Του Πρωτοπρεσβυτέρου  και εφημέριου του Ι.Ν Αγίων  Ταξιαρχών  Ιστιαίας Στεφάνου Στεφόπουλου

“Σώσον ημάς Παράκλητε Αγαθέ”

Με την ευκαιρία της εορτής της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος (Αγίας Τριάδος) και την αυστηρή προειδοποίηση του Κυρίου ότι (Ματθ. ιβ’ 31-32) “η δε του Πνεύματος βλασφημία ουκ αφεθήσεται τοις ανθρώποις…ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι”,στο κείμενο αυτό θα γίνει με τη χάρη του Χριστού μας μιά ελάχιστη προσπάθεια συμβολής στην διάδοση της αλήθειας.

Ως αλήθεια δε νοείται μόνο ό,τι μας δίδαξε διά των αγίων Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας το Πνεύμα της αληθείας που έπεμψε ο Χριστός μας (Ιωα. ιε’ 26) για να μας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν (Ιωα. ιστ’ 13).

Βλασφημία του Αγ. Πνεύματος, μεταξύ άλλων είναι η αμετανοησία που οδηγεί στην πόρωση της καρδιάς και η απόδοση των ενεργειών του Θεού στον Διάβολο και το αντίθετο, όπως έγινε σε κάποιες περιπτώσεις από τους Γραμματείς και Φαρισαίους και αφορούσε πράξεις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Ας δούμε κάποιες μορφές βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος στις οποίες υποπίπτουν σύγχρονοί μας θεολόγοι με χαρακτηριστικά παραδείγματα.

1) Προ 20ετίας, στο έγκυρο θεολογικό περιοδικό της Εκκλησίας μας “Θεολογία” (τομ. 77, τευχ. 2, Ιούλ-Δεκ. 2006, σελ. 383) διαβάσαμε άρθρο του μακαριστού καθηγητού Ευαγγέλου Θεοδώρου με τίτλο:

“Προσέγγισις Μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών -Συμβολή στον Οικουμενικόν Διάλογον εξ αφορμής της 40ετούς υπάρξεως του Ανατολικοεκκλησιαστικού Ινστιτούτου στο Ρέγκενσμπουργκ”.

Παρατρέχουμε πολλά γιά να σας μεταφέρουμε στη σελίδα 392 όπου ο καθηγητής ισχυρίζεται πως :

“Στα Συμπόσια του Ρέγκενσμπουργκ διαπιστώσαμε επίσης, ότι μερικές αντιλογίες είναι μόνον “θεολογούμενα”, δηλαδή ελεύθερες θεολογικές γνώμες, που δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να δικαιολογούν αφορμήν προς χωρισμούς. ΑΥΤΟ ΙΣΧΥΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ, ΟΤΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, των οποίων κάθε διατύπωσις χρησιμοποιεί ανθρωπομορφικές έννοιες και ανθρώπινες κατηγορίες… Οι θεολογικές έννοιες συμμετέχουν γνωστικώς στην πραγματικότητα του αντικειμένου του (θεολογικού) στοχασμού, χωρίς να ταυτίζονται με αυτό. Είναι αληθινές γλωσσικές εκφράσεις, αλλά βλέπουν το μυστήριο μόνον από μακριά”.

Αν, λοιπόν, τα μυστήρια της Αγίας Τριάδος είναι, όπως ισχυρίζεται ο καθηγητής, “θεολογούμενα” θέματα και όχι αποκρυσταλλωμένες και συνοδικώς διατυπωμένες δογματικές αλήθειες, τότε το ίδιο “θεολογούμενες” -γι αυτόν- είναι και οι ενδοτριαδικές σχέσεις άρα και το filioque!!!

Πόσο βολικό αλήθεια!

Με την δικαιολογία ότι οι θεολογικές έννοιες είναι, κατ αυτόν, απλές ανθρωπομορφικές εκφράσεις που “βλέπουν το μυστήριο μόνον από μακριά”.

Εδώ δεν αγγίζουμε αν μη και ξεπερνάμε τα όρια της βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος όταν σχετικοποιούμε και πάλι ανθρωπομορφικώς και ίσως και “Θεοφοβικώς” τις δογματικές μας αλήθειες οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και ως ανθρωπομορφικές εκφράσεις συνοδικώς εδώ και 17 και πλέον αιώνες;

Και ποιός είναι αυτός που τις διατύπωσε και στήριξε και δίδαξε και επικύρωσε;
Όχι η Εκκλησία μας;
Όχι οι θεοφώτιστοι απλανείς θεολόγοι της Εκκλησίας μας, οι Άγιοι Πατέρες;

Κι αυτοί πως έφτασαν στις ακριβείς, κατά το ανθρώπινο δυνατό, διατυπώσεις αν μη φωτιζόμενοι από το Πανάγιο Πνεύμα;
Και μάλιστα έχοντας και την ανάλογη πνευματική ζωή η οποία τους αξίωσε της κατά χάριν θέωσης, της ελλάμψεως, της δι αποκαλύψεως ερμηνείας του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος;

Και ερχόμαστε εμείς, σήμερα, οι της “θεολογίας φωστήρες” να υποβιβάσουμε την Αγία Τριάδα σε θεολογούμενο θέμα προκειμένου να εξυπηρετήσουμε τον θεολογικό διάλογο με την Παπική “Εκκλησία”;

Τελικά, γιά να έχουμε το καλό ερώτημα, ποιά είναι τα δογματικά θέματα ή μήπως δεν υπάρχουν;

2) Στα θεολογικά κριτήρια αποδοχής μιάς χριστιανικής ομολογίας ως μέλους του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (στο εξής ΠΣΕ) στην παράγραφο 5 διαβάζουμε :

“The church recognizes in the other member churches elements of the true church, even if it does not regard them as churches in the true and full sense of the word”.

Δηλαδή, αναγκαστικά, οποιαδήποτε Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ύπαρξη τμημάτων της διδασκαλίας της αληθινής “εκκλησίας” στα άλλα μέλη-“εκκλησίες”, έστω κι αν δεν τις αναγνωρίζουν ως “Εκκλησίες” με την πλήρη σημασία της λέξης.

Άρα οι Ορθόδοξοι αποδέχονται ότι υπάρχουν αλήθειες σε όλες τις άλλες ομολογίες, οι οποίες αποτελούν όχι με την πλήρη έννοια “Εκκλησίες”, άρα είναι ψευδεπίγραφες Εκκλησίες. Όπως κι αυτοί, δέχονται γιά μας ότι δεν αποτελούμε την αληθινή Εκκλησία.

Το Άγιο Πνεύμα, όμως, λέμε πως “συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας”!
Άρα, όταν αναγνωρίζουμε ψήγματα αληθείας στις άλλες “Εκκλησίες”, δηλαδή τις χριστιανικές αιρέσεις, αποδίδουμε αυτές εμμέσως πλην σαφώς στην ενέργεια και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ή μάλλον …του “Αγίου Πνεύματος”!

Κι αν αυτό είναι έμμεσο, το επόμενο παράδειγμα είναι άμεσο

3) Μάτι, 9-16/5/2005, στο Διεθνές Συνέδριο του ΠΣΕ με θέμα “Ελθέ, Πνεύμα Άγιο, θεράπευσε και συμφιλίωσε”.

Έγινε εκτενώς λόγος γιά την “από Θεού δοσμένη διαφορετικότητα”.

Δηλαδή;

Ευχαριστήσαμε όλοι μαζί το Πανάγιο Πνεύμα γιά την από Αυτό δοσμένη διαφορετικότητά μας;
Δηλαδή αποδώσαμε την πλάνη και την αίρεση ως έργο του Διαβόλου και των πονηρών και αμετανοήτων ανθρώπων στη χάρη του Αγίου Πνεύματος; Αυτό δεν κάναμε; Δεν είναι αυτό βλασφημία του Αγίου Πνεύματος;

Το ίδιο συνέβη στην 10η Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο Πουσάν της Ν. Κορέας.
Και πάλι λόγος γιά την “αοράτως ενωμένη διαφορετικότητα”!

Μεταξύ άλλων υπογράψαμε κείμενο που λέει πως “μετανοούμε γιά τις διαιρέσεις (ενν. δογματικές διαφορές, κλπ) μεταξύ των εκκλησιών μας…”

Για τι ακριβώς μετανοήσαμε εμείς οι Ορθόδοξοι; Για το Άγιο Πνεύμα που μας οδήγησε “εις πάσαν την αλήθειαν” διά των Αγίων Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας μας;

4) Τέλος, σύντομη αναφορά θα γίνει στο, ίσως, πιό κακοποιημένο ερμηνευτικά χωρίο της Αγ. Γραφής. Στο Ιωα. ιζ’, 11.

“Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ους δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς”.

Το κακοποιούν πρωτίστως οι θιασιώτες του οικουμενιστικού διαλόγου αλλοιώνοντας το νόημά του προκειμένου να “ξεχειλώσουν” την ορθόδοξη εκκλησιολογία για να χωρέσει την πανσπερμία των λοιπών χριστιανικών ομολογιών.

Ο Κύριος, όμως, παρακαλεί τον Πατέρα Του για την ενότητα των μαθητών και Αποστόλων και στο πρόσωπό τους και όλων όσων θα πιστεύσουν στο Χριστό διά μέσου αυτών και όχι γιά όλον τον κόσμο.

“…ου περί του κόσμου ερωτώ αλλά περί ους δέδωκάς μοι, ότι σοι εισί,…” (Ιωα. ιζ’, 9)

Προφανώς, αν διευρύνουμε το “τήρησον αυτούς” και το “σοι εισί” γιά να συμπεριλάβει όλους τους Χριστιανούς τότε :
Α) Ο Θεός Πατέρας έδωσε την πανσπερμία των αιρέσεων, της “εν Χριστώ διαφορετικότητας”, όπερ εστί βλασφημία και
Β) Ολοι οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και αιρετικοί, έλκουν την “ενότητά” τους από την κοινή πίστη τους στον Θεό. Μα ούτε κοινή είναι ούτε προέρχεται εκ του Θεού.

Η ενότητα αυτή που επικαλείται ο Κύριος, σε λίγες γραμμές, προϋποθέτει την ένωση όλων με τον Χριστό. Η ενότητα είναι χάρισμα που παρέχει το Άγιο Πνεύμα και δίδεται μόνο σε όσους ανήκουν στο σώμα της μίας Εκκλησίας.
Η προϋπόθεση της ενότητας αυτής διδάσκεται από τον Απόστολο Παύλο που τονίζει στους Εφεσίους (δ’, 5) ότι “Είς Κύριος, μία πίστις, έν Βάπτισμα”.

Μία πίστις. Όχι διαφορετικότητα και ψήγματα της “αληθούς εκκλησίας”!

Έν Βάπτισμα. Όχι αναγνώριση των “βαπτισμάτων” των λοιπών “Εκκλησιών” σύμφωνα με το καταστατικό του ΠΣΕ.

Ένας Κύριος Ιησούς Χριστός.
Όχι πολλές επί μέρους θεωρίες και μερικές “αλήθειες”, αφού ο Χριστός “ου μεμέρισται” (Α’ Κορ. α’, 13).

Έτσι, όσοι έχουν μία πίστη στον ένα Κύριο, σημαίνει ότι διατηρούν μέσα τους την υγιή διδασκαλία αφού με την πίστη ομολογούμε αποδοχή της ορθής διδασκαλίας του Κυρίου, των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Τότε, διά της ορθής πίστεως, διά της συμμετοχής στα μυστήρια της Εκκλησίας (κατ’ εξοχήν στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας) και ζώντας πνευματικά, προσελκύουμε τη Θεία Χάρη που μας χαρίζει τις αρετές μεταξύ των οποίων την ειρήνη, την αγάπη, την ομόνοια που βοηθούν στην κατάκτηση της ενότητος. Μόνον ετσι κατακτάται η ενότητα. Και αφορά μόνον στους έχοντες κοινή πίστη στον Ιησού Χριστό και ένα Βάπτισμα.

Από τα παραπάνω, δυστυχώς, οδηγούμαστε στο συμπερασμα πως έστω ου κατ επίγνωσιν κάποιοι Ορθόδοξοι θεολογούντες κινδυνεύουν διαρκώς να διασχίσουν τα όρια της του Αγ. Πνεύματος βλασφημία.
Εμείς θα κλείσουμε παραθέτοντας την θεόπνευστη διδασκαλία δύο μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας αντί άλλου επιλόγου και περαιτέρω σχολίων.

Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς.
“Μη πολυπραγμόνει τοίνυν, αλλ έπου τοις πεποιραμένοις, μάλιστα μεν έργοις, ει δε μη τούτοις, τοις λόγοις γουν, αρκούμενος τοις παραδειγματικαίς εκφάνσεσιν” (Ιεροθέου Βλάχου, νυν Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου, “Εκκλησία και Εκκλησιαστικό φρόνημα”, Εκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου 1990, σελ. 28).

Αλλιώς ο κίνδυνος είναι…

Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος.
“Αν επιχειρούμε μόνοι μας να ερμηνεύσουμε τις Γραφές, πιθανόν να εξυπηρετούμε την επιθυμία των δαιμόνων, γιατί μερικοί δαίμονες υπαγορεύουν τη δική τους ερμηνεία των Γραφών σε κενόδοξες καρδιές και μάλιστα σ αυτούς που είναι εξασκημένοι στην κατά κόσμον σοφία και ολίγον κατ ολίγον τους οδηγούν σε αιρέσεις και βλασφημίες” (Κλίμαξ, Εκδ. Παπαδημητρίου σελ. 141, λστ’).