Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ: «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ, ΕΣΤΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ»!

Παπικὴ προσκύνησις. Ὁ Προκαθήμενος Χριστόδουλος εἰς τὸ Φανάριον (13/7/1998). Σύμπαντες οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ λαϊκοί, πλὴν τῶν Ἐπισκόπων, προσεκύνησαν πρηνεῖς τὸν Βαρθολομαῖον. Ἐκτραχηλισμός. Ἀφώρισε (30/4/2004) καὶ τὸν Χριστόδουλον. Μόνον οἱ βάρβαροι προσεκύνουν τὸν βασιλέα αὐτῶν, οὐδέποτε οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες. 

Τὸ Φανάρι προκαλεῖ ἀνταγωνισμούς, διαμάχας καὶ σχίσματα καθ’ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν 

ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ: «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ, ΕΣΤΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ»! 

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος διαστρέφει τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν. Εἶναι ἕνας ἐκ τῶν δεκατεσσάρων πρώτων τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τοῦ κ. Γεωργίου Τραμπούλη, θεολόγου

  Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (κεφ. δ΄ 32) μᾶς πληροφοροῦν σχετικά μέ τήν ζωή τῶν πρώτων χριστιανῶν ὅτι «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία, καί οὐδέ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ’ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά». Ἡ ἀναφορά αὐτή τῶν Πράξεων ἀποτελεῖ τό μέτρο, τόν κανόνα τῆς καθολικῆς ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας καί συνάμα καταδεικνύει ὅτι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι προϊόν πειθαρχίας, συμφωνιῶν ἤ συμβιβασμῶν, ἀλλά εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποία δώρησε ὁ Κύριός μας στούς μαθητές του κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

  Ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική καθώς ἀποτελεῖ τό μόνο θεανθρώπινο ὀργανισμό, ὁ ὁποῖος ἐμπεριλαμβάνει «τά πάντα, τά ἐν τοῖς οὐρανοῖς καί τά ἐπί τῆς γῆς, τά ὁρατά καί τά ἀόρατα», ἑνώνοντας μεταξύ τους τά μέλη της σέ ὅλες τίς τοπικές Ἐκκλησίες, ἔχοντας ὡς κεφαλή τους τόν Χριστό. Ἡ καθολικότητά της φανερώνεται καί στό πιό μικρό τμῆμα της, στήν κάθε ἐπιμέρους πράξη της, στό κάθε γεγονός τῆς ζωῆς της. Γιά αὐτό ἄλλωστε ὁ σοφός Πατήρ Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ἀναφερόμενος στήν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί στό ὅτι εἶναι καθολική σέ κάθε ἔκφανση τῆς ζωῆς της, ἀκόμα καί στό πιό ἁπλό γεγονός της, θά τονίση ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καθολική εἰς ἑκάστην ἐπισκοπήν της, δηλαδή εἰς ἑκάστην ὀρθόδοξον εὐχαριστιακήν κοινότητά της, ἀλλά καί εἰς ἕκαστον ἐπίσκοπόν της καί ἕκαστον πιστόν πρόσωπον ἐν αὐτῇ, εἰς ἕκαστον κύτταρόν της».

  Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας βρίσκεται στήν ἐν ἀληθινῇ πίστει κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού φανερώνεται ὡς σύνδεσμος ἀγάπης, ὡς ὁμόνοια τοῦ σώματος. Γεγονός τό ὁποῖο ἐπιβεβαιώνεται ἄλλωστε ἀπό τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή «ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν. εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα».

  Καί ἐνῶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ὅτι ἡ καθολικότητα διατρανώνεται «εἰς ἑκάστην ἐπισκοπήν της, εἰς ἕκαστον ἐπίσκοπόν της, εἰς ἕκαστον πιστόν μέλος της» διαμέσου τοῦ συνδέσμου τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης, τῆς ὁμονοίας, κάτι πού ἐξηγεῖ ἄλλωστε τό γεγονός τοῦ γιατί οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι μεταξύ τους στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παρατηρεῖται ὅτι στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καλλιεργεῖται συνειδητά ἡ θέσις ὅτι ὁ προκαθήμενός του εἶναι ὁ “πρῶτος” στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία· ἡ νέα αὐτή ὅσο καί πρωτάκουστη ἐκκλησιολογική τοποθέτηση τοῦ Πατριαρχείου, μάλιστα συνεχῶς “ἀναβαθμίζεται”, σέ σημεῖο πού ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς (κατά πολλούς, μέλλων Πατριάρχης), νά ἰσχυρισθῆ ὅτι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως «ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, εἶναι πρῶτος δίχως ἴσον (primus sine paribus)».

  Αὐτός ὁ θεολογικός ὑπερτονισμός τοῦ “πρώτου” ἀπό τό Φανάρι, σκοπό ἔχει νά ἐπιβάλη στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τή πεποίθηση ὅτι αὐτό λειτουργεῖ “ὡς τό κέντρο ἑνότητας καί ὡς ἡ ὁρατή κεφαλή τοῦ σώματος ὅλων τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν”. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ προκαθήμενος τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ὁ “πρῶτος” ἐφ’ ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κάτι ἀνάλογο πού ἰσχύει καί στή παπική ἐκκλησία γιά τόν πάπα Ρώμης! Μάλιστα, ἀποδίδονται στό πρόσωπο τοῦ “πρώτου”, καινοφανεῖς, ἀνυπόστατες καί ἀντικανονικές ἐξουσίες, πού δέν θεσπίσθηκαν ἀπό καμία Οἰκουμενική Σύνοδο, κάτι πού ὁδηγεῖ στό νά περιβάλεται ἡ συγκεκριμένη Ἐκκλησία μέ “εἰδικά” δικαίωματα, πχ τοῦ νά χορηγῆ μονομερῶς αὐτοκεφαλίες, ἤ νά δέχεται ἔκκλητο, δηλαδή προσφυγή σέ αὐτό προσώπων ἀπό ἄλλες τοπικές Ἐκκλησίες. Συστηματικά καλλιεργεῖται ἀπό τό Φανάρι, ὡς πρός τίς ἐξουσίες αὐτές -εἰδικά ἀπό τήν σύνοδο τῆς Κρήτης καί μετά- ἡ παπική ἀντίληψη ὅτι ὅποιος δέν ἔχει κοινωνία μέ τόν “πρῶτο” τῆς Ὀρθοδοξίας τίθεται ἐκτός κανονικότητος, δηλαδή δέν εἶναι πλήρης Ἐκκλησία· ὅμως αὐτή ἡ ἀντίληψη γιά τόν ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, πού θέλει τήν κανονικότητα καί τό πλῆρες μιᾶς τοπικῆς ἐκκλησίας νά ἀπορρέη ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή καί τήν ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως, καί ὄχι ἀπό μία προνομιακή ἀναγνώριση ὑπό τοῦ δῆθεν «πρώτου» τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅπως ἤδη ἐλέχθη:  ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «εἶναι καθολική εἰς ἑκάστην ἐπισκοπήν της, εἰς ἕκαστον ἐπίσκοπόν της».

  Εἶναι φανερό ὅτι ὅσο ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἰσχυροποιεῖται κεντρικά μέ τό νά ἐπιταχύνει τή διαδικασία τῆς πολιτικῆς της ὁλοκλήρωσης σέ ὁμοσπονδία κρατῶν (πού ὁλοένα καί μετατρέπονται οὐσιαστικά σέ «πολιτεῖ­ες» τοῦ ἑνιαίου ὑπερκράτους), τόσο τό Φανάρι μετεξελίσσεται σέ «Βατικανό» καί ὁ Προκαθήμενός του σέ «πάπα τῆς Ἀνατολῆς»· μάλιστα, αὐτήν τήν μετεξέλιξη προσπαθεῖ νά τήν θεμελιώση ψευδῶς σέ ἱεροκανονική βάση, εἰδικότερα στόν 34ο Ἀποστολικό κανόνα, ὁ ὁποῖ­ος θεσμοθετεῖ ὅτι σύνοδος ἄνευ πρώτου θεωρεῖται ἀτελής. Μία τέτοια ὅμως ἑρμηνεία δέν μπορεῖ νά ἔχη σχέση μέ τό κανονικό περιεχόμενο τοῦ Ἀποστολικοῦ αὐτοῦ κανόνα καί μέ τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Διότι σύμφωνα μέ αὐτόν, ἀφ’ ἑνός, ὁ πρῶτος εἶναι σέ ἄρρηκτο σύνδεσμο μέ τήν συγκεκριμένη σύνοδο τοῦ “ἔθνους” του, τῆς συγκεκριμένης τοπικῆς Ἐκκλησίας,  καί ἀφ’ ἑτέρου, ἡ ἔννοια τοῦ «πρώτου» κατά τόν ἐν λόγῳ κανόνα, εἶναι ἁπλῶς τοῦ προέδρου τῆς συνόδου, δίχως ἄλλα «εἰδικά» προνόμια ἤ δικαιοδοσίες. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἑρμηνεία πού τοῦ δίνει τό Φανάρι, εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένη, καί στερεῖται θεολογικοῦ νοήματος.

  Στόν 34ο Ἀποστολικό κανόνα τίποτα δέν λέγεται γιά τό δικαίωμα τοῦ πρωτείου, τό δῆθεν δικαίωμα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως νά συγκαλῆ σύνοδο καί, στό ὄνομά της, νά ἀσκῆ ἐξουσία πάνω σέ ἄλλους ἐπισκόπους ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Καί μάλιστα εἶναι τέτοιο τό θράσος τῶν ἀνθρώπων τοῦ Φαναρίου, πού ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Πατριάρχης δέν τά πῆρε μόνος του αὐτά τά δικαιώματα, οὔτε τά ἀπαίτησε, ἀλλά τά ἔδωσαν Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί ὅτι ὅποιος τά ἀμφισβητεῖ, ἀμφισβητεῖ τίς ἀποφάσεις τῶν θεοφόρων Πατέρων. Δηλαδή, κάτι ἀνάλογο πού ἰσχυρίζονταν οἱ Δυτικοί, προβάλλοντας πρωτεῖα ἐξουσίας μέσῳ τῶν ψευδο-Ἰσιδώρειων Διατάξεων καί τῆς ψευδο-Κωνσταντίνειας δωρεᾶς, ὥστε νά ἐπιβάλουν τίς ἀντικανονικές καί παράνομες ἐπιδιώξεις τους πάνω στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γίνεται φανερό, ὅτι οἱ συντονισμένες ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου νά ἐπιβληθῆ σέ ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει ὡς ἐπακόλουθο νά διασπᾶ τήν ἑνότητά της, νά ἐπιφέρη ἀνταγωνισμούς, διαμάχες καί σχίσματα, ὅπως συνέβη προσφάτως μέ τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας, καί τό οὐκρανικό ζήτημα.

  Ὁ καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς σημειώνει σχετικά μέ τό πρωτεῖο ὅτι, «Κατά τήν ἑρμηνεία τῆς Ἀνατολῆς τό “πρωτεῖο” ἀπέρρεε ἀπό τά “πρεσβεῖα τιμῆς” τῶν πέντε πατριαρχικῶν θρόνων. Τό “πρωτεῖο” αὐτό ἦταν ἀφ’ ἑνός μέν “πρωτεῖο τιμῆς” καί ὄχι “πρωτεῖο ἐξουσίας”, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἀναφερόταν μόνον στήν σχέση τοῦ “πρώτου” πρός τούς λοιπούς πατριάρχες καί ὄχι στήν σχέση τοῦ “πρώτου” πρός τό ὅλο σῶμα τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας», κάτι τό ὁποῖο κατεργάζεται σήμερα τό Φανάρι.

  Ἐπίσης, ἡ ἑρμηνεία πού δίνει τό Φανάρι στόν 28ο κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι δῆθεν «ρητά ἀνέθεσε στόν ἐπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως τήν ποιμαντική φροντίδα τῶν ἐδαφῶν ἐκτός τῶν γεωγραφικῶν ὁρίων τῶν ἄλλων κατά τόπους (Αὐτοκεφάλων) Ἐκκλησιῶν», εἶναι ἄν μή τι ἄλλο ἀδόκιμη. Ὁ καθηγητής Βασίλειος Γιαννόπουλος, ἀναφερόμενος στόν 28ο κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πάνω στόν ὁποῖο βασίζεται τό Φανάρι, γιά νά δικαιολογήση τά ὅποια “πρεσβεῖα τιμῆς” πού δῆθεν ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως δικαιοῦται, σημειώνει ὅτι «Κατά τήν Σύνοδο, τά “πρεσβεῖα τιμῆς”, ὁ θρόνος τῆς Ρώμης τά ὄφειλε στό ὅτι ἡ Ρώμη ἦταν ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους, ὁπότε καί ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀξιοῦτο τῶν ἴσων πρεσβείων τιμῆς μέ τόν Ρώμης. Ἡ δικαιοδοσία πού ἀναγνώρισε ἡ Σύνοδος στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι νά χειροτονεῖ ἁπλῶς τούς μητροπολίτες τῆς Ἀσίας, τοῦ Πόντου καί τῆς Θράκης καί μόνον τούς ἐπισκόπους τῶν ὁποίων οἱ θρόνοι κατέχονται ἀπό βαρβάρους. Ἑπομένως, ὁ 28ος κανόνας καθορίζει μέ σαφήνεια τό πλαίσιο καί τήν οὐσία τῶν ἐκτός Κωνσταντινουπόλεως δικαιοοδοσιῶν τοῦ θρόνου αὐτῆς. Κάθε ἄλλη ἀξίωση τοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου, ὡς δῆθεν βασιζόμενη στόν 28ο κανόνα εἶναι ἀνεδαφική καί ἀντικανονική.

  «Ἄλλωστε,» συνεχίζει ὁ καθηγητής, «σήμερα οὔτε Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία ὑπάρχει, οὔτε διοικήσεις, οὔτε μητροπόλεις καί ἐπισκοπές, ὅπως τίς ἤθελε ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος, οὔτε βάρβαροι. Ἐάν, θελήσουμε νά μιλήσουμε γιά βαρβάρους, θά συμφωνούσαμε ὅτι ὅλοι οἱ ἀρχαῖοι ὀρθόδοξοι πατριαρχικοί θρόνοι βρίσκονται σήμερα “ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς”, λόγῳ τῆς ἐπέλασης τῶν Ἀράβων καί τῶν Τούρκων».

  Τό Φανάρι, μέ τήν ἑρμηνεία πού δίνει στόν ὅρο “πρῶτος”, ἀποβλέπει σέ μία πλήρως ἀναμορφωμένη σχέση μέ τό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι σέ ἀναφορά μόνον πρός τούς ὁμοταγεῖς Πατριάρχες καί προκαθημένους τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Παρατηρεῖται δηλαδή μία αὐτονόμηση ἀπό τήν διαχρονική συνοδική πρακτική, ἡ ὁποία ὀφείλει νά χαρακτηρίζη τήν λειτουργία τῆς καθ’ ὅλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Διά τῶν καινοφανῶν θεωριῶν αὐτῶν, ὁ ὅρος “πρῶτος” ἔχει καταστῆ πλέον τίτλος πού ἀποδίδεται ἀποκλειστικά στό πρόσωπο τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καί τήν ἴδια στιγμή χρησιμοποιεῖ τούς ὅρους “Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν” καί “Οἰκουμενικός”, γιά νά δικαιολογήση πρωτεῖα καί δικαιώματα, ὅταν ὅλοι γνωρίζουν ὅτι μόνον ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων μπορεῖ νά ὀνομαστῆ Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν!

  Ὁ θεῖος Νικόδημος στό «Πηδάλιο», στίς σημειώσεις του ἐπί τοῦ 28ου κανόνος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου σημειώνει σχετικά μέ τόν ὅρο «Οἰκουμενικός», “ὅτι οὐ λέγεταί ποτε Οἰκουμενικός ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἀλλ’ οὐδέ ὁ Ρώμης, ἤ ἄλλος τινάς, εἰμή μόνος ὁ Χριστός, ὁ τῆς οἰκουμένης ὅλης ἀληθῶς Πατριάρχης, ᾧ ἐδόθη πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς· […] Ὅθεν ἡ ὁμωνυμία τοῦ ὀνόματος τούτου ἐπροξένησε τά σκάνδαλα μεταξύ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Νηστευτοῦ καί τῶν Ρώμης Παπῶν, Πελαγίου λέγω, καί Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου. Οὗτοι μέν γάρ, κατά τό πρῶτον σημαινόμενον ἐκλαμβάνοντες τό, Οἰκουμενικός, ὠνόμαζον τόν τίτλον τοῦτον βλάσφημον, διαβολικόν, καί ἄλλα πολλά· καί ὅτι ὅποιος θέλει νά ὀνομάζεται Οἰκουμενικός, ἐστί τοῦ Ἀντιχρίστου πρόδρομος καί κατά τοῦτο ἀλήθευον.” Τό ὅτι ὁ νῦν Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀρνεῖται νά καταλάβη τίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων, ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἔχει πάρει λάθος δρόμο, ὄχι ἐκεῖνο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τοῦ Ἀντιδίκου.

  Εἶναι ἰδιαίτερα τραγικό μία ὁλόκληρη τοπική Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἀνέδειξε πλῆθος ἁγίων Πατριαρχῶν, ὅπως τόν Γρηγόριο Θεολόγο, τόν Χρυσορρήμωνα Ἰωάννη, τόν πολύ Μέγα Φώτιο καί τόσους ἄλλους, νά ἔχη περιέλθει σέ τέτοια σύγχυση, ὥστε νά ἀποδίδη στά πρεσβεῖα τιμῆς πού θέσπισε ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, πρωτοφανῆ δικαιώματα καί ἐξουσίες.

  Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἑρμηνεύοντας στό «Πηδάλιο» τόν παρόντα κανόνα, στήν ἑρμηνεία γράφει ὅτι “Ἡ δέ, μετά πρόθεσις, ἐνταῦθα δέν δηλοῖ ὑποβιβασμόν καί ἐλάττωσιν, καθώς οὐκ ὀρθῶς ἑρμηνεύει ὁ Ζωναρᾶς ἐπειδή, μέ τό νά εἶναι μετά τόν Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ἀλεξανδρείας, μετά δέ τόν Ἀλεξανδρείας ὁ Ἀντιοχείας, καί μετά τόν Ἀντιοχείας ὁ Ἱεροσολύμων, ἔσονται τέσσερα εἴδη ὑποβιβασμοῦ τιμῆς, καί ἀκολούθως πέντε διάφοροι τιμαί μία τῆς ἄλλης ἀνώτερα, ὅπερ ἐναντίον ἐστί πάσῃ τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, καί μόνον δεκτόν τοῖς λατίνοις καί Λατινόφροσιν, ἀλλά δηλοῖ ἰσότητα τιμῆς, καί τάξιν, καθ’ ἥν ὁ μέν ἐστι πρῶτος, ὁ δέ, δεύτερος. Ἡ παρατήρηση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου ὅτι Λατινόφρονες, ὅπως ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀποδίδουν στά πρεσβεῖα τιμῆς δικαιώματα καί ἐξουσίες, ἐπιβεβαιώνει τό πόσο θά πρέπη νά ἀνησυχοῦμε καί νά γρηγοροῦμε, σχετικά μέ τό Φανάρι.

  Ἡ ἑνότητα, τήν ὁποία ὀφείλει νά ὑπηρετῆ κάθε τοπική Ἐκκλησία, στήν περίπτωση τοῦ Φαναρίου κυριολεκτικῶς τορπιλίζεται, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἀλαζονικῆς συμπεριφορᾶς του, ἀφοῦ μέ δῆθεν προκάλυμμα τήν «διακονία», προωθεῖ τίς ἐξουσιαστικές του βλέψεις. Μία διακονία ἡ ὁποία ἔχει ἄλλωστε ὡς βασική αἰτία τόν ἐγωισμό, τήν κενοδοξία καί τήν ὑπερηφάνεια, οἱ ὁποῖες ἀπό τήν φύση τους εἶναι διασπαστικές τῆς ἑνότητας. Κακίες, οἱ ὁποῖες σέ πρώτη φάση ὁδήγησαν τόν Ἑωσφόρο καί τούς ὁμόφρονές του ἀγγέλους ἐκτός τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό, σέ δεύτερη τήν ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καί στήν παροῦσα φάση ὁδηγοῦν τό Φανάρι ἀσμένως στό παράδειγμα τῆς Ρώμης.

  Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία ἔχει καταδείξει ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως νά ὑποτάξη τά ἄλλα Πατριαρχεῖα εἶναι μία πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἔχει λάβει ἔντονη διάσταση μετά τήν ἅλωση τῆς Πόλεως τό 1453 ἀπό τόν Μωάμεθ Β΄. Ὁ Πορθητής, παρέχοντας θρησκευτικά καί πολιτικά προνόμια στόν ἑκάστοτε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καί καθιστώντας τον θρησκευτικό καί πολιτικό ἡγέτη ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, τόν κατέστησε Ἐθνάρχη (Μιλλέτ-μπασή) τοῦ Γένους. Ἡ πραγματικότητα αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς ξένη πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε σάν ἐπακόλουθο νά ἐξαντλῆ ὁ ἑκάστοτε Κωνσταντινουπόλεως τήν ἐκκλησιαστική του ἐξουσία ὄχι μόνον στίς ὑπό αὐτοῦ μητροπόλεις τοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί πέραν τῶν δικαιοδοσιῶν του, ἐπί τῶν ἄλλων δηλαδή Πατριαρχείων, τά ὁποῖα ὑπάγονταν στήν Ὀθωμανική ἐξουσία. Καί ἄν ἀναλογισθοῦ­με ὅτι πολύ συχνά οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, λόγῳ πολιτικῶν καταστάσεων, διέμεναν μόνιμα στήν Πόλη, ἡ ἐπικυριαρχία του γινόταν ἀκόμα πιό ἄμεση. Ὅμως, σέ ἀντίθεση μέ τήν σημερινή πραγματικότητα, οἱ Πατριάρχες μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα χαρακτηρίζονταν γιά τό ἀνόθευτο ἐκκλησιαστικό τους φρόνημα, τόν σεβασμό τους πρός τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί τήν πίστη τους στό ὀρθόδοξο δόγμα.

  Δυστυχῶς ὅμως τόν 20ό αἰώνα, ὅπου τό ὀρθόδοξο φρόνημα ἐξέπεσε, εἰδικότερα μετά τήν διάλυση τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας καί λίγο ἀργότερα τήν ἀνάρρηση τοῦ Ἀθηναγόρα, παρατηρεῖται ἡ πλήρης καθυπόταξη τοῦ Φαναρίου στήν Δύση τόσο πνευματικά ὅσο καί πολιτικά, μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση τόν Οἰκουμενισμό. Ἔτσι, τό Φανάρι σήμερα ἔχοντας ἀντικαταστήσει τόν Σουλτᾶνο μέ τόν πρόεδρο τῆς Ἀμερικῆς, ὑποταγμένο ὁλοτελῶς στήν ἀμερικανική διπλωματία, παραδίδει αὐτοκεφαλία στούς σχισματικούς καί ἀβάπτιστους-αὐτοχειροτόνητους τοῦ «Μητροπολίτου» Ἐπιφανίου. Ἔχει δέ ἰδιαίτερο ρόλο στήν προώθηση τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῶν δυτικῶν «ἀξιῶν», ἔχοντας πνευματικά καί θεολογικά ἀλλοιωθῆ πλήρως ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι γνήσιο γέννημα τῆς ὑπερφιλελεύθερης τάσης ἐντός τοῦ προτεσταντισμοῦ.

  Ἡ Πατριαρχική ἐγκύκλιος ὅμως τοῦ 1848, ἡ ὁποία καταδίκασε κάθε αἵρεση καί νεωτερισμό στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀναφερόμενη στόν λαό τοῦ Θεοῦ τονίζει ὅτι: «οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ, ὡς ἔργῳ ἐπειράθησαν καί πολλοί τῶν ἀπό τοῦ σχίσματος Παπῶν τε καί Πατριαρχῶν Λατινοφρόνων, μηδέν ἀνύσαντες».

  Τό φρόνημα τῶν Πατέρων μας καλεῖται καί σήμερα νά ἐστερνισθῆ ὁ πιστὸς λαός, ὥστε νά μή εἶναι εὔκολη λεία στὴν Οἰκουμενιστική λαίλαπα. Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας τή δεξιά Κυρίου ὡς ὁδηγό καί ἀμύντορα, ὁφείλει νά μή δειλιάζη ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ στιγματισμοῦ, καί νά καταντᾶ -ἐνόχως- νά σιωπᾶ, πειθαρχώντας στά τοῦ κόσμου. Καλεῖται ὁ πιστός λαός, ὁ φύλαξ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, νά συνειδητοποιήση ὅτι, ὅταν διώκεται ὁ Χριστός, ὅπως συμβαίνει σήμερα ἀπό τό Φανάρι καί τούς συμμάχους του, εἶναι ὑπεύθυνοι ὅλοι οἱ ἀληθῶς πιστεύοντες Χριστιανοί νά διακηρύττουν μέ παρρησία τήν ἀλήθεια τῆς ἀμωμήτου πίστεως καί νά ὁμιλοῦν ἐλεύθερα καί ἀδούλωτα πρός πᾶσαν κατεύθυνση. 

ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ: «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ, ΕΣΤΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ»!