Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Περί τῆς καρδίας ὡς ἐσωτερικοῦ κέντρου τοῦ ἀνθρώπου καί περί τοῦ νοεροῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μας.

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ» 

Ὑπό Ρουμάνου Γέροντος Κλεόπα Ἠλίε.

«Ρίζα τῶν σωματικῶν ἔργων εἶναι ἡ ἐκ τῆς καρ­δίας σκέψις» (Μέγας Βασίλειος).

Πατέρες καί άδελφοί,

Καί πάλι, παρά τήν άναξιότητά μου, τολμώ νά ομι­λήσω στήν άγιωσύνη σας καί νά έπαναφέρω στήν μνήμη σας αύτά πού μερικοί άπό σάς τά έξέχασαν καί άλλοι ί­σως δέν τά έχουν γνωρίσει. Σκέφθηκα νά ομιλήσω τά πα­ρακάτω, επειδή νομίζω ότι ή έπανάληψις θά προκαλέση όπωσδήποτε κάποια πνευματική ώφέλεια γιά τούς μέν καί γιά τούς δέ καί δέν θά γίνη πρόξενος άνίας καί πλή ξεως. Συνεπώς, στήν συνέχεια θά ομιλήσω συγκεκριμένα γιά δύο πράγματα: «Περί τής καρδίας ώς ἐσωτερικοῦ κέντρου το άνθρώπου» καί «περί το νοερο οίκου τής ψυχής».

Πρίν άρχίσω νά όμιλώ γιά τήν καρδιά, πρέπει νά ξέ­ρουμε πολύ καλά, κατά τήν μαρτυρία τοΰ Μεγάλου Βασι­λείου καί τών άλλων άγίων Πατέρων, ότι είναι τό πρώτο μέλος τοΰ άνθρωπίνου σώματος πού δημιουργείται κατά τήν σταδιακή άνάπτυξί του. Αύτή είναι, κατά τόν ίδιο Α­γιο «ή ρίζα τής ζωής». Επίσης ή καρδιά είναι ή ρίζα, ό θρόνος, ή άρχή καί ή πηγή όλων τών φυσικών δυνάμεων τοΰ σώματος καί τής ψυχής. Αύτή δημιουργείται μέ τήν δύναμι τοΰ Θεού, όπως έλέχθηκε, πρώτα άπό όλα τά όρ­γανα τοΰ σώματος καί παύει νά λειτουργή τελευταία άπό όλα τά άλλα μέλη (Έρμ. στόν α' Ψαλμό το Μεγάλου Βα­σιλείου).

Κατ' άρχήν καλό είναι νά έχουμε στόν νο μας, ότι ή καρδιά ώς ρίζα καί πηγή όλων τών φυσικών δυνάμεων τοϋ σώματος είναι καί βάσις καί τό κέντρον αύτών, δη­λαδή τών γεννετησίων όρμών, τής δημιουργίας νέων άπο γόνων, τών αισθήσεων, τής συντηρήσεως κ.λ.π. Άκόμη ή καρδιά είναι καί τό κέντρον όλων τών φυσικών δυνά­μεων τής ψυχής, δηλαδή τής θελήσεως, τής προαιρέ­σεως, τοῦ λόγου, τής σκέψεως, τών λογισμών, τής φαν­τασίας, τής άποφάσεως, τής οργής, τής έπιθυμίας κ.λ.π.

"Επειτα ή καρδιά είναι τό άνώτερο κέντρο τής φύσε ώς μας, διότι ή χάρις το Θεο είναι ύπεράνω τής φύσεώς μας, τήν όποία (χάρι) έλάβαμε άπό τό "Αγιο Βάπτισμα καί κατασκήνωσε στήν καρδιά, όπου παραμένει σάν σέ θρόνο. Αύτό μάς τό διδάσκει ό ίδιος ό Σωτήρ μας "Ιησούς Χριστός, στό Ιερό Εύαγγέλιο, όταν λέγη: «Ή Βασιλεία το Θεο έντός ύμών έστίν» (Λουκ. 17,21). Άκόμη ό θείος Παύλος λέγει: «Άββά ό Πατήρ» (Γαλ. 4,6) καί πά­λι: «Ή άγάπη το Θεο έκκέχυται έν ταίς καρδίαις ύμών, ίνα δώη ύμίν κατά τόν πλούτον τής δόξης αύτο δυνάμει κραταιωθήναι διά το Πνεύματος αύτο είς τόν έσω άνθρωπον, κατοικήσαι τόν Χριστόν διά τής πίστεως έν ταίς καρδίαις ύμών» (Ρωμ. 5,5 καί Έφεσ. 3,16). Αύτό, εκτός άπό τήν Άγία Γραφή, τό μαρτυρούν καί οί θείοι Πατέρες, διότι ό Μέγας Μακάριος λέγει: «Ή καρδιά κυριαρχεί σέ κάθε όργανο τοϋ σώματος καί όταν ή χάρις έξουσιάση τόν τόπο τής καρδιάς, τότε έξουσιάζει σέ όλες τίς σκέ­ψεις καί τά μέλη τοϋ σώματος, διότι έκεΐ άναπαύεται ή ε­νέργεια το νο καί όλων τών νοημάτων τής ψυχής». Καί ό άγιος Ισαάκ ό Σύρος λέγει: «Ιδού ό ούρανός είναι μέ­σα σου, έάν θά καθαρισθής, καί μέσα σου θά βλέπης τούς άγγέλους μαζί μέ τόν Δεσπότη τους Χριστό». Σέ άλλο μέ­ρος ό ίδιος "Αγιος γράφει: «Προσπάθησε νά εισέρχεσαι στήν ούράνια κάμαρα σου, διότι ένα είναι αύτή καί έκείνη (ή καρδιά σου)» (Λόγος 43ος καί 30ος). Κατά παρόμοιο τρόπο ομιλούν καί οί άγιοι Διάδοχος Φωτικής, Γρηγόριος Θεσσαλονίκης καί πολλοί άλλοι πατέρες.

Κατά τρίτο λόγο, ή καρδιά μας εἶναι καί τό παρά φύσιν κέντρο τής φύσεως μας, διότι όλα τά κατώτερα πάθη, όλες οί βλασφημίες, όλοι οί λογισμοί τής ύπερηφανείας, το μίσους, τής φιλαυτίας, τής πονηρίας καί κάθε κακής έπιθυμίας, πού έχουν σχέσι μέ τά έργα το ματαίου κό­σμου γεννώνται άπό τήν καρδιά καί στήν καρδιά κατα­σκηνώνουν. Αύτό τό γεγονός ό ίδιος ό Σωτήρ μάς έφανέρωσε λέγοντας ότι: «Έκ γάρ τής καρδίας έξέρχονται δια­λογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15, 19). Καί, όπως ή στάκτη σκεπάζει τήν σπίθα, έτσι καί αύτές οί κακίες έπισκιάζουν καί θάπτουν τήν θεία χάρι, τήν όποία έλάβαμε άπό τό "Αγιο Βάπτισμα, όπως τόνίζη γι' αύτά ό θείος Πα­τήρ Κάλλιστος λέγοντας, ότι «στήν καρδιά είναι οί ρίζες καί οί άπαρχές όλων τών παρά φύσιν άμαρτιών». Επίσης καί ό Μέγας Βασίλειος μέ παρόμοιο τρόπο λέγει γι' αύτά: «Ρίζα τών σωματικών πράξεων είναι ή σκέψις τής καρ­δίας» (Έρμ. στόν Α' Ψαλμό).

"Ετσι λοιπόν, πατέρες καί άδελφοί, άφο έμάθαμε ό­τι ή καρδιά μας είναι τό κέντρο όλων τών άρετών καί ό­λων τών κακών, κατόπιν πρέπει οπωσδήποτε νά φροντί­ζουμε καί νά κοπιάζουμε πώς νά τήν φυλάγουμε καθαρή κατά τήν έντολή τής Αγίας Γραφής, πού λέγει: «Πάση φυλακή τήρει σήν καρδίαν, έκ γάρ τούτων έξοδοι ζωής» (Παροιμ. 4,23). Όπότε, έάν βάλουμε τόν νο μας φρουρό στήν είσοδο τής καρδιάς μας νά τήν φυλάγη μέ κάθε προ­σοχή καί φόβο Θεο, αύτή θά άξιωθή νά γίνη ή πηγή το ζωηφόρου θανάτου. Διότι κατά τόν λόγο το Κυρίου μας είδαμε ότι άπ' αύτή προέρχεται κάθε κακό, δηλ. κάθε ά­μαρτία καί πάθος, τό όποιον κατά τόν λόγον το 'Αποστόλου Παύλου είναι «έργον θανάτου» καί «κέντρον το θανάτου» (Α' Κορ. 15,56 Ρωμ. 6,2 Κολ. 2,20). Τό ανώτε­ρο μέσο τής φυλακής τοϋ νοϋ καί τής καρδίας μας άπό τούς κακούς λογισμούς καί τά θανάσιμα πάθη τής ψυ­χής, τά όποια προέρχονται άπό τήν καρδιά μας είναι ή παντοτεινή έπανάληψις τής νοεράς καί καρδιακής προ­σευχής ή νά ειπώ καλλίτερα τής νοεράς έκ τής καρδίας προσευχής, μέ τήν όποία έσώθησαν καί άγιασαν άναρίθμητο πλήθος οσίων Πατέρων καί φλεγομένων γιά τήν σω­τηρία τους χριστιανών, όχι μόνο τόν παλαιό καιρό άλλά καί στούς ιδικούς μας χρόνους. Γιά νά δώσω έδώ μιά όσο γίνεται σύντομη άναφορά γι' αύτή τήν άγία προσευχή, λέ­γω τά έπόμενα τά όποια άνέφερα καί σέ άλλη εύκαιρία: "Οποιος θέλει νά κοπιάση σ' αύτή τήν άγία προσευχή τοϋ Ιησού, πρέπει νά προσέξη τέσσερα πράγματα καί συγκε­κριμένα:

Νά λέγη τήν προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υιέ το Θεο, έλέησον με τόν αμαρτωλό» μέ τόν νο ή μέ τήν γλώσσα, πολύ άργά καί μέ πολλή προσοχή.

Νά κάνη ένα μικρό διάλειμμα μετά άπό κάθε προ­σευχή.

Νά κρατά τήν άναπνοή του μέχρι πού νά είπή μία φορά μέ τόν νο ή τήν γλώσσα αύτή τήν προσευχή.

Νά προσηλώνη τόν νο του στά λόγια τής εύχής, δηλ. νά προσέχη μόνο στά λόγια τής εύχής καί νά μή άφήνη τόν νο του νά διασκορπίζεται σέ άλλα λόγια, άκό­μη καί άν αύτές οί σκέψεις είναι καλές καί άγιες. Καμμιά φαντασία ή παράστασι νά μή δέχεται στήν ώρα εργασίας αύτής τής άγίας προσευχής, άκόμη καί όταν έμφανίζον ται εικόνες άγίων προσώπων, διότι όσο καί άγία ήθελεν είναι ή έμφανιζομένη μορφή, ἐμεῖς δέν θά πρέπει νά τήν δεχθούμε, δεδομένου ότι αύτές οι μορφές παρουσιάζονται έξω άπό τήν καρδιά μας μέ σκοπό νά άποσπάσουν τόν νοϋ μας πρός τά έξωτερικά πράγματα καί νά τόν έμποδί σουν νά κατέβη στήν κάμαρα τής καρδιάς μας γιά νά ό μιλήση εκεί μέ τόν Νυμφίο Χριστό.

Μέ αύτά τά τέσσερα μέσα',τά όποια μέ συντομία έση μειώσαμε, μπορεί όποιοσδήποτε νά έπιδοθή όλοκληρωτι κά στήν νοερά προσευχή. Αύτά τά λίγα μέχρι εδώ είναι άρκετά γιά τήν καρδιά ώς έσωτερικόν κέντρον τού άν θρώπου καί γιά τά βασικώτερα μέσα πού τήν περιφρου­ρούν πνευματικά μέ τήν βοήθεια τής νοεράς προσευχής.

Στά παρακάτω θά ομιλήσουμε σχετικά περί τού νοε­ρού οίκου τής ψυχής μας γιά τόν όποιον άνέφερα στήν άρχή.

Άδελφοί μου, μπορούμε νά καταλάβουμε γι' αύτό τόν οίκο τής ψυχής μας άπό τό παρακάτω παράδειγμα: "Οπως γιά τό σπίτι μας πού πρόκειται νά κτίσουμε έχου­με άνάγκη άπό στερεό έδαφος, γερά θεμέλια, πέτρες καί κεραμίδια, λάσπη καί άμμοκονίαμα, τοίχους, στέγη, έμ­πειρο κτίστη καί μετά τήν κατασκευή του βάζουμε φύλα­κα καί παράθυρα άσφαλείας, μέ τόν ίδιο τρόπο έχουμε ά­νάγκη άπό διάφορα πνευματικά μέσα γιά τήν ίδρυσι τοΰ νοεροΰπνευματικοΰ οίκου τής ψυχής μας' καί είδικώτε ρα:

Άντί γιά στερεό έδαφος πρέπει νά έχη κάποιος τε­λεία υπομονή γιά οποιανδήποτε δοκιμασία καί πειρασμό ήθελε τού παρουσιασθή, είτε άπό άνθρώπους, είτε άπό τόν διάβολο, είτε άπό τήν αμαρτωλή φύσι μας, όπως λέγη γι' αύτά ό Μέγας Βασίλειος.

Άντί τών θεμελίων πρέπει νά έχουμε τήν ορθή καί σταθερά πίστι. Καί πίστι εννοώ όχι μόνο αύτή πού πιστεύ­ουμε στήν 'Αγία Τριάδα καί στό έργο τής Θείας Οικονο­μίας τοΰ σαρκωθέντος Κυρίου μας, άλλά πίστι ριζωμένη έσωτερικά μέ τήν όποία νά πιστεύουμε ότι όλα, όσα είπε ό Θεός, είναι άληθινά, δηλαδή τόσο οί ύποσχέσεις καί οί άμοιβές τών άρετών, όσο καί τά έπώδυνα βάσανα τής κο λάσεως,όπως λέγη γι' αύτά ό άγιος Συμεών ό Νέος Θεο­λόγος.

Άντί γιά πέτρες καί κεραμίδια έχουμε άνάγκη άπό τά διάφορα εΐδη τών άρετών.

Άντί γιά λάσπη καί κονίαμα έχουμε άνάγκη άπό τήν ταπείνωσι, διότι όπως μέ τήν λάσπη κολλούν οί πέ­τρες καί τά κεραμίδια στό κτίσιμο, έτσι μέ τήν ταπείνωσι ενώνονται μεταξύ τους καί συγκρατούνται όλες οί άρετές.

Άντί γιά τούς τέσσερεις τοίχους, ό νοερός οίκος τής ψυχής μας χρειάζεται τήν συνύπαρξι τών έξής άρε­τών:

α) Τήν σοφία, ή όποία μάς διδάσκει τί πρέπει νά κά­νουμε καί τί δέν πρέπει.

β) Τήν σωφροσύνη, ή όποία χαλιναγωγεί τό έπιθυμητικό μέρος τής ψυχής.

γ) Τήν άνδρεία, ή όποία άντιμετωπίζει τό θυμικό μέ­ρος τής ψυχής καί στρέφεται κατά τού διαβόλου καί τής άμαρτίας.

δ) Τήν δικαιοσύνη, ή όποία άνήκει καί στά τρία μέρη τής ψυχής, όπως μάς διδάσκει ό θειος Πατήρ Μάξιμος ό 'Ομολογητής: «Έάν θέλης νά είσαι δίκαιος, νά συμμετέ χης σέ καθένα άπό τά τρία μέρη, πού άπαρτίζουν τήν ά­ληθινή άξία τοΰ σώματος καί τής ψυχής. "Ετσι, στό λογι­κό μέρος τής ψυχής δώσε του τίς πνευματικές θεωρίες καί τήν προσευχή,καί στό θυμικό, τήν πνευματική άγάπη, πού είναι εναντία τοΰ μίσους, το φθόνου, τής έκδική σεως καί τών λοιπών παρομοίων παθών. Ένώ στό έπιθυμητικό μέρος τήν σωφροσύνη καί τήν' έγκράτεια. Στίς σωματικές άνάγκες δώσε τήν τροφή, τό ποτό, τήν ενδυ­μασία καί όλα τά σχετικά μέ αύτά (Άπό τά 400 κεφά­λαια περί άγάπης).

Στέγη γι' αύτόν τόν οίκο νά βάλης τήν τελεία άγά πη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, ή όποία είναι τό πλήρωμα καί ή κορυφή όλων τών άρετών.

Κτίστης καί τεχνίτης αύτοϋ τού οικοδομήματος τής ψυχής είναι ή διάκρισις, ένώ ό πλέον κατάλληλος καί άληθινός τεχνίτης τοϋ πνευματικού μας οϊκου είναι ό ί­διος ό Κύριος καί Σωτήρ μας Ιησούς Χριστός, χωρίς τήν βοήθεια τού οποίου δέν μπορομε τίποτε νά κάνουμε, ό­πως είναι γραμμένο: «Έάν μή Κύριος οίκοδομήση οίκον, εις μάτην έκοπίασαν οί οίκοδομοϋντες» (Ψαλμ. 126,1). Πιό δηλωτικά μάς τό λέγει ό Κύριος στό Εύαγγέλιο ώς ε­ξής: «Μείνατε έν έμοί κάγώ έν ύμΐν... ότι άνευ έμο ού δύ­νασθε ποιεῖν ούδέν» (Ίωάν. 15,45).

Ό θυρωρός το νοερο οίκου μας δέν πρέπει νά εί­ναι μία γυναίκα, δηλαδή ή έμπαθής αϊσθησίς μας ή μία εύτελής άντίληψίς μας, όπως συνέβη μέ τόν Άβεσσαλώμ πού καί γι' αύτό θανατώθηκε (Β' Βασ. κεφ. 15), άλλά θυ­ρωρός νά είναι ή προσοχή καί ή άσάλευτη άπό τούς πει­ρασμούς καθαρότης τού νού, όπως μάς λέγη γι' αύτά ό ά­γιος Νείλος ό Ασκητής, στό 16ο κεφ. τού λόγου του περί προσευχής. Καί ή μέν άσάλευτη σκέψις δεσπόζει καί άνα φέρεται στόν νού, ένώ ή προσοχή άναφέρεται στήν καρ­διά, γιά τήν όποία είδαμε τί μάς διδάσκουν οί θείοι Πατέ­ρες μας.

Καί στό τέλος ό νοερός οίκος τής ψυχής μας έχει ά­νάγκη άπό έννέα παράθυρα άσφαλείας, διότι τά παράθυ­ρα τού Ναοΰ τοϋ Σολομώντος ήταν έξωτερικά προστα­τευμένα άπό συρμάτινο πλέγμα (σίτα), γιά νά μή είσέρ χωνται μέσα τά άκάθαρτα ζωύφια διότι είναι γραμμένο τό έξης: «Καί ποιήσεις αύτώ έσχάραν έργω δικτυωτώ χ αλκή ν» ("Εξοδ. 27,4). Καί αύτό τό πράγμα έχει μία μυ­στική έννοια, ότι έκείνος πού δέν θέλει νά μπούν μέσα στόν οίκο τής ψυχής του τά ζωύφια τών αισχρών ήδονών άπό τά πέντε παράθυρα τών αισθήσεων, πρέπει νά έχη βάλη πλεκτό σύρμα στά παράθυρα τών πέντε αισθήσεών του. Καί αύτά τά άσφαλιστικά μέσα τών παραθύρων είναι τά έξης:

Ή μνήμη το θανάτου.

Ή μνήμη τής άνταποδόσεως κατά τήν Μέλλουσα Κρίσι.

Ή μνήμη τών αιωνίων βασάνων τής κολάσεως.

Μέ αύτά τά μέσα ό άνθρωπος έμποδίζει καί δέν άφήνει νά εισέλθουν στόν οΐκο τής ψυχής του οί ήδονές καί κάθε άμαρτία. Αύτά τά επιβεβαιώνει καί ό άγιος Νείλος ό Ασκητής, όταν λέγη: «Αύτοί πού θέλουν νά φυλάξουν τήν σκέψι τους καθαρή σάν μιά εκκλησία, πρέπει νά φρά­ζουν τήν είσοδο τών α'ισθήσεών των μέ τήν μνήμη τής φο βεράς μελλούσης κρίσεως, όπως τοποθετήθηκαν εκείνα τά συρμάτινα δίκτυα στά παράθυρα γιά νά μή εισέρχεται μέσα τίποτε τό μιαρό. Αύτά έχουν σκοπό νά εμποδίζουν τήν είσοδο τών ρυπαρών φαντασιών, οί όποίες ύπεισέρ χονται στό έσωτερικό μας».

Όπότε λοιπόν, μακάριος καί τρισμακάριος είναι ό σοφός εκείνος μοναχός, ό όποιος μέ μεγάλο φόβο Θεού καί άγάπη πρός Αύτόν, θά οίκοδομήση τόν πνευματικό οΐκο τής ψυχής του κατά τρόπο έπιβλητικό. Αύτός θά φθάση στήν άπάθεια καί στήν τελειότητα, όσο βέβαια εί­ναι δυνατόν στόν άνθρωπο τής παρούσης ζωής. Διότι, έ­άν περιφρουρήση μέ μεγάλη έπαγρύπνησι τίς αισθήσεις του, κατόπιν εύκολα θά γνωρίση όλα τά πάθη του μέ τόν άγώνα του, τά όποια ονομάζονται μέ μία λέξι σωματικά ή έξωτερικά. Άλλά όχι μόνο στά σωματικά, άλλά καί στά άλλα τών διαφόρων έπιθυμιών πάθη πού άπό κοινού ονο­μάζονται ψυχικά ή έσωτερικά, θά κυριάρχηση, όταν παύ­σουν νά εισέρχωνται οί ήδονές άπό τά όργανα τών αισθή­σεων. Αύτά λίγο λίγο άποκαλύπτονται, κατευνάζονται καί μέ τήν πάροδο άρκετοΰ χρόνου πεθαίνουν, όπως έπιβεβαιώνη γι' αύτά ό όσιος Ποιμήν ό Μέγας, λέγοντας τά εξής «"Οπως τά φίδια, έάν τά κλείσουμε σ' ένα βάζο χω­ρίς τροφή σταδιακώς εύκολα πεθαίνουν, έτσι καί τά πάθη πού βρίσκονται στό εσωτερικό τής καρδιάς μας, όταν τά περιορίσουμε, χωρίς νά τά τροφοδοτούμε μέ τροφές άπό τά όργανα τών αισθήσεων, μετά άπό άρκετό χρόνο θά ά δυνατήσουν καί θά πεθάνουν.

Πατέρες καί άδελφοί, όσα μέχρι τώρα έλέχθηκαν γιά τήν καρδία μας, ώς έσωτερικού κέντρου τής φύσεώς μας, μάς φανερώνουν ότι αύτή είναι τό κέντρο όλων τών φυσι­κών δυνάμεων τής ψυχής καί τοϋ σώματος καί τό κέντρο όλων τών ύπερφυσικών ή πνευματικών δυνάμεων. Κατό­πιν είπαμε γιά τόν νοερό οΐκο τής ψυχής μας καί αύτά τά όποια τόν άπαρτίζουν καί τόν στολίζουν.

Αύτά έχοντας ύπ' όψιν, νομίζω ότι τό πάν σ' αύτά τά λόγια, εΐναι νά άναφερθοϋμε καί γιά τίς σωματικές καί ψυχικές άρετές, δεδομένου ότι, όπως είπαμε παραπάνω, αύτές εΐναι οί πέτρες καί τά κεραμίδια άπό τά όποια κα­τασκευάζεται τό πνευματικό οικοδόμημα τοΰ νοεροϋ οί­κου τής ψυχής μας.

"Ετσι λοιπόν, είναι άνάγκη νά γνωρίζουμε ότι μεταξύ τών σπουδαιοτέρων σωματικών άρετών είναι καί αύτές: Ή έγκράτεια, ή νηστεία, ή δίψα, ή πείνα, ή άγρυπνία, ή κλίσις τών γονάτων, ή άλουσία, ή χαυμενία, τό έργόχειρο κ.λ.π. "Ολα αύτά τά αγωνίσματα, όδηγοΰν τόν άνθρωπο στήν άπόκτησι τών άληθινών άρετών, τής ταπεινώσεως καί τής άπαθείας, όταν θά γίνωνται όχι μέ ύποκριτικό καί κενόδοξο φρόνημα, άλλά άπό πίστι μόνο καί άγάπη γιά τόν Θεό.

Οί πνευματικές άρετές είναι τέσσερεις, όπως προη­γουμένως είπαμε, καί είναι τόσο άπαραίτητες όσο είναι οί τέσσερεις τοίχοι τοϋ νοεροϋ οίκου τής ψυχής μας, επειδή άπ' αύτές γεννώνται όλες οί άλλες πνευματικές άρετές, δηλαδή: Ή άγάπη, ή πίστις, ή έλπίς, ή προσευχή, ή τα πείνωσις, ή θεία γνώσις, ή πνευματική χαρά, ή έκ τής ά κτημοσύνης εύτυχία καί άλλες. Όπότε λοιπόν, όταν κά­ποιος είτε άπό άδυναμία,είτε άπό γεράματα,είτε άπό άλλη δυσκολία καί άνάγκη δέν μπορεί νά έργασθή τίς σωματι­κές άρετές, άς ζητήση συγχώρησι άπό τόν Θεό, ό Όποιος γνωρίζει τίς αιτίες πού μάς έμποδίζουν νά έργασθοΰμε αύ­τές. "Ομως γιά τίς ψυχικές άρετές δέν μπορεί νά συμβή τό ίδιο. Δέν έχουμε καμμία συγχώρησι καί καμμία άπο λογία δέν ύπάρχει, διότι αύτές οί άρετές δέν έχουν καμ­μία δικαιολογημένη αιτία, όπως έχουν οί σωματικές. Άλλά εκείνος πού θέλει, μπορεί νά τίς έργασθή σέ οποιο­δήποτε είδος άδυναμίας καί δυσκολίας νά βρίσκεται. Διότι αύτές τίς άρετές τίς έργαζόμεθα μόνο μέ τόν νοϋ καί μέ τήν καρδιά. Έπί παραδείγματι, έάν κάποιος δέν μπορεί νά νηστεύση λόγω άδυναμίας, γηρατειών ή άσθε νείας, μακάρι νά προσεύχεται μέ τόν νοϋ καί μέ τά χείλη καί νά εύχαριστή τόν Θεό γιά τήν άσθένεια καί τήν άδυ ναμία του. "Ας άκούσουμε τόν όσιο Ιωάννη τόν Καρπά­θιο, ό όποιος γιά τά παρακάτω λόγια τοϋ Εύαγγελίου: «"Οταν δέ διώκωσιν ύμάς έν τή πόλει ταύτη, φεύγετε εις τήν άλλην», λέγει μέ άλληγορικό τρόπο: «Έάν δέν φύ­γουν οι λογισμοί τής άδυναμίας άπό τήν πόλι τής νη­στείας, τότε νά καταφύγουμε σέ άλλη, δηλαδή στήν πόλι τής προσευχής καί τής εύχαριστίας. Έάν δέν μπορούμε νά έπιτελέσουμε τίς σωματικές άρετές, άς λυπούμεθα μέ καρδιακή λύπη, έπειδή δέν μποροϋμε νά τίς εργασθούμε. Αύτή τήν κατάστασι τήν ξεπερνάμε μέ όσα μάς έπιβεβαιώνει γι' αύτή ό άγιος Ισαάκ ό Σύρος: «Ή καρδιά πού συντρίβεται καί λυπείται γιά τήν άδυναμία καί άνικανό τητα πού έχει νά έπιτελέση τίς σωματικές άρετές, έκπλη ρώνει μέ τήν ίδια τήν συντριβή αύτή τήν δυσκολία τής άποκτήσεως τών άρετών' διότι τά σωματικά έργα χωρίς τήν διάκρισι είναι σάν ένα σώμα χωρίς ψυχή».

Πατέρες καί άδελφοί, κλείνω έγώ ό τιποτένιος καί αύτό τόν λόγο μου, παρότι καμμιά άρετή δέν πρόσθεσα στό οικοδόμημα τής ψυχής μου.

Τώρα στό τέλος, σας παρακαλώ όλους μέ πολλή τα­πείνωσι νά προσευχηθήτε στόν Ελεήμονα Σωτήρα μας Ίησο Χριστό καί στήν Παναγία Μητέρα Του καί Θεοτό­κο Παρθένο Μαρία, νά βοηθήσουν καί μένα τόν αμαρτω­λό γιά νά αίσθάνωμαι τουλάχιστον έντροπή γιά τά λόγια μου, μέ τά όποία προσπαθώ νά διδάξω τούς άλλους καί είθε νά άρχίσω καί έγώ νά βαδίζω στά ίχνη τής άγιωσύνης σας, έστω καί μέ άργό βήμα γιά τήν άπόκτησι τών άρε­τών. Αμήν.

Μετάφρασις ἀπό π. Δαμασκηνό Γρηγοριάτη

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου