Περιληπτικὲς μεταγλωττίσεις
βιβλίο «Ἀκολούθει μοι» τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
1965 Ἡ ἔρημος –
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2744
Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,14-22)
26 Ἰουλίου 2026
«Ποθεν ἡμιν ἐν ἐρημια ἄρτοι τοσουτοι ὥστε χορτασαι ὄχλον τοσουτον;» (Ματθ. 15,33)
Καὶ ὁ Ἰησοῦς βλέποντας τὸ λαὸ στὴν
ἔρημο, ἔνιωσε εὐσπλαχνία· ἀντὶ νὰ καθοδηγοῦνται καὶ νὰ
προστατεύωνται ἀπὸ τοὺς διδασκάλους τοῦ Ἰσραήλ, ἦταν
ἐγκαταλελειμμένοι, σὰν πρόβατα χωρὶς ποιμένα. Νά ὅμως τώρα ὁ καλὸς
Ποιμένας! Καὶ τὰ πρόβατα ἀκοῦνε τὴ φωνή του καὶ ἔρχονται κοντά του.
Τροφὴ τῶν ἀλόγων προβάτων ἡ χλόη· καὶ τροφὴ τῶν λογικῶν προβάτων; Ἡ
θεία διδαχή. Διψασμένα, πεινασμένα τὰ λογικὰ πρόβατα, εὕρισκαν στὸ
Χριστὸ ὅ,τι ζητοῦσαν. Κ᾽ ἐκεῖνος ἄρχισε στὴν ἔρημο τὸ ἔργο του·
δίδασκε καὶ θεράπευε.
Ὁ ἥλιος πήγαινε νὰ βασιλέψῃ, μὰ ὁ Κύριος συνέχιζε. Κανένας ἀπὸ τὸ
πλῆθος δὲν ἔδειχνε διάθεσι νὰ φύγῃ· ὅλοι ἀφωσιωμένοι στὴ διδαχή.
Ἀκούγοντας εἶχαν μεταρσιωθῆ σ᾽ ἕναν ἀνώτερο πνευματικὸ κόσμο, ζοῦσαν
στιγμὲς θεϊκῆς εὐφροσύνης, εἶχαν λησμονήσει τὸν ἑαυτό τους. Φανταστῆτε·
τρεῖς μέρες ἦταν νηστικοί! Κι ὅμως παράπονο δὲν ἀκούστηκε. Ὅσο τὸ
πνεῦμα τρέφεται, τόσο τὸ σῶμα γίνεται λιγώτερο ἀπαιτητικό· σὲ
μερικὲς περιπτώσεις ἁγίων λησμονεῖ καὶ φαγητὸ καὶ ποτὸ καὶ ὕπνο. Ἀλλ᾽̓
ὅταν τὸ πνεῦμα παύσῃ νὰ τροφοδοτῆται μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ
ἄνθρωπος γίνεται ὅλος ὕλη, ὅλος στομάχι καὶ κοιλιά, καὶ τίποτ᾽ ἄλλο
δὲν σκέπτεται παρὰ πῶς θὰ ἱκανοποιήσῃ τὶς αἰσθήσεις.
Ἐνῷ ὅμως οἱ ὄχλοι δὲν ἔδειχναν καμμιά ἀνησυχία, οἱ μαθηταὶ ἐπεμβαίνουν.
Λένε στὸν Κύριο· –Ἔρημος εἶν᾽ ὁ τόπος κ᾽ ἡ ὥρα περασμένη· ὁ ἥλιος
πάει νὰ βασιλέψῃ. Καιρὸς νὰ τοὺς ἀπολύσῃς, νὰ πᾶνε στὶς κοντινὲς
πόλεις ν᾽ ἀγοράσουν ἄρτους. Ὁ Κύριος λέει· –«Δότε ὑμεῖς αὐτοῖς
φαγεῖν». Μὰ οἱ μαθηταὶ δὲν εἶχαν μαζί τους παρά μόνο πέντε ἄρτους
κριθαρένιους καὶ δύο ψάρια· τί νὰ σοῦ κάνουν αὐτά; Κ᾽ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ
κόψουν σὲ κομματάκια τοὺς ἄρτους, καθένας ἀπὸ ᾽κεῖνες τὶς χιλιάδες οὔτε
ψίχουλο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πάρῃ.
Φυσικὸ εἶνε ν᾽ ἀποροῦν γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή. Ἀλλ᾽ ὁ Κύριος προστάζει νὰ
φέρουν ἐμπρός του τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια. Ὑψώνει τὸ βλέμμα
στὸν οὐρανό, τὰ εὐλογεῖ, τὰ κόβει σὲ κομμάτια, δίνει στοὺς μαθητάς, κι
αὐτοὶ ἀρχίζουν νὰ μοιράζουν στοὺς ὄχλους ποὺ κατ᾽ ἐντολήν του ἔχουν
στρωθῆ κατὰ̓ ὁμάδες στὸ χορτάρι. Διανέμουν, καὶ τὰ κομμάτια δὲν
ἐξαντλοῦνται. Ὅλοι όσοι βρέθηκαν ἐκεῖ πῆραν καὶ χόρτασαν. Καὶ ἦταν γύρω
στὶς πέντε χιλιάδες ἄντρες, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ
πρέπει νά ᾽ταν διπλάσιοι.
Τὸ νὰ χορτάσῃ τόσος λαὸς μὲ πέντε ἄρτους καὶ δύο ψάρια εἶνε θαῦμα ποὺ
πολλοὶ δὲν θέλουν νὰ τὸ πιστέψουν. Ἀποροῦν, γιατὶ σκέπτονται μὲ τὴν
ἀνθρώπινη λογική, ἡ ὁποία κρίνει τὸ θαῦμα αὐτὸ –καὶ μόνο αὐτό;–
ἀπαράδεκτο. Ἀλλὰ γιὰ ὅποιον πιστεύει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός, τὸ θαῦμα
αὐτό, καὶ κάθε ἄλλο, ἦταν δυνατά. Γιατὶ τί εἶνε δυσκολώτερο, ἡ
δημιουργία τῆς ὕλης ἀπὸ τὸ μηδέν, ἢ τὸ νὰ βγῇ ἀπὸ ὑπάρχουσα ὕλη νέα
ὕλη; Ἀσφαλῶς τὸ πρῶτο. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος ὡς Θεὸς ἐποίησε τὸ
δυσκολώτερο, δημιούργησε στὴν Ἑξαήμερο ὕλη ἐκ τοῦ μηδενός, δὲν μπορεῖ
ἀπὸ τὴν ὕλη ἐκείνη νὰ δημιουργήσῃ τώρα διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ ἄλλη
ὕλη;
Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, λέει ὁ Χρυσόστομος, νὰ δημιουργήσῃ κ᾽ ἐδῶ ἐκ τοῦ
μηδενὸς ἀμέτρητους ἄρτους καὶ ψάρια. Δὲν τὸ ἔκανε· ἤθελε ν᾽ ἀποστομώσῃ
αἱρετικοὺς ὅπως ὁ Μαρκίων, ποὺ διδάσκουν ὅτι ἡ ὕλη δὲν εἶνε
δημιούργημα τοῦ καλοῦ ἀλλὰ τοῦ κακοῦ θεοῦ. Ὄχι. Καὶ ἡ ὕλη εἶνε
δημιούργημα τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου Θεοῦ. Δὲν εἶνε μισητὴ καὶ ἀπόβλητη·
ἀπόδειξις τὸ θαῦμα τοῦτο (Εἰς τὸ κατὰ Ἰω., ὁμ. ΜΒ΄· P.G. 59,239 κ.ἑ.).
Ἐδῶ βέβαια ἔχουμε ἕνα μυστήριο ποὺ μένει ἀκατανόητο. Καὶ μήπως εἶνε τὸ
μόνο; Πῶς –γιὰ ν᾽ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα– μέσα σ᾽ ἕνα κόκκο σίτου
ὑπάρχει κλεισμένη τόση δύναμι, ὥστε αὐτή, ὑπὸ κατάλληλες συνθῆκες, νὰ
μπορῇ νὰ κάνῃ τὸ θαῦμα ποὺ βλέπουμε κάθε χρόνο ὅταν πρασινίζουν οἱ
κάμποι ἀπὸ στάχυα; Δυστυχῶς αὐτὸ ποὺ βλέπουμε τὸ θέρος δὲν τὸ
σκεπτόμαστε, δὲν θαυμάζουμε· δὲν ῥωτᾶμε, πῶς ἀπὸ ἕνα κόκκο σίτου, ἕνα
σπόρο ποὺ πέφτει στὴ γῆ καὶ σαπίζει, προέρχεται ἕνας ὡραιότατος
στάχυς μὲ πλῆθος ὅμοιους κόκκους; Ποιός ἐγκατέστησε τὸ μυστηριῶδες αὐτὸ
ἐργοστάσιο, ὥστε ἐπὶ αἰῶνες τώρα καὶ χιλιετίες νὰ παράγῃ ἀπὸ τὴν ἴδια
γῆ, ἀπὸ τὰ ἴδια χώματα, ἀνυπολόγιστες ποσότητες, ποὺ ἔθρεψαν τρέφουν
καὶ θὰ τρέφουν δισεκατομμύρια ἀνθρώπους;
Ἀλλὰ τώρα, ἀφήνοντας πολλὲς ἄλλες διδακτικὲς λεπτομέρειες, θέλω γιὰ
τὸ σκοπό μας νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας σὲ μία λεπτομέρεια τοῦ
θαύματος. Καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ ἀπορία ποὺ ἐπρόβαλαν οἱ μαθηταὶ ἐν σχέσει μὲ
τὸν ἐπισιτισμὸ τόσου λαοῦ. Ἀπορία, ποὺ καὶ σὲ ἄλλη περίπτωσι, στὸν
χορτασμὸ τεσσάρων χιλιάδων μὲ «ἑπτὰ ἄρτους καὶ ὀλίγα ιχθύδια» (Ματθ.
15,32-39. Μάρκ. 8,1-9), προέβαλαν λέγοντας· «Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι
τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;». Καὶ ἡ ἀπορία αὐτὴ εἶνε μία
ἀπόδειξι τῆς ἀτελοῦς πίστεως ποὺ εἶχαν γιὰ τὸν Ἰησοῦ οἱ μαθηταί. Εἶχαν
ἐμπρός τους τὸ Θεό, τὸν δημιουργὸ τοῦ παντός, τὸν τροφέα τῆς κτίσεως,
ποὺ «ἀνοίγει τὴν χεῖρά του καὶ ἐμπιμπλᾷ πᾶν ζῷον εὐδοκίας» (Ψαλμ.
103,28), καὶ ἀποροῦσαν! Ἔπρεπε νὰ συμβῇ τὸ θαῦμα αὐτό, γιὰ νὰ πάρουν
μία εἰκόνα τῆς παντοδυναμίας τοῦ Ἰησοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἀπορία τους
ἐξακολουθεῖ νὰ εἶνε καὶ ἀπορία ἐκείνων ποὺ εἶνε σήμερα ἐπιφορτισμένοι μὲ
τὸ καθῆκον τοῦ ἐπισιτισμοῦ, ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ, τοῦ λαοῦ.
Καὶ γιὰ μὲν τὸν ὑλικὸ ἐπισιτισμὸ ἀκοῦμε νὰ λένε· Ὁ πληθυσμὸς τῆς Γῆς
συνεχῶς αὐξάνει. Πλησιάζει τὰ 4 δισεκατομμύρια· τῷ 2.000 θὰ ἔχῃ ὑπερβῆ
τὰ 6. Τί θὰ γίνουμε; πῶς θὰ ζήσῃ τόσος κόσμος; Πρὶν ἐνσκήψῃ ἡ συμφορὰ
τοῦ λιμοῦ, τῆς μεγάλης πείνας ποὺ θὰ θερίζῃ τὴν ἀνθρωπότητα, πρέπει τὰ
κράτη νὰ λάβουν μέτρα. Καὶ ὡς πρῶτο μέτρο οἱ σοφὲς κεφαλὲς προτείνουν
τὸν περιορισμὸ τῶν γεννήσεων. Ὅσο τὸ δυνατὸν λιγώτερα παιδιά! Αὐτὸ εἶνε
τὸ σύνθημα, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὶς μεγάλες πόλεις τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς
Εὐρώπης καὶ ἔφτασε ἕως τὰ μικρότερα χωριὰ καὶ συνοικισμούς. Ἡ ἀποφυγὴ
τῆς τεκνογονίας ἔγινε μόδα. Ἀλλὰ τὸ σύνθημα αὐτὸ ἀνήκει σὲ μιὰ γενεὰ
ποὺ ἔπαυσε νὰ πιστεύῃ ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Πατήρ, ποὺ μεριμνᾷ γιὰ τὴν
ἀνθρωπότητα πολὺ καλύτερα ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες ἐπισιτισμοῦ τῶν κρατῶν. Ὁ
πανικός, ποὺ τοὺς ἔχει πιάσει, δὲν δικαιολογεῖται καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς
ἀκόμη ἀπόψεως. Ἐπιστήμονες διαπρεπεῖς, ποὺ ἔχουν ἀσχοληθῆ μὲ τὸ
δημογραφικὸ καὶ τὸ ἐπισιτιστικὸ πρόβλημα, ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ Γῆ μένει
ἀκόμη κατὰ μέγα μέρος ἀνεκμετάλλευτη. Ὑπάρχουν ἐκτάσεις ποὺ μένουν
τελείως ἀκαλλιέργητες. Ἡ Αὐστραλία π.χ., μία ἤπειρος σὰν τὴν Εὐρώπη,
ποὺ μπορεῖ, ἐὰν καλλιεργηθῇ ὁλόκληρη, νὰ συντηρήσῃ ἄνω τῶν 200
ἑκατομμυρίων κόσμο, εἶνε σήμερα ἀραιότατα κατοικημένη, μὲ πληθυσμὸ λίγο
μεγαλύτερο ἀπὸ τὴ μικρή μας Πατρίδα, ποὺ ἐδαφικὰ εἶνε τὸ 1/50 τῆς
Αὐστραλίας. Τὸ ὑπέδαφος ἐπίσης τῆς Γῆς παραμένει ἐν πολλοῖς
ἀνεκμετάλλευτο. Οὔτε ξέρουμε τί ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἔξοχο τοῦτο
δῶρο τοῦ Δημιουργοῦ, μπορεῖ σὺν τῷ χρόνῳ ν᾽ ἀνακαλύψῃ. Ἐρωτῶ·
Ἀποκλείεται ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς, μὲ νέα μέθοδο καὶ μέσα καλλιεργείας,
νὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν παραγωγὴ καὶ νὰ παράγῃ τόσα ὅσα σήμερα δὲν παράγει
μία ἐκτεταμένη πεδιάδα; Τί τὸ παράδοξο, ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἔκλεισε μέσα σὲ
ἕνα μόριο ὕλης τεράστια δύναμι πού, ἄγνωστη στὶς προηγούμενες γενεές,
ἀνακαλύφθηκε τελευταῖα, καὶ ἡ ἀνακάλυψι αὐτή, τῆς πυρηνικῆς ἐνεργείας,
πρόκειται νὰ σημάνῃ ἐπανάστασι σὲ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἀνθρωπίνης
δραστηριότητος καὶ στὴν γεωπονική; Ὀλιγόπιστοι ἄνθρωποι! Στὴν ἀπορία
σας, πῶς θὰ τραφοῦν τόσα δισεκατομμύρια, μποροῦμε ν᾽ ἀπαντήσουμε·
Φτάνει τὸ λίγο χῶμα τῆς Γῆς, τὰ λίγα ὑλικὰ ἀγαθά, ὅταν εὐλογοῦνται ἀπὸ
τὸ Θεό, ποὺ φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ βρίσκουν νέους πόρους καὶ
μεθόδους, φτάνουν νὰ θρέψουν διπλάσιο καὶ τριπλάσιο πληθυσμό, καὶ ἔτσι
τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων νὰ ἐπαναλαμβάνεται μὲ
πολλοὺς τρόπους.
«Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;».
Αὐτὴ ἡ ἀπορία σὲ τόνο δραματικὸ ξανακούστηκε σ᾽ ἐμᾶς στὰ χρόνια τῆς
γερμανικῆς κατοχῆς. Οἱ τύραννοι εἶχαν γυμνώσει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ὑλικὰ
ἀγαθὰ καὶ ὁ λαός μας βρέθηκε σὰν σὲ τόπο ἔρημο. Τὸ πρόβλημα τοῦ
ἐπισιτισμοῦ εἶχε γίνει ὀξύτατο. Ἀπορία λαοῦ, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε
ἐλάχιστα δράμια ἄρτου καὶ πουλοῦσε ὅ,τι εἶχε γιὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ λίγα
δράμια ἀραβόσιτο. Ἀλλὰ μέσα σ᾽ ἐκείνη τὴν ἐρημιά, ποὺ προκαλοῦσε ἀφ᾽
ἑνὸς ἡ σκληρότητα τῶν τυράννων καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ πλεονεξία μερικῶν δικῶν
μας, ἀκούστηκε καὶ πάλι ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ ἀπευθυνόταν σὲ πιστοὺς
ὑπηρέτες του, διακόνους τοῦ θείου λόγου, νὰ λέῃ· «Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς
φαγεῖν». Κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, φροντίστε γιὰ τὸν ἐπισιτισμὸ τοῦ
φτωχοῦ λαοῦ, καὶ ἐγὼ θὰ εὐλογῶ κάθε προσπάθεια. Τὴ μυστικὴ αὐτὴ φωνὴ τοῦ
Κυρίου ἄκουσαν καὶ ἐξετέλεσαν πιστοὶ ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ
θαῦμα ἐπαναλήφθηκε τὸν 20ὸ αἰῶνα. Ἱεροκήρυκες, ποὺ δὲν εἶχαν τίποτα,
ἀλλὰ κήρυτταν τὸ Χριστὸ καὶ καλοῦσαν τὸ λαὸ νὰ βοηθήσῃ ἀδελφοὺς
ἕτοιμους νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα, εὐλογήθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ
ἵδρυσαν σὲ διάφορες πόλεις ἑστίες συσσιτίων ποὺ ἔθρεψαν χιλιάδες λαοῦ.
Πῶς βρίσκονταν τὰ τρόφιμα, πῶς καλύπτονταν οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, αὐτὸ
τὸ γνωρίζουν μόνο ὅσοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ τῆς ἐπιβιώσεως τοῦ
λαοῦ μας. Τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἐπαναλαμβανόταν.
Ὅλοι τὸ ἔβλεπαν. Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ ἄπιστοι θαύμαζαν πῶς ἡ Ἐκκλησία μὲ
πιστοὺς ἐργάτες της κάνει τέτοια θαύματα.
Ἀλλ᾽ ἐὰν σὲ ἔκτακτες περιστάσεις ὅπως αὐτὲς ἡ Ἐκκλησία συνεχίζοντας τὸ
ἔργο τοῦ Ἰησοῦ πρέπῃ νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἐπισιτισμὸ τοῦ πεινασμένου
λαοῦ καὶ νὰ κάνῃ τὸ πᾶν ὥστε νὰ μὴν πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ πεῖνα,
ἀσυγκρίτως περισσότερο ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν πνευματικὸ
ἐπισιτισμὸ τοῦ λαοῦ της. Τό κύριο, τὸ οὐσιῶδες ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ὁ
λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶνε ὁ ἄρτος μὲ τὸν ὁποῖο «τρέφονται ψυχαὶ Θεὸν
πεινῶσαι» (Γρηγ. Ναζ.· P.G. 36,545). Γιατὶ πεινᾷ καὶ ἡ ψυχή. Πεινᾷ τὴν
ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια δὲν εἶνε οἱ ποικίλες καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενες
φιλοσοφικὲς θεωρίες, ποὺ μπορεῖ νὰ περιέχουν κάποια ψήγματα ἀληθείας,
γιὰ νὰ τὰ βρῇς ὅμως αὐτὰ πρέπει ν᾽ ἀνασκαλεύσῃς βουνὰ ὁλόκληρα ἀπὸ
σκουριά, ἀπὸ πλάνες τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ. Σωστὰ εἶπαν, ὅτι ἡ φιλοσοφία
εἶνε ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρωπίνων πλανῶν. Ἡ ἀλήθεια δὲν εἶνε τὰ φανταχτερὰ
λόγια τῶν ῥητόρων καὶ φιλοσόφων. Αὐτά, ὅπως τὰ χαρακτήρισε κάποιος ἀπὸ
τοὺς νεώτερους συγγραφεῖς, εἶνε ῥοκανίδια καὶ πριονίδια, τὰ ὁποῖα δὲν
μπορεῖ νὰ φάῃ αὐτὸς ποὺ πεινᾷ. Ἡ ψυχὴ ζητάει τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια
εἶνε ἡ ἀτμόσφαιρα, μέσα στὴν ὁποία ζῇ καὶ ἀναπαύεται ἡ ψυχή. Αὐτὴ εἶνε
«τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰω. 4,11), αὐτὴ εἶνε ὁ ἄρτος ὁ ἐπουράνιος. Ἀλλὰ τοῦτο
τὸν ἄρτο μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὸν ἔχει. Ὁ ἴδιος διακήρυξε ὅτι Αὐτός
εἶνε ἡ Ἀλήθεια, ἡ ἐνσαρκωμένη Ἀλήθεια· «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια
καὶ ἡ ζωή» (ἔ.ἀ. 14,6). Καὶ στὴν ἀρχιερατική του προσευχή,
ἀπευθυνόμενος σὰν ἄνθρωπος πρὸς τὸν ἐπουράνιο Πατέρα, θερμὰ παρακαλεῖ
γιὰ τοὺς μαθητάς του, νὰ ζοῦν ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ἁγιαζόμενοι διαρκῶς
καὶ προοδεύοντας πνευματικῶς· «Ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ
λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι» (ἔ,ἀ. 17, 17).
Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὄχι τὴ φιλοσοφικὴ ἢ ἐπιστημονικὴ ἢ ὅποια ἄλλη
ἐγκόσμια, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια τὴν θεία, τὴν μεταφυσική, αὐτὴν ποὺ ἦλθε
ἄνωθεν καὶ δίνει ἀπάντησι στὰ ζητήματα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ψυχῆς, αὐτὴ τὴν
ἀλήθεια ἐκήρυξε ὁ Κύριος καὶ αὐτὴν ὡς ἄρτον οὐράνιο παρέλαβαν οἱ
μαθηταὶ καὶ διένειμαν στὶς πεινασμένες ψυχές. Στὸ στόμα τῶν ἀποστόλων ὁ
λόγος τοῦ Θεοῦ αὐξανόταν καὶ πληθυνόταν σφόδρα – σφόδρα, ὅπως τὰ
κλάσματα τῶν ἄρτων στὴν ἔρημο. Αὐτὸς ὁ λόγος, αὐτὸς ὁ ἐπουράνιος
ἄρτος, διὰ μέσου τῶν διαδόχων τῶν ἀποστόλων ἐξακολουθεῖ μέσα στὴν
Ἐκκλησία νὰ διανέμεται στοὺς πιστούς. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου γιὰ τὸν
πνευματικὸ ἐπισιτισμὸ τοῦ λαοῦ ἐξακολουθεῖ ν᾽ ἀκούγεται ἔντονα· Ὦ
ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, «δότε αὐτοῖς
φαγεῖν». Εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ παραθέτετε τράπεζα πνευματική. Καὶ ὅπως
στὴν τράπεζα ὁποιουδήποτε, εἴτε βασιλέως εἴτε ἰδιώτου, εἴτε πλουσίου
εἴτε φτωχοῦ, ὁ ἄρτος εἶνε ἀπαραίτητος, ἔτσι καὶ στὴν πνευματικὴ
τράπεζα, ποὺ πρέπει νὰ στρώνετε, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἄρτος, ὁ λόγος τοῦ
Θεοῦ. Ἀλλοίμονο ἐὰν ἀφήσετε τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ χωρὶς πνευματικὴ
τροφοδοσία.
Τὸ πρόβλημα τοῦ ἐπισιτισμοῦ τῶν φτωχῶν θὰ λυνόταν εὔκολα, λέει ὁ ἱερὸς
Χρυσόστομος, ἐὰν οἱ πλούσιοι διέθεταν γι᾽ αὐτοὺς τὰ ἀγαθά τους. Δυστυχῶς
ἐπικρατεῖ ἀσπλαχνία, κ᾽ ἔτσι ἡ φροντίδα πέφτει στὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ
ἱερεῖς, ποὺ ἔπρεπε ν᾽ ἀσχολοῦνται μὲ τὴ διακονία τοῦ θείου λόγου, τὴν
προσευχὴ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ τὴ δημόσια λατρεία, παραμελοῦν αὐτὰ γιὰ νὰ
ἐξυπηρετήσουν ὑλικὲς ἀνάγκες. Αὐτὰ ὅμως τοὺς κάνουν κατώτερους ἀπὸ τοὺς
ἱερεῖς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ποὺ ἦταν ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ ὑλικὲς
ἀπασχολήσεις γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν ἀδιάσπαστοι τὸ θυσιαστήριο (βλ. Χρυσ. εἰς
Ματθ. ὁμ. ΠΕ΄· P.G. 58,763-764).
Ὁσαδήποτε φιλανθρωπικὰ ἔργα ἐὰν κάνετε, ὀρφανοτροφεῖα, γηροκομεῖα,
νοσοκομεῖα, ὑδραγωγεῖα, δρόμους καὶ γεφύρια, καὶ χρυσὸ καὶ ἀσήμι ἐὰν
διανείμετε, ὅλα αὐτὰ δὲν μποροῦν ν᾽ ἀναπληρώσουν τὸ κύριο χρέος, ποὺ
ἔχετε πρὸς τὸ λαό· καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ κατάλληλη προσφορὰ τοῦ θείου λόγου,
τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Φιλανθρωπικὰ καταστήματα μπορεῖ ν᾽ ἀνεγείρῃ
καὶ ὁ ἄπιστος ἀκόμη. Ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια, τὸν πνευματικὸ ἄρτο ποὺ ζητοῦν
οἱ πεινασμένες ψυχές, ποιός μπορεῖ νὰ τὸν δώσῃ; ἡ πολιτική; ἡ στοὰ τῶν
μασόνων; ἡ ἐπιστήμη; ἡ φιλοσοφία; Ὄχι. Μόνο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ,
«ἥτις ἐστί», κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς
ἀληθείας» (Α’ Τιμ. 3,15). Ἀλλοίμονο ἐὰν παύσῃ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ
λαλῆται· θὰ ἐπέλθῃ τότε συμφορὰ πνευματικὴ ἀπερίγραπτη· θὰ ἐκπληρωθῇ ἡ
προφητεία ποὺ λέει, ὅτι θὰ πέσῃ πεῖνα, λιμὸς ὄχι ἄρτου, ἀλλὰ «λιμὸς
τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου» (Ἀμ. 8,11). Παρατηρῆστε τί γίνεται σὲ
ἐπισκοπὲς ποὺ ἐπίσκοποι, ἀνίκανοι νὰ κηρύξουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ,
νομίζουν πὼς ἐκπληρώνουν τὸ καθῆκον τους ἀσχολούμενοι μόνο σὲ ἔργα
κοινωνικῆς προνοίας, διανέμοντας τρόφιμα καὶ ἐνδύματα – κι αὐτὰ ὄχι
ἀπὸ τὰ δικά τους χρήματα, ἀλλ᾽ ἀπὸ ἐνισχύσεις ἑτεροδόξων. Σὲ τέτοιες
ἐπισκοπὲς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μὲν τὰ στομάχια τους στραμμένα πρὸς τὸν
ἐπίσκοπο, γογγύζοντας διαρκῶς ἐναντίον του γιὰ ἀδικίες στὴ διανομὴ τῶν
ὑλικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τὰ πνεύματά τους τὰ ἔχουν στραμμένα πρὸς ἄλλες
κατευθύνσεις, πρὸς διαφόρους διδασκάλους τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς πλάνης.
Ὦ Κύριε! Δῶσε στὴν Ἐκκλησία διδασκάλους καὶ ποιμένες ποὺ νὰ πονοῦν τὸ
λαό σου, νὰ νοιάζωνται γιὰ τὴν ἐπικράτησι στὴν κοινωνία ἀρχῶν
δικαιοσύνης, ὥστε κανείς νὰ μὴ στερῆται τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ ζωή, ἀλλὰ
κυρίως νὰ κοπιάζουν καὶ νὰ μοχθοῦν στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν
ψυχῶν, καὶ καμμία πεινασμένη ψυχὴ νὰ μὴ μένῃ χωρὶς τὸν ἐπουράνιο ἄρτο.
Γιατὶ αὐτὸς εἶνε ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη τοῦ κόσμου. Οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μὲ
τὴν ἀλήθειά σου, καὶ πάσχουν καὶ πεθαίνουν ὅταν αὐτὴ τοὺς λείψῃ. Ὦ
Κύριε, φτάνει μία καὶ μόνη λέξι σου νὰ χορτάσῃ ψυχές.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
ἀπὸ τὸ βιβλίον «Ἀκολούθει μοι» (1965), Ἀθῆναι 19893, κεφάλαιο Ἡ ἔρημος σσ. 112-122
«Κυριακὴ» 27…/2026 Ἡ ἔρημος (Ματθ. 15,33)
Ἡ ἔρημος – «Ποθεν ἡμιν ἐν ἐρημια ἄρτοι τοσουτοι ὥστε χορτασαι ὄχλον τοσουτον;» (Ματθ. 15, 33)