τὸν ἐπουράνιο ἄρτο. Γιατὶ αὐτὸς εἶνε ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη τοῦ κόσμου. Οἱ ἄν­θρω­ποι ζοῦν μὲ τὴν ἀλήθειά σου, καὶ πάσχουν καὶ πεθαίνουν ὅ­ταν αὐτὴ τοὺς λείψῃ. Ὦ Κύριε, φτάνει μία καὶ μόνη λέξι σου νὰ χορτάσῃ ψυχές.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 ἀπὸ τὸ βιβλίον «Ἀκολούθει μοι» (1965), Ἀθῆναι 19893, κεφάλαιο Ἡ ἔρημος σσ. 112-122
«Κυριακὴ» 27…/2026 Ἡ ἔρημος (Ματθ. 15,33)

 Ἡ ἔρημος – «Ποθεν ἡμιν ἐν ἐρημια ἄρτοι τοσουτοι ὥστε χορτασαι ὄχλον τοσουτον;» (Ματθ. 15, 33)