Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Τὰ «παραδοσιακὰ» ἐμβόλια – 1ον

Ὑπὸ Ἰωάννου Μιχ. Πίκουλα, Νομικοῦ

1ον

I. Τὸ θεολογικῶς, λογικῶς καὶ ἰατρικῶς ἀθεμελίωτον τῶν ἐμβολίων

  Ἡ πίστις ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν δὲν ἔχει ὡς θεμέλιο ἰδέες ἀνθρώπων. Ὡς θεμέλιο ἔχει γεγονότα ποὺ συνέβησαν σὲ ἱστορικὸ χρόνο.

  Τὰ γεγονότα αὐτά, μὲ τὴν χρονικὴ σειρὰ μὲ τὴν ὁποία συνέβησαν, εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων καὶ ἡ ἐπακόλουθη ὑποταγὴ ἀνθρώπων καὶ κτιστοῦ κόσμου στὴν φθορά, ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου Χριστοῦ, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ διδασκαλία Του, ἡ σταύρωσή Του καί ἡ Ἀνάστασή Του, ἡ Ἀνάληψή του, ἡ δημιουργία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἔκτοτε πορεία τῆς Ἐκκλησίας μέσα στον κόσμο, πάντοτε κλυδωνιζομένης καί οὐδέποτε καταποντιζομένης.

  Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω γεγονότα ἐξάγεται ὡς πρῶτο συμπέρασμα ἡ φιλευσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Ἔμπρακτη ἐπιβεβαίωση καὶ δεῖγμα αὐτῆς εἶναι καὶ ὅτι ὁ Θεὸς προίκισε τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀκόμη καὶ στὴν πτωχευμένη μεταπτωτικὴ μορφή του, μὲ ἐκπληκτικὲς ἱκανότητες αὐτοσυντηρήσεως καὶ αὐτοεπισκευῆς.

Εὔστοχα ἔχει ἐπισημανθῆ ἀπὸ σοβαροὺς γιατροὺς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος νὰ παραμένη λειτουργικὸς καὶ ἱκανὸς, νὰ αὐτοεξυπηρετῆται ἐπὶ πολλὰ ἔτη και δὴ καὶ ἕως ἐλάχιστο χρόνο πρὸ τοῦ ἀποχωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα.

Ἄλλο τὸ ζήτημα ὅτι οἱ ἁμαρτίες καὶ ἀδυναμίες μας κλονίζουν συχνὰ πρόωρα τὴν ὑγεία μας, ὅπως ἐπίσης ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα ὅτι ἐνδεχομένως ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει κάποιες ἀσθένειες γιὰ τοὺς δικούς Του -ἐξ ὁρισμοῦ φιλάνθρωπους- λόγους.

Ὅπως προσφυῶς ἔχει λεχθῆ, ὁ θεόσδοτος ὀργανισμός μας εἶναι πιὸ σοφὸς ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους!

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται τὸ θεολογικῶς καὶ ἰατρικῶς ἔγκυρο πόρισμα ὅτι ἡ φυσιολογικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου (default state κατὰ τοὺς Ἀγγλοσάξονες) εἶναι ἡ ὑγεία καὶ ὄχι ἡ ἀσθένεια. Κανόνας εἶναι ἡ ὑγεία. Ἡ ἀσθένεια ἀποτελεῖ ἐξαίρεση.

Τὸ ἀμέσως ἀνωτέρω ἐκτιθέμενο πόρισμα, τὸ ὁποῖο θεολογικῶς ἐρείδεται στήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, εἶναι καὶ παραδεδεγμένη ἀρχὴ τῆς Ἱπποκρατείου ἰατρικῆς καὶ ἀντιλήψεως, ἥτις πλήρως ἐναρμονίζεται μὲ τὴν πίστη μας.

Ἡ Ἱπποκράτειος ἰατρικὴ ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ φυσική, κανονικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ ὑγεία καὶ γι’αὐτὸ ἀποδοκιμάζει τὴν ἄμετρο ἰατρικὴ πολυπρα­γμοσύνη.

Ὑπογραμμίζει ὡς πρώτιστο καθῆκον τοῦ ἰατροῦ νὰ μὴ προκαλέση βλάβη, δηλαδὴ νὰ μὴ κάμη τὰ πράγματα χειρότερα ἐν τῇ προσπαθείᾳ του νὰ τὰ κάμη καλύτερα.

Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ σημειώνεται ὅτι οἱ ἀρχὲς τῆς Ἱπποκρατείου ἰατρικῆς ἔχουν μὲν γίνει πλήρως ἀποδεκτὲς ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἀλλὰ τὰ τελευταῖα ἔτη στὴν πράξη γίνονται ὁλοένα καὶ λιγότερο σεβαστές, πρὸς χάριν σκοπιμοτήτων ξένων πρός τό θεῖον θέλημα.

Ἡ ἱερότητα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος  εὐτελίζεται μὲ τὴν πρόταξη τῆς ἀπαρεγκλίτου τηρήσεως «πρωτοκόλλων» ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἀσθενοῦς, μὲ τὸν λεγόμενο «ἐγκεφαλικὸ θάνατο», μὲ τὴν προώθηση χειρουργικῶν ἐπεμβάσεων ἀλλαγῆς φύλου ποὺ αὐτόχρημα συνιστοῦν προσβολὲς σώματος καὶ ψυχῆς, μὲ τὴν προώθηση τῆς «εὐθανασίας» κλπ.

Δεῖγμα τῶν χαλεπῶν καιρῶν μας εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι στὶς πλεῖ­στες δυτικὲς ἰατρικὲς Σχολὲς ὁ ὅρκος τοῦ Ἱπποκράτους ἔχει καταστῆ προαιρετικός, μὲ ἀπάλειψη κάθε ἀναφορᾶς στὸ θεῖον καὶ ἐπίσης τῆς ἀναφορᾶς σὲ μὴ συνέργεια τοῦ ἰατροῦ σὲ ἄμβλωση. Ὑπάρχουν πάντως, εὐτυχῶς, φοιτηταὶ ἰατρικῆς οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἀποφοίτησή τους ζητοῦν καὶ δίδουν τὸν ὅρκο τοῦ Ἱπποκράτους χωρὶς περικοπές.

Ἡ Ἱπποκράτειος ἰατρικὴ ἀντιλαμβάνεται τὸν ἄνθρωπο ὡς ἕνα σύνθετο ψυχοσωματικὸ ὀργανισμό, ὅπου ὅλα τὰ μέρη καὶ ὄργανά του, ὅταν εὑρίσκονται σὲ ἰσορροπία, λειτουργοῦν καὶ ἀλληλοεπιδροῦν ἐν ἁρμονίᾳ.

Ἡ ἰσορροπία αὐτή, τὴν ὁποία ἡ σύγχρονη ἰατρικὴ ἀποκαλεῖ «ὁμοιόσταση» τοῦ ὀργανισμοῦ, ὑποδηλώνει τὴν ὕπαρξη ὑγείας.

Συνεπῶς, ἀντιθέτως, ἡ ὁποιαδήποτε ἀνισορροπία, δηλαδή ἡ διατάραξη τῆς «ὁμοιοστάσεως», ὑποδηλώνει ἀσθένεια ἤ πάθηση.

Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὶς ὑγιεῖς Ἀρχὲς τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, ὅπως αὐτὲς μᾶς ἔχουν παραδοθῆ ἀπὸ τὴν Ἱπποκράτειο παράδοση, ἐφ’ὅσον καὶ ἐνόσῳ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑγιής, ἤτοι ἐφ’ὅσον διατελεῖ ἐν ἰσορροπίᾳ (ἐν ὁμοιοστάσει), οὐδενὸς φαρμάκου ἀνακύπτει χρεία.

Γλωσσικὴ ἀπήχηση αὐτῆς τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως εὕρηται στὴν σοφὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὴν «ζῶσα γλῶσσα τῆς ζώσης Ἐκκλησίας», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ρήση τοῦ Γερμανοῦ λογίου Βιλάμοβιτς, ἡ ὁποία ἐλέχθη μὲν γιὰ τὴν λατινική γλῶσσα σὲ ἐποχὴ ποὺ ὑφίστατο στοὺς παπικοὺς ἡ λεγομένη «λατινικὴ λειτουργία» [«Latin Mass»], πλὴν ὅμως, εὐτυχῶς, ἰσχύει εἰσέτι πλήρως ὅσον ἀφορᾶ τὰ καθ’ἡμᾶς.

Συγκεκριμένα, ἡ σοφὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα χρησιμοποιεῖ τὴν λέξη φάρμακο τόσο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ θεραπευτικοῦ μέσου ὅσο καὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ δηλητηρίου (ἐξ οὗ καὶ «φαρμακεῖα», «φαρμακώθηκα», «φαρμάκι» κλπ.).

Ὑποδηλώνεται ἔτσι ὅτι ὅπως μὲ τὴν ἀσθένεια, οὕτω καὶ μὲ τὸ φάρμακο διαταράσσεται ἡ ἰσορροπία τοῦ ὀργανισμοῦ.

Πράγματι, σοβαροὶ ἰατροὶ ἔχουν ὑπογραμμίσει ὅτι κάθε φάρμακο εἰσαγόμενο στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν τελευταῖο ὡς προσβολή του καὶ ὁ ἀνθρώπινος ὀργανισμὸς ἀντιδρᾶ σὲ αὐτό.

Μὲ τὸν ὅρο «παρενέργεια» ὑπονοεῖται ἀκριβῶς ἡ συγκεκριμένη ἀντίδραση τοῦ ὀργανισμοῦ στὸ εἰσαγόμενο σὲ αὐτὸν φάρμακο (σὲ κάθε εἰσαγόμενο σὲ αὐτὸν φάρμακο ἀνεξαιρέτως!)

Ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑφίσταται φάρμακο χωρὶς «παρενέργεια», πρᾶγμα εὐχερέστατα διαπιστούμενο ἀπὸ τὸ φυλλάδιο (insert) ποὺ περιλαμβάνεται στὴν συσκευασία κάθε φαρμακευτικοῦ σκευάσματος.

Ἁπλῶς τὸ φάρμακο, ὅταν λειτουργῆ θεραπευτικῶς καὶ ὄχι ὡς δηλητήριο, διαταράσσει τὴν ἰσορροπία τοῦ ὀργανισμοῦ πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση ἀπὸ ἐκείνη πρός τὴν ὁποία ὤθησε τὸν ὀργανισμὸ ἡ ἀσθένεια, εἰς τρόπον ὥστε, τελικῶς, νὰ ἐπανέλθη ὁ ὀργανισμὸς στὴν πρότερη κατάσταση ἰσορροπίας, στὴν ὁποία εὑρίσκετο ὑγιής, προτοῦ δηλαδὴ ἐνσκήψη ἡ ἀσθένεια.