Γράφει ὁ Πρεσβύτερος π. Γεράσιμος Βουρνᾶς
Τήν ἐρχόμενη Κυριακή, ὁ Χριστός μας πρόκειται νά περπατήσει «παρά τήν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας» καί νά καλέσει τούς πρώτους τέσσερις Μαθητές Του, οἱ ὁποῖοι «εὐθέως» θά ἀφήσουν ὅ,τι κάνουν, γιά νά ἀνταποκριθοῦν στό κάλεσμα. Κατόπιν, ὁ Χριστός θά περιηγηθεῖ ὅλη τήν Γαλιλαία, κηρύσσοντας καί θεραπεύοντας. Γρήγορα, ἡ φήμη Του θά ἐξαπλωθεῖ καί οἱ ἄνθρωποι θά προστρέχουν κοντά Του, γιά νά τούς κάνει καλά.
Ὡστόσο, αὐτό πού θά συμβεῖ τήν ἐρχόμενη Κυριακή (Γ΄ Ματθαίου), συνέβαινε καί θά συμβαίνει πάντοτε. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τήν λεγόμενη μικρά Εἴσοδο τῶν Ἱερέων στό Ἱερό μέ τό Εὐαγγέλιο σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ὅπου τό Εὐαγγέλιο δέν εἰκονίζει ἁπλῶς, ἀλλά παριστᾶ τόν Χριστό.[1] Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός σέ κάθε Θεία Λειτουργία περνᾶ μέσα ἀπό τίς θάλασσες τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται βυθισμένοι στόν βυθό τῆς θλίψης, τοῦ πόνου, τῶν ἀσθενειῶν, τοῦ φόβου καί ὅλων ἐκείνων τῶν χαρακτηριστικῶν πού μᾶς ἐμποδίζουν ἀπό τό νά ζήσουμε πραγματικά. Σέ κάθε μικρά Εἴσοδο ὁ Χριστός, διά τοῦ Εὐαγγελίου, μᾶς καλεῖ κοντά Του καί μᾶς ὑπόσχεται ὅτι θά μᾶς θεραπεύσει καί θά μᾶς ἀναπαύσει. Σέ ὅλους τούς αἰῶνες, πολλοί προστρέχουν κοντά Του, γιά νά λάβουν κάτι ἀπό Ἐκεῖνον, μά λίγοι γίνονται μαθητές Του ζητώντας Ἐκεῖνον.
Δυστυχῶς, αὐτό πού ζητοῦμε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἡ ἐπιφάνεια. Θέλουμε αὐτά πού μᾶς προσφέρει ὁ ἄλλος, ἀλλά ὄχι τόν ἄλλον, τήν σχέση μας μαζί του. Αὐτό μᾶς τόνιζε ὁ Πατέρας καί Διδάσκαλός μας, π. Βασίλειος Βολουδάκης, ὅτι δέν θέλουμε τελικά τόν Χριστό, ἀλλά τά δικά Του, τό τί ἔχει νά μᾶς προσφέρει. Θέλουμε νά μᾶς θεραπεύει, ὅποτε Τοῦ τό ζητοῦμε, νά μᾶς παρηγορεῖ, νά μᾶς δίδει χαρίσματα, τήν φήμη καί τήν ἀξία Του. Θά θέλαμε τόν Παράδεισο, πού ὁ καθένας μας τόν φαντάζεται, ὅπως νομίζει, ἀλλά ὄχι Ἐκεῖνον. Ἐκεῖνος τελικά μᾶς ἐνοχλεῖ, διότι ἡ παρουσία Του μᾶς ἐλέγχει. Ὅταν εἶναι Ἐκεῖνος παρών, ἤ κάποιος ἀπό τούς ὄντως Μαθητές Του, τότε δέν μπορεῖ ὁ καθένας μας νά διαστρέφει τούς λόγους Του καί νά τούς προσαρμόζει στά μέτρα του. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί τό γιατί ἀπό παντοῦ ἔδιωχναν τόν Χριστό καί ἔπειτα τούς Μαθητές καί τούς Ἁγίους Του, ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τῶν ἡμερῶν μας.
Πολλοί ἴσως βροῦν ὅτι αὐτές οἱ γραμμές δέν τούς ἀφοροῦν, διότι δέν ἔχουν ποτέ διώξει τόν Χριστό ἤ τούς Ἁγίους Του. Παρά ταῦτα, ἴσως δέν θά πρέπει νά εἴμαστε τόσο βέβαιοι γι’ αὐτό. Δέν διώκουμε, συνήθως, τούς ἐπίσημα ἀναγνωρισμένους Ἁγίους. Ἐκεῖνοι πού ἐδίωξαν γιά παράδειγμα τόν ἅγιο Νεκτάριο, δέν θα παραδέχονταν ὅτι διώκουν ἕνα Ἅγιο. Ἐμεῖς τί θέση θά παίρναμε; Ἄν δέν γινόμαστε διῶκτες, παραμένουμε ὅμως ἀδιάφοροι, ἀπέναντι στίς ἀδικίες πού ἐκτυλίσσονται μπροστά στά μάτια μας καί στίς μέρες μας. Βλέπουμε ἐκείνους πού ἐδίωξαν τόν Ἅγιο Γέροντα Σίμωνα Ἀρβανίτη, ἀπό τό ἴδιο του τό Μοναστήρι, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ πατήρ Βασίλειος Βολουδάκης στό βιβλίο του «Ὁ Γέροντας μας, ὁ πατήρ Σίμων», ἄν καί τόν εἶχαν ἐπιλέξει οἱ ἴδιοι γιά Ἡγούμενό τους, προφανῶς καί δέν τόν τίμησαν ὡς Ἅγιο ὅσο ζοῦσε. Ὡστόσο ἐπεδίωξαν νά κρατήσουν ὅσα ὁ ἴδιος δημιούργησε καί τήν δική του φήμη καπηλεύτηκαν. Αὐτό θέλουμε τελικά, ὅσα ἀνήκουν στούς Ἁγίους, χωρίς ὅμως ἐκείνους. Διότι τελικά οἱ ἄνθρωποι, ὅταν δέν εἴμαστε Ἅγιοι, εἴμαστε κλέφτες καί ληστές κι αὐτή ἡ διαπίστωση θά πρέπει νά μᾶς κάνει νά μετανοήσουμε βαθιά.
Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, πού συμπτωματικά ἑορτάζει τήν ἐρχόμενη Κυριακή, δέν μᾶς ἀφήνει κανένα περιθώριο μέ τήν διδασκαλία του νά θεωροῦμε ὅτι ἐμεῖς διαφέρουμε ἀπό τούς διῶκτες τοῦ Χριστοῦ:
«Ἡ ἁμαρτία καί τό κακόν ἀποτελοῦν τήν τραγικήν καί παράλογον ἀπόπειραν τοῦ ἀνθρώπου νά ἀπομακρύνῃ τόν Θεό Λόγο ἐκ τῶν θεμελίων τοῦ σύμπαντος».[2]
Ἐφόσον ἁμαρτάνουμε, διώκουμε τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Δηλώνουμε δηλαδή ὅτι ἐμεῖς θά χειριστοῦμε μέ καλύτερο τρόπο αὐτά πού Ἐκεῖνος ἔπλασε καί ἔδειξε τό πῶς πρέπει νά τά ζήσουμε, γιά νά εὐτυχήσουμε. Θέλουμε τά τοῦ Θεοῦ, χωρίς τόν Θεό!
Αὐτοαποκαλούμεθα Χριστιανοί, ὄχι γιά νά μαθητεύσουμε στόν Χριστό, ἀλλά γιά νά ἀποκομίσουμε κάποια ὀφέλη ἐπιφανειακά, ὅπως τό νά κατασιγάσουμε τήν συνείδησή μας σέ αὐτή τή ζωή καί στήν ἄλλη κάτι νά γίνει καί νά μποῦμε στόν Παράδεισο. Δέν ἀγαποῦμε τόν Χριστό, δέν μᾶς ἐκφράζει τό ἦθος Του καί γι’ αὐτό οὔτε καί τά Δόγματά Του. Δέν θέλουμε νά διαποτίσει ἡ Χάρις Του τό εἶναι μας!
Θεέ μου, κάνε με νά ποθῶ νά γίνεις Ἑαυτός μου, γιατί ὁ δικός μου ἑαυτός εἶναι ἡ αἰτία τῆς δυστυχίας μου! Κάνε με νά ποθῶ νά γίνω φίλος Σου καί ὄχι νά ἀποκτήσω κάτι ἀπό τήν περιουσία Σου, ἀφοῦ τίποτε χωρίς Ἐσένα δέν ἔχει Εὐλογία καί γι’ αὐτό δέν ἐπιβιώνει.
Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ἔφτασε στό σημεῖο, γιά νά μᾶς δείξει τόν πόθο πού πρέπει νά ἀποκτήσουμε γιά τόν Χριστό, νά πεῖ ὅτι:
«Θά προτιμοῦσα νά εἶμαι εἰς τήν κόλασιν εἰς τήν ὁποίαν εἶναι ὁ Χριστός (μέ συγχωρεῖτε διά τό παραδοξολόγημα!) παρά εἰς τόν παράδεισον πού δέν ἔχει τόν Χριστόν».[3]
Ἐκεῖνον ἄς ποθήσουμε ὅσο τίποτε ἄλλο!
Σημειώσεις:
[1] Ἁγ. Γερβασίου Παρασκευοπούλου, Ἑρμηνευτική Ἐπιστασία ἐπί τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐκδ. Ἀναπλαστική Σχολή Πατρῶν, Πάτραι 2005, σελ. 280-281. [2]Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι, 1987, σελ. 31. [3] Ὅ.π., σελ. 20.