Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Τό «μάτι» τοῦ διαβόλου

 

νησιώτικος, θαλασσινός ἀέρας ἔχει κάτι τό διαφορετικό· σά νά ἔχει ἄχτι, μιά ἰδιότυπη μανία νά σέ πάρει καί νά σέ σηκώσει. Βέβαια, στή βεράντα τοῦ Κωνσταντῆ, ἔκοβε λίγο, ἀλλά παρά ταῦτα, ὁ ἴδιος ἔνοιωθε πώς βρίσκονταν στό καΐκι τοῦ καπετάν Ἀντώνη καί ἔπλεε, καθώς ὁ ἐξώστης ἔμοιαζε σάν πλώρη καί ὁ ἀγέρας ἔσπρωχνε ἀσταμάτητα τά ζωηρά κυματάκια ἐμπρός του, προσδίδοντας τή ψευδαίσθηση τῆς κίνησης. Τό καράβι τῆς γραμμῆς, διαγωνίως ἀπέναντι στό λιμάνι, μάζεψε τίς ἄγκυρες καί ἑτοιμάστηκε νά ξεκινήσει γιά τό ἑπόμενο λιμάνι του. «Μιά θάλασσα εἶναι καί ἡ ζωή», σκέφθηκε ὁ Κωνσταντῆς· «ἄλλοτε ἤρεμη, ἄλλοτε τρικυμισμένη. Καί τό καράβι τοῦ καθενός, ἀρμενίζει ἀπό λιμάνι σέ λιμάνι».

* * *

Ὁ Κωνσταντῆς εἶχε ἀνάγκη ἀπό ξεκούραση. Ἤθελε νά ἀλλάξει παραστάσεις, νά ἀλλάξει εἰκόνες, νά ξεφύγει λίγο ἀπό τήν πιεστική ζωή τῆς μεγαλούπολης, νά βρεθεῖ λίγο μόνος μέ τόν ἑαυτό του καί νά ἡσυχάσει. Προτίμησε ἕνα μικρό ὄμορφο αἰγαιοπελαγίτικο νησί. Τό σπίτι πού τόν φιλοξενοῦσε, σχεδόν ἐπάνω στή θάλασσα, ἦταν αὐτό πού τόν ἀνέπαυσε. Χωρίς τεχνητούς θορύβους καί ἀσχήμιες. Μόνος μέ τή φύση, τή δημιουργία καί τόν Δημιουργό. Ὅ,τι ἀγκάλιαζε ἡ ματιά του, ἔδενε ἁρμονικά μέ τό περιβάλλον. Ἡ ἀπέραντη γαλάζια θάλασσα, μιά μικρή βραχονησῖδα ξαπλωμένη νωχελικά μπροστά του, τό λιμάνι πιό πέρα, τά καΐκια πού χόρευαν ρυθμικά, οἱ γλάροι, λίγοι νησιῶτες καί ταξιδιῶτες, καί τό μεγάλο καράβι τῆς ἄγονης γραμμῆς πού ξεκινᾶ...

* * *

Ὁ περίπατος στήν γραφική παραλιακή ὁδό, ἦταν καί αὐτός χαλαρωτικός. Καμμία σχέση μέ τήν πολυσύχναστη καί πολύβουη ἀγορά τῆς πόλης. Ἕνας πεζόδρομος στή μέση, ἡ ἀμμουδιά ἀπό τή μία πλευρά καί μικρά μαγαζάκια μέ ἐνθύμια ἀπό τήν ἄλλη. Ἐκεῖνο πού κυριαρχοῦσε, καί τοῦ ἔκανε ἀρνητική ἐντύπωση, ἦταν τά «μάτια». Μικρά «μάτια», μεγάλα «μάτια», γυάλινα «μάτια», ὑφασμάτινα «μάτια», πλεκτά «μάτια», κρεμαστά "μάτια", μαγνητάκια «μάτια»· σέ κάθε ἀναμνηστικό, βρέ γαϊδουράκος ἦταν, βρέ κοχύλι ἦταν, βρέ τό νησί ἦταν, εἶχε καί ἕνα κολλημένο «μάτι» ἐπάνω του! «Νά πάρει ἡ εὐχή», σκέφθηκε, «ὁ διάβολος ἔβαλε παντοῦ τό μάτι του...! Ἀκόμη καί σέ αὐτήν τήν ἐρημιά...!».

Μή ἀντέχοντας τό θέαμα, μᾶλλον ξεσήκωνε κάποιον θυμό μέσα του, ἔκανε νά φύγει. Ἐκεῖ ἔλαβε τή «χαριστική βολή»· ἕνας ταξιδιώτης, ἕλληνας, τόν κοίταξε καί τοῦ εἶπε:

-Ἔχει πολύ ὡραία ἀναμνηστικά μέ «ματάκια» ἐδῶ, εὐκαιρία νά πάρω ἕνα γιά νά μέ προσέχει... νά μήν μέ ματιάζουν!

Ὁ Κωνσταντῆς τόν κοίταξε ἐρευνητικά, τόν ζύγισε καί ὁ νοῦς του ταλαντεύτηκε, ἄν ἔπρεπε νά τοῦ ἀπαντήσει ἤ νά σηκωθεῖ καί νά φύγει. Μετά ἀπό δευτερόλεπτα σιωπῆς καί ἴσως κάποιας ἀμηχανίας ἀποφάσισε καί τοῦ εἶπε:

-Λίγο ὀξύμωρο δέν εἶναι αὐτό;

-Τί ἐννοεῖς; Κατ’ ἀρχάς νά συστηθοῦμε· Λάμπρος...

-Κωνσταντῆς... Θέλεις Λάμπρο, νά πάρεις τό «μάτι τοῦ διαβόλου», ὅπως τό ἔλεγε ὁ πατέρας μου, γιά νά σέ προστατεύσει ἀπό τήν δαιμονική ἐνέργεια, δηλαδή τόν ἴδιο τόν διάβολο;

-Μά... πῶς γίνεται αὐτό Κωνσταντῆ;... καί ἡ ἐκκλησία δέν πιστεύει στό «μάτι»;

-Ἕτερον ἑκάτερον Λάμπρο· μέ τό νά πιστεύεις πώς ἕνα γυάλινο «μάτι», ἕνα κομμάτι γυαλί στήν οὐσία, θά σέ προστατεύσει ἀπό ὁτιδήποτε, δέν νομίζεις ὅτι γυρνᾶμε πίσω στήν εἰδωλολατρία; Ἔχει κάποια δύναμη ἤ κάποια ἐνέργεια τό γυαλί ἤ κάποιο ὑφασμάτινο «μάτι»; Μόνο ὁ Χριστός προστατεύει, ἡ δύναμη πού ἔχει ὁ Σταυρός Του! Ἡ Ἐκκλησία φυσικά, πιστεύει στήν βασκανία. Ὑπάρχει καί εἰδική εὐχή πού ὅμως, διαβάζει μόνο ὁ ἱερέας. Ἐάν ὁ χριστιανός κάνει πνευματική ζωή, φορᾶ τόν Σταυρό του, ἐξομολογεῖται καί κοινωνεῖ τόν Χριστό, δέν τόν πιάνει κανένα «μάτι»...

-Τί λές βρέ Κωνσταντῆ. Ὅσο τό σκέφτομαι, τόσο πιστεύω ὅτι ἔχεις δίκιο. Πῶ, πῶ, τί θά πάθαινα, τελικά δέν γνωρίζουμε τίποτε γιά τήν πίστη μας, καί λέμε καί ὅτι εἴμαστε χριστιανοί...!

-Ἔτσι εἶναι, καί χωρίς νά τό καταλάβουμε, σιγά σιγά, λίγο λίγο, μᾶς κερδίζει ὁ διάβολος μέ τίς πολλές, ποικίλες, μικρές ἤ μεγάλες, ἁπλωμένες παγίδες του...

Αὐτά εἶπε ὁ Κωνσταντῆς, καί δόξασε ἀπό μέσα του τόν Θεό, πού ἔλαχε σέ καλοπροαίρετο καί λογικό ἄνθρωπο. Ποιός ξέρει τί πικρές ἐμπειρίες εἶχε στό παρελθόν ἀπό παρόμοιες συζητήσεις...

«Φιλήμονας»